O Στίβεν Φράι είναι ένας σύγχρονος Homo universalis. Τον γνωρίσαμε στα ’80s, στον κωμικό του ρόλο στο Blackadder του Ρόουαν Άτκινσον, άφησε εποχή στη βρετανική τηλεόραση παρουσιάζοντας το τηλεπαιχνίδι γνώσεων QI, υποδύθηκε υπέροχα τον Όσκαρ Ουάιλντ στην ταινία Wild του Μπράιαν Γκίλμπερτ, σκηνοθέτησε το θαυμάσιο Bright Young Things (Άγρια νιάτα) αλλά και ένα ντοκιμαντέρ για τον εαυτό του (The Secret Life of the Manic Depressive), όπου μιλούσε ανοιχτά για τη διπολική διαταραχή. Είναι σκεπτόμενος, ένας κουλ διανοούμενος και επίσης ξακουστός «tech-geek». Ο μύθος λέει ότι ήταν ο δεύτερος Βρετανός που αγόρασε Macintosh το 1984, λάτρεψε το Twitter και κάποτε παρουσίασε στο Channel 4 τα κατά τη γνώμη του «100 σπουδαιότερα γκάτζετ». Από τη δεκαετία του ’90, επίσης, γράφει μυθιστορήματα (Ο ψεύτης, Ο ιπποπόταμος κ.ά.), ενώ έχει γράψει και τρεις (!) αυτοβιογραφίες. Είναι, επίσης, ένας σπουδαίος φιλέλληνας και έχει εκφραστεί πολλάκις υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων στην Ελλάδα – έχει σχολιάσει χαρακτηριστικά ότι η απουσία τους είναι τόσο παράλογη όσο θα ήταν αν ένα μέρος του Πύργου του Άιφελ βρισκόταν μακριά από το Παρίσι. Τα τελευταία χρόνια καταπιάνεται και με την ελληνική μυθολογία. Αυτή, άλλωστε, ήταν η αφορμή για τη συζήτησή μας, καθώς μετά τα Μύθος, Ήρωες και Τροία ήρθε η ώρα και για την Οδύσσεια. Αυτό που κάνει ο Φράι είναι ότι «ξαναλέει» την ιστορία με τον τρόπο ενός χαρισματικού παραμυθά, προσθέτει λεπτομέρειες, πειραματίζεται, διασκεδάζει και μας διασκεδάζει.
Κύριε Φράι, η Οδύσσειά σας είναι ένα τόσο απολαυστικό ανάγνωσμα, που μοιάζει σαν και η συγγραφή της να ήταν μια εξίσου απολαυστική διαδικασία για εσάς. Ήταν; Διασκεδάζατε όσο «ξαναγράφατε» το ομηρικό έπος;
Ήταν σκέτη απόλαυση από την αρχή μέχρι το τέλος, σας το υπογράφω. Πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι είχα να διαβάσω ολόκληρο το έργο από τα είκοσί μου. Η ευχαρίστηση, λοιπόν, του να ανακαλύπτω ξανά το κείμενο και να μένω έκπληκτος –περισσότερο απ’ ό,τι θυμόμουν– με την αφηγηματική δεξιοτεχνία και τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, μου έδωσε όλη την ενέργεια και το πείσμα που χρειαζόμουν για να μην τα παρατήσω. Ένιωσα τρομερή θλίψη όταν έφτασα στο τέλος.
Υπάρχει κάτι που συνειδητοποιήσατε μελετώντας την Οδύσσεια, κάτι που ίσως δεν είχατε προσέξει παλαιότερα;
Είχα ξεχάσει πόσο κινηματογραφική είναι η Οδύσσεια. Αν και μάλλον πρέπει να το θέσω ανάποδα· θα έπρεπε να πω ότι είχα ξεχάσει πόσα χρωστάει ο κινηματογράφος στον Όμηρο… τα φλάσμπακ, το εστιασμένο ή το ευρύ πλάνο στους χαρακτήρες, τα τοπία και τα περιβάλλοντα στα οποία αυτοί κινούνται. Το είχα διακρίνει αυτό και στην Ιλιάδα όταν έγραφα την Τροία, το τρίτο βιβλίο της τετραλογίας μου, αλλά στην Οδύσσεια είναι ακόμη πιο έντονο.
Ποιο στοιχείο του Οδυσσέα σάς γοητεύει περισσότερο;
Ένα από τα πιο σαγηνευτικά (και ίσως πιο μοντέρνα;) χαρακτηριστικά του Οδυσσέα είναι η αντίφαση που κουβαλάει στην καρδιά του. Το πρώτο πράγμα που θα έλεγε κανείς γι’ αυτόν είναι το ότι κινητοποιείται από την ανάγκη να επιστρέψει στο σπίτι του, στη γυναίκα του, στον γιο του, στους γονείς του, στο βασίλειό του. Και φυσικά ο «νόστος» [σ.σ. ο κ. Φράι χρησιμοποιεί τη λέξη στα ελληνικά] είναι ο μεταφορικός άνεμος που φουσκώνει τα πανιά του, όποιες καταιγίδες και καταστροφές κι αν προκαλέσει ο Ποσειδώνας. Όμως, δεν μπορεί να αντισταθεί στην περιέργειά του. Όταν αποβιβάζεται σε ένα νέο μέρος –από το νησί του Πολύφημου μέχρι τις πατρίδες των Λωτοφάγων, των Λαιστρυγόνων, της Κίρκης, της Καλυψούς–, θέλει να μάθει περισσότερα για το ποιοι ζουν εκεί και πώς ζουν. Το πνεύμα και η πονηριά του, χαρακτηριστικά για τα οποία εκτιμάται περισσότερο, τρέφονται από την πληροφορία, από τα δεδομένα. Χωρίς αυτή την περιέργεια θα είχε φτάσει στην Ιθάκη σε δέκα μήνες, όχι σε δέκα χρόνια. Αλλά αυτή η περιέργεια είναι που τον καθορίζει, είναι ένας εξερευνητής, όχι μόνο ένας χαμένος, απελπισμένος θαλασσοπόρος.
Φαντάζομαι ότι πρωτοήρθατε σε επαφή με την ελληνική μυθολογία ως παιδί. Πότε όμως και γιατί αρχίσατε να τη μελετάτε πιο συστηματικά; Και πώς αποφασίσατε να γράψετε ο ίδιος γι’ αυτήν;
Πράγματι, την πρωτογνώρισα ως παιδί και έκτοτε η καρδιά μου πάντα χτυπούσε δυνατά με οτιδήποτε εμπνεόταν από αυτήν – είτε επρόκειτο για πίνακες και γλυπτά είτε για όπερες, θεατρικά έργα ή μυθιστορήματα, όπως κυρίως εκείνα της Μέρι Ρενό, της οποίας τα δύο βιβλία για τον Θησέα, Ο βασιλιάς πρέπει να πεθάνει και Ο ταύρος από τη θάλασσα [σ.σ. στα ελληνικά είχαν μεταφραστεί από τις εκδόσεις Κάκτος, σήμερα είναι εξαντλημένα], ζωντάνεψαν τους μύθους όσο κανένα άλλο από όσα είχα διαβάσει ποτέ. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι εγκληματικά υποτιμημένη.
Κάθε νέα γενιά γοητεύεται από την ελληνική μυθολογία. Γιατί πιστεύετε ότι ασκεί ακόμα τόσο ισχυρή επιρροή στην παγκόσμια κουλτούρα;
Συνήθως λέμε ότι ο ψηφιακός κόσμος πνίγει φρικτά τους νέους. (Ίσως χρειαζόμαστε μια καινούργια μυθολογία: το Facebook ως Κάτω Κόσμος;) Η φωτεινότητα και η ζωηρή φύση αυτών των ιστοριών είναι ένας λόγος που οι νέες γενιές συναρπάζονται από τους μύθους, αλλά νομίζω ότι υπάρχει και κάτι άλλο. Σήμερα κατηγοριοποιούμε και υποκατηγοριοποιούμε τους πάντες και τα πάντα με όρους ταυτότητας· λέμε για τη γενιά Z ή Alpha, δημιουργούμε ομάδες με βάση πολλές δημογραφικές ετικέτες, την κοινωνική τάξη, την εθνικότητα, το φύλο, τη σεξουαλικότητα, το θρήσκευμα… Στην πραγματικότητα, αυτές οι ταμπέλες μοιάζουν με τα ηλεκτρονικά βραχιολάκια που αναγκάζονται να φορούν οι φυλακισμένοι, ώστε όλοι να γνωρίζουν πού βρίσκονται και τι κάνουν. Αυτή είναι η φυλακή στην οποία ζουν οι νέοι σήμερα. Το μεγαλείο του μύθου έγκειται στο ότι, επειδή δεν προέρχεται από συγκεκριμένο χρόνο ή τόπο, δεν μπορείς να πεις για κάποια μυθική φιγούρα, θνητή ή αθάνατη, ότι «α, είναι έτσι επειδή είναι Baby Boomer ή επειδή είναι μουσουλμάνος ή ένας πανσεξουαλικός Millennial ή ένας μεσαιωνικός δουλοπάροικος ή οτιδήποτε άλλο». Υπάρχει μια απόλυτη αγνότητα ανθρώπινων ποιοτήτων που σε συναρπάζει, απαλλαγμένη από όλη την ψεύτικη ταμπελοποίηση που μας ταλαιπωρεί σήμερα. Είναι σαν να πλέεις σε μια καθαρή θάλασσα. Η ανθρωπότητα απογυμνώνεται, για καλό ή για κακό, και δεν μπορείς να ρίξεις το φταίξιμο στα κοινωνικά κατάλοιπα για τις λανθασμένες επιλογές των χαρακτήρων. Υπάρχει τέτοια ελευθερία σε αυτό, και νομίζω ότι για τους νέους είναι πραγματικά σαν να αναπνέουν καθαρό αέρα.
Η ένταση ανάμεσα στο πεπρωμένο και στην προσωπική ευθύνη είναι ένα από τα καθοριστικά στοιχεία της ελληνικής μυθολογίας. Πιστεύετε ότι αυτή η σχέση υπάρχει εξίσου έντονα στις σύγχρονες κοινωνίες;
Θεωρώ ότι η έμφαση στην πρωτοκαθεδρία του ατόμου έχει, έως έναν βαθμό, αλλάξει την αίσθηση αυτής της έντασης που πολύ σωστά επισημαίνετε. Οι προσωπικότητες της αρχαίας ελληνικής και της μυθολογικής εποχής μοιάζουν τόσο συχνά να δοκιμάζουν την ατομικότητα και τη δύναμή τους σαν νεοσσοί που δοκιμάζουν τα φτερά τους, ανακαλύπτοντας τα όριά τους, προσπαθώντας να εξισωθούν με τους θεούς και να πετάξουν, να πετάξουν στα ύψη (όπως ο Φαέθων, ο Ίκαρος, ο Βελλερεφόντης), μόνο και μόνο για να πέσουν θανάσιμα κάθε φορά. Οι ελληνικές ιστορίες για ανθρώπους που φιλοδοξούν να φτάσουν ψηλά, μέχρι την ύβρι των τραγικών ηρώων, μοιάζουν με ένα πρώιμο πείραμα για το αν οι άνθρωποι μπορούν να ορίσουν το δικό τους πεπρωμένο, όντας όμως πάντα σε πλήρη επίγνωση των πανίσχυρων νόμων και δυνάμεων που τους κρατούν καθηλωμένους (ένα είδος μεταφορικού ισοδύναμου του «θεού της βαρύτητας» που μας κρατάει σωματικά στη Γη). Πιστεύω ότι αυτό είναι –ή θα έπρεπε να είναι– εξίσου σημαντικό για εμάς σήμερα, όσο ήταν και στην προϊστορία. Ίσως γι’ αυτό, το τραγούδι Defying Gravity από το μιούζικαλ Wicked ήταν τόσο δημοφιλές!
«Οι ελληνικές ιστορίες για ανθρώπους που φιλοδοξούν να φτάσουν ψηλά μοιάζουν με ένα πρώιμο πείραμα για το αν οι άνθρωποι μπορούν να ορίσουν το δικό τους πεπρωμένο».
Ο Οδυσσέας ακούει τις Σειρήνες να λένε ότι στο μέλλον η ιστορία του θα ειπωθεί με παράξενους τρόπους. Πρώτον, θεωρείτε τη δική σας διήγηση παράξενη; Και δεύτερον, υπάρχει κάποια ιδιαίτερα ασυνήθιστη μεταφορά της Οδύσσειας που σας αρέσει;
Αυτό ήταν ένα παιχνιδιάρικο κομμάτι μεταμυθοπλασίας από μέρους μου: κανείς δεν ξέρει τι τραγούδησαν οι Σειρήνες, παρά μόνο ο Οδυσσέας, κι εκείνος δεν το αποκαλύπτει. Προσπάθησα, λοιπόν, να φανταστώ τι θα μπορούσε να είναι αυτό που τραγουδούσαν και θα μαγνήτιζε κάποιον τόσο πολύ. Η ιδέα ότι ήταν απλώς η αγγελική ποιότητα των φωνών και των μελωδιών τους μου φαινόταν μη ικανοποιητική (και, ούτως ή άλλως, αδύνατο να αποδοθεί στο χαρτί), οπότε κατέληξα στην ιδέα ότι τραγουδούσαν για το μέλλον των ναυτικών που είχαν την ατυχία να πλησιάσουν. Και ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί στο να θελήσει να ακούσει προφητείες για το μέλλον του στη ζωή και μετά από αυτήν;
Αν η δική μου αναδιήγηση είναι «παράξενη», δεν μπορώ να το πω εγώ. Δεν είχα πρόθεση να είναι. Είναι ίσως πιο ρέουσα και πιο επιρρεπής σε περιστασιακά άλματα φαντασίας και χιούμορ από τις συνηθισμένες αποδόσεις, αλλά ελπίζω με τρόπο που δεν καθυστερεί την ιστορία, αλλά τη βοηθά. Όσο για τη δεύτερη ερώτηση, υποθέτω ότι θα έπρεπε να συμπεριλάβω τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις, ένα έργο που αγαπώ βαθύτατα. Το μυθιστόρημα Big Fish του Ντάνιελ Γουάλας, το οποίο ο Τιμ Μπάρτον μετέτρεψε σε μια υπέροχη ταινία, είναι ένα άλλο. Καθώς και την ταινία Ω αδελφέ, πού είσαι; των αδελφών Κοέν.

Γράφετε ότι η Οδύσσεια του Ομήρου θα παραμείνει για πάντα ένα αρχετυπικό μοντέλο. Υπάρχουν άλλες ιστορίες που πιστεύετε ότι λειτουργούν με παρόμοιο αρχετυπικό τρόπο;
Λοιπόν, η ιστορία του Χριστού –αυτή της θυσίας του ενός για τους πολλούς– είναι σίγουρα ένα αρχέτυπο (δεν θέλω με αυτό να αναστατώσω όσους πιστεύουν στον Χριστό ως ζωντανή θεότητα) και η «αντίστροφη» ιστορία, αυτή του Φάουστ. Μάλιστα, διάβασα κάπου πριν από χρόνια ότι το πρώτο μυθιστόρημα κάθε άνδρα συγγραφέα παρουσιάζει τον ήρωά του είτε ως Χριστό είτε ως Φάουστ: ο ήρωας είτε πεθαίνει για τους άλλους, προδομένος και παρεξηγημένος, είτε πουλάει την ψυχή και τις προοπτικές του για τα αστραφτερά σκουπίδια του κόσμου. Δεν ξέρω αν κάποιος έχει εντοπίσει μια αντίστοιχη ιδέα στα πρώτα μυθιστορήματα των γυναικών…
Πιστεύετε ότι ο ευφυής και προσαρμοστικός Οδυσσέας είναι ο ομηρικός ήρωας που ταιριάζει περισσότερο στη δική μας εποχή;
Παραβλέποντας τις κατ’ εξακολούθηση μοιχείες του, τα ψέματα και την εξαπάτηση, που δεν ταιριάζουν καλά στον δικό μας κόσμο (τουλάχιστον στην εξιδανικευμένη εικόνα που θέλουμε να έχουμε γι’ αυτόν), νομίζω ότι η περιέργεια είναι το κλειδί, καθώς και η εικόνα του στο νησί της Καλυψούς, την Ωγυγία, να κοιτάζει τη θάλασσα και να ονειρεύεται τον καπνό από την εστία του σπιτιού του… Αυτό είναι κάτι που όλοι μπορούμε να φανταστούμε, νομίζω. Μερικές φορές αυτή η εστία είναι η πραγματική φωτιά του σπιτιού ή το τραπέζι της κουζίνας γύρω από το οποίο μεγαλώσαμε και μας λείπει· μερικές φορές είναι μια φανταστική, τέλεια οικογενειακή ζωή που νιώθουμε ότι χάσαμε, αλλά θέλουμε με κάποιον τρόπο να δημιουργήσουμε.
Κάνετε μια παρατήρηση σχετικά με τον Δία, που φοβόταν τι θα συνέβαινε αν οι άνθρωποι αποκτούσαν τη φωτιά, λέγοντας ότι τώρα έχουμε γίνει εμείς οι ίδιοι ο Δίας. Πώς αισθάνεστε, λοιπόν, σήμερα για την τεχνητή νοημοσύνη; Φόβο; Δέος;
Και τα δύο. Ο Δίας είχε δίκιο όταν φοβόταν τι θα έκανε η ανθρωπότητα με τη φωτιά: μόλις αρχίσαμε να ασκούμε τη δύναμη που μας έδωσε η φωτιά, σύντομα εγκαταλείψαμε τους θεούς που μας έπλασαν. Με τη «φωτιά» εννοώ τις πραγματικές φλόγες που μας έδωσαν την τεχνολογία και την κυριαρχία επί των υλικών (και γέμισαν τον κόσμο με άνθρακα!) και τη μεταφορική φωτιά, τη θεϊκή σπίθα της συνείδησης, της δημιουργικότητας, της αυτοεπίγνωσης και της πνευματικής περιέργειας που μας επέτρεψε να τιθασεύσουμε αυτή τη δύναμη με όλο και πιο νέους και αξιοσημείωτους τρόπους.
«Ο Δίας είχε δίκιο όταν φοβόταν τι θα έκανε η ανθρωπότητα με τη φωτιά: μόλις αρχίσαμε να ασκούμε τη δύναμη που μας έδωσε η φωτιά, σύντομα εγκαταλείψαμε τους θεούς που μας έπλασαν».
Αυτό είναι που φοβάμαι στην τεχνολογία που δημιουργήσαμε και ονομάζουμε ΤΝ. Αν ένας και μόνο προμηθεϊκός μηχανικός λογισμικού κάπου στη Σίλικον Βάλεϊ, στην Κίνα ή οπουδήποτε αλλού κατάφερνε πραγματικά να δώσει αυτή τη σπίθα της αυτοεπίγνωσης σε μια τεχνητή νοημοσύνη, τότε, όπως οι θεοί που δημιούργησαν τον άνθρωπο ανατράπηκαν από τον άνθρωπο, έτσι κι εμείς που δημιουργήσαμε την ΤΝ θα ανατραπούμε από την ΤΝ. Η ελληνική μυθολογία ξεκινά με πατέρες που ηττώνται από τους γιους τους: ο Ουρανός από τον Κρόνο, ο Κρόνος από τον Δία. Ίσως αυτό συμβαίνει σε όλο το σύμπαν· μια φυλή ευφυών όντων δημιουργεί τελικά μια άλλη φυλή που την ξεπερνά, και ούτω καθεξής… Οι Έλληνες φαινόταν να έχουν ένα μοναδικά οξύ ένστικτο για την τεχνολογία και για τις ιδιότητες και τα ελαττώματα που μας διαφοροποιούν από τα άλλα ζώα.
Κάθε αναδιήγηση μιας ιστορίας είναι, κατά κάποιον τρόπο, η δημιουργία μιας νέας. Τι θα θέλατε να αποκομίσουν οι αναγνώστες από τη δική σας Οδύσσεια;
Απόλαυση! Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, τη χαρά τού να βυθιστούν σε μια τόσο μεγαλοπρεπή ιστορία, να τη χαρούν με την ψυχή τους, να τη νιώσουν αληθινή, να γίνουν μέρος της.
Στην αρχή του βιβλίου σας παραθέτετε έναν στίχο από την Ιθάκη του Καβάφη. Πιστεύετε στο καβαφικό μήνυμα; Είναι το ταξίδι αυτό που μετράει για σας;
Ναι, πιστεύω. Θα προσθέσω και αυτούς τους στίχους του Τ. Σ. Έλιοτ από τα Τέσσερα κουαρτέτα:
Δεν θα σταματήσουμε ποτέ να εξερευνούμε
Και το τέλος της όλης εξερεύνησής μας
θα ’ναι να φτάσουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε
Και να πρωτογνωρίσουμε το μέρος.*
* Σε μετάφραση του Τάκη Κουφόπουλου
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Ο Οδυσσέας στο νησί των Σειρήνων
«Άντρες, προσεγγίζουμε το νησί των Σειρήνων… Ναι, ξέρω, το ίδιο σκέφτηκα, και εγώ, αλλά η Κίρκη με διαβεβαίωσε ότι υπάρχουν στ’ αλήθεια. Δεν έχει επιζήσει κανένας που άκουσε το τραγούδι τους, και έτσι παρέμειναν στη σφαίρα της φαντασίας και του μύθου. Σκοπεύω να ακούσω αυτό το τραγούδι και να επιζήσω για να διηγηθώ την περιπέτειά μας. Να πώς θα γίνει. Ελάτε, ένας ένας…»
Κρατούσα στο χέρι έναν σβόλο από κερί μελισσών. Έκοβα μικρά κομμάτια και τα στρογγύλευα με τον αντίχειρα, καθώς η πίεση και η θερμότητα του δαχτύλου, σε συνδυασμό με τη θερμότητα του ήλιου, τα μαλάκωναν. Έδινα, λοιπόν, από δύο στον καθένα τους. Τους είπα να περιμένουν το σύνθημά μου να βουλώσουν τα αυτιά τους. Πρώτα, όμως, θα με έδεναν με την πλάτη στο κατάρτι, όσο το δυνατόν πιο σφιχτά.
«Ακούστε τώρα!», είπα. «Ό,τι και αν με δείτε να κάνω, όσο μανιασμένα και αν χειρονομώ ή μορφάζω, θα με αγνοήσετε. Ακόμη και αν ουρλιάζω, εκλιπαρώ και κλαίω αρκετά δυνατά ώστε να με ακούτε ακόμη και με το κερί στ’ αυτιά, δεν θα δώσετε καμμία σημασία, αλλά θα συνεχίσετε να κωπηλατείτε».
Δεν άργησε να φανεί το καταχωνιασμένο περίγραμμα ενός μικρού νησιού. Αυτό μεγάλωνε και αποσαφηνιζόταν ταχύτερα απ’ ό,τι περίμενα.
«Εμπρός. Γρήγορα. Κλείστε καλά τα αυτιά σας· πάρτε θέσεις στα κουπιά».

Αρχικά δεν άκουγα τίποτε άλλο εκτός από τα κύματα που έσκαζαν στην πλώρη και τις κραυγές από τα θαλασσοπούλια που διέγραφαν κύκλους από πάνω μας. Ώσπου… κάτι μυστήριο εισέβαλε στο κεφάλι μου από τους λαβύρινθους των αυτιών μου. Έως τότε πίστευα ότι θα άκουγα κάποιον μακρινό και δελεαστικό σκοπό στον οποίο ίσως θα κατάφερνα να αντισταθώ ακόμη και αν δεν ήμουν δεμένος στο κατάρτι. Όμως τώρα άκουγα κάτι που έμοιαζε να προέρχεται από έναν λαθρεπιβάτη του νου μου. Το άκουσμα ήταν πεντακάθαρο, και ανείπωτη η θαλπωρή που ένιωθα. Είχα παραδοθεί. Είχα μαγευτεί. Και βίωνα τον απόλυτο αιφνιδιασμό, γιατί το τραγούδι απευθυνόταν, ευθέως και προσωπικά, σε εμένα και μόνο.
«Οδυσσέα, Οδυσσέα! Εσύ, που είσαι ο πιο γενναίος, ο καλύτερος από τους Αχαιούς, έλα, κόπιασε στο νησί μας. Έχουμε τόσα να σου πούμε. Γνωρίζουμε όλα όσα θα συμβούν. Βάλε πλώρη για το νησί μας, και εμείς θα σου πούμε τα πάντα. Θέλεις να μάθεις για τον γιο σου, τον Τηλέμαχο, ή τι κάνει η Πηνελόπη αυτή τη στιγμή; Θέλεις να μάθεις σε πόσες μέρες ακριβώς θα ξαναδείς την Ιθάκη; Και όχι μόνο… Μπορούμε να σου πούμε τι θα λένε για εσένα οι άνθρωποι σε πενήντα χρόνια, σε εκατό, σε πεντακόσια. Οδυσσέα, ο κόσμος θα αφηγείται στον αιώνα τον άπαντα την ιστορία σου, ξανά και ξανά, ακόμη και μετά από τρεις χιλιάδες χρόνια! Και δεν φαντάζεσαι με πόσο παράξενους τρόπους θα επιλέγουν να την αφηγούνται. Πόσο λαχταρούμε να σου τα πούμε όλα αυτά».
Το ξέρω πως η άχαρή μου αφήγηση τα κάνει όλα αυτά να ακούγονται ανιαρά και συνηθισμένα. Θα σκέφτεστε ότι θα μπορούσατε να αντισταθείτε με άνεση σε τέτοιο τραγούδι. Μου είναι δύσκολο να σας μεταδώσω την εμπειρία μου. Ένιωθα ότι έπρεπε οπωσδήποτε να ακούσω περισσότερα, ότι δεν γινόταν αλλιώς. Θα νιώθατε το ίδιο, πιστέψτε με.
Έγνεψα στον Ευρύλοχο και στον Περιμήδη, που κάθονταν αντίκρυ μου, πάνω σε αναποδογυρισμένα βαρέλια. Καμία αντίδραση. Οι υπόλοιποι άντρες ήταν στα κουπιά. Κάποιοι με κοίταζαν και –πανάθεμά τους– γελούσαν.
Έγνεψα πάλι στον Ευρύλοχο και στον Περιμήδη, όσο πιο έντονα και επιτακτικά μπορούσα, με αγριεμένο βλέμμα.
Με αγνόησαν.
«Οδυσσέα, Οδυσσέα», τραγουδούσαν οι Σειρήνες, «απ’ όλους τους ανθρώπους, εσένα περιμέναμε. Πρέπει να μάθεις περισσότερα. Δεν θα πιστέψεις πόσο θα αλλάξει ο κόσμος. Έχουμε να σου πούμε πράγματα καταπληκτικά, απίστευτα. Εσύ θα τα μάθεις πρώτος απ’ όλους. Μόνο έλα σε εμάς. Έλα κοντά μας».
Κατάφερα να χαλαρώσω το σχοινί που μου κρατούσε το ένα πόδι και να πατήσω στο κατάστρωμα. Φώναξα. Ούρλιαξα.
Επιτέλους ο Ευρύλοχος και ο Περιμήδης σηκώθηκαν όρθιοι. Ευχαρίστησα τους θεούς. Έρχονταν προς το μέρος μου!
Στριφογύριζα, σπαρταρούσα, πάλευα με τα σχοινιά. Ο Περιμήδης είχε ένα απόμακρο βλέμμα στα μάτια. Με πλησίασαν, λοιπόν, και –τι έκαναν, λέτε;– με έδεσαν πιο σφιχτά! Οι ψυχροί, αναίσθητοι μπάσταρδοι τράβηξαν με δύναμη τα σχοινιά που με κρατούσαν και έπλεξαν νέους και πιο σφιχτούς κόμπους. Και ύστερα έκαναν μεταβολή και, σαν να μην έτρεχε τίποτα, επέστρεψαν στις θέσεις τους.
Εξαγριωμένος εγώ, εξαπέλυσα όρκους και απειλές εναντίον τους. Οι άντρες συνέχιζαν να κωπηλατούν. Ο Ευρύλοχος ήταν συλλογισμένος. Ο Περιμήδης ατένιζε τον ορίζοντα.
Το τραγούδι των Σειρήνων άρχισε να σβήνει.
«Οδυσσέα… Ανάθεμά σε, την κατάρα μας να έχεις!» Ο μελόγλυκος σκοπός τους είχε γίνει οργισμένη στριγκλιά.
Η Οδύσσεια του Στίβεν Φράι θα κυκλοφορήσει τις επόμενες ημέρες από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Πέτρου Γεωργίου. Το εξώφυλλο σχεδίασε ο Γιάννης Κουρούδης της K2design.

