Εχω σαν ηχώ στη μνήμη τις διηγήσεις από τον παλιό Κεραμεικό, όταν σπίτια, ευρύχωρες μονοκατοικίες με αυλή, που σήμερα θα ονομάζαμε κηπάριο, χτίζονταν σε πρότερα χέρσα οικόπεδα ή σε γη όπου έβρισκε κανείς ακόμη εκείνα τα κεραμοσκεπή χαμόσπιτα, τα τόσο χαριτωμένα όμως, της πρώτης περιόδου. Οι διηγήσεις εκείνες, ειπωμένες σαν αφηγήσεις του παλιού καιρού, μιλούσαν για σπίτια που είχαν χτίσει πατεράδες και προπάτορες στα χρόνια του ’20, έναν αιώνα πίσω. «Να βλέπατε εκείνες τις τρίφυλλες πόρτες που χώριζαν την τραπεζαρία από το σαλόνι, σωστό μαυσωλείο, με τη σκάλα να ανεβάζει στα φωτερά υπνοδωμάτια όλα με θεόρατες ξύλινες ντουλάπες, καθρέπτες στους τοίχους, σταυρούς, εικονίσματα, μια σειρά γαλλικά βιβλιαράκια στην εταζέρα και κουρτίνες που ανέμιζαν μπροστά στα παράθυρα που έβγαζαν στον δρόμο»…

Καθώς επέστρεφα σε εκείνα τα δρομάκια του Κεραμεικού είδα για μια ακόμη φορά εκείνη την πανσπερμία της κοινωνικής συνύπαρξης, κληροδοτημένης από ένα μακρινό χθες, που αγκάλιαζε ολόκληρο τον 20ό αιώνα και εξέβαλλε στις μέρες μας. Εβλεπα εκείνα τα τόσο δα σπιτάκια, με δυο-τρία παράθυρα στο ισόγειο, αυλόπορτα στο πλάι, να στέκουν ερείπια ή κάποια από αυτά να έχουν γίνει αγνώριστα καθώς συνδράμουν πλέον ως καφέ και εστιατόρια το νέο προφίλ του Κεραμεικού. Στη μικρή οδό Αμαζόνων, ανάμεσα στη Μυκάλης και στην Αρτεμισίου, είδα κάποια από τα μικρά σπιτάκια τού χθες, όπως και σε άλλους δρόμους ολόγυρα, που αν τα δεις από το πλάι, βλέπεις πόσο μικρά σπίτια ήταν, δυο κάμαρες όλες κι όλες και «αποχωρητήριο» στοιχειώδες στην αυλή. Ερχεται στον νου το διήγημα «Το κελί» του Γιώργου Ιωάννου, ένας ύμνος στον μικρό και στενό χώρο, που «συγκεντρώνει το πνεύμα και την ψυχή, τα σφίγγει με τον Θεό».

Αλλά κοντά στα μικρά σπιτάκια υπάρχουν (και υπήρχαν περισσότερα) τα δίπατα της μεσαίας τάξης, σαν αυτά που επιζούσαν στην ηχώ των διηγήσεων. Αφήνω στην άκρη κάποια μεγάλα –ερείπια πια– στην Αρτεμισίου και στην Κεραμεικού, που με είχαν απασχολήσει παλαιότερα και στα οποία θα επανέλθω, για να σεργιανίσω προς τη Μυκάλης ώς την Παραμυθιάς και τα δρομάκια ανάμεσα. Στην Αρτεμισίου 36, απέναντι και δίπλα σε κατεστραμμένα ισόγεια σπιτάκια (με άλλοτε ρομαντικές ή μοντερνιστικές πινελιές στην πρόσοψη και μικρές αυλές πίσω από πλαϊνές καγκελόπορτες), το παλιό σπίτι είχε μεσοαστική καταβολή. Μια πικροδάφνη με ροζ άνθη αγκάλιαζε την μπαλκονόπορτα με τις ρόδινες κουρτίνες. Συστοιχίες μικρών σπιτιών ανάμεσα σε πολυκατοικίες και αγριεμένες από την εγκατάλειψη αυλές φανέρωναν μικρές ροζέτες, σοβάδες με ίχνη από λουλακί χρώμα, αρ ντεκό σιδεριές, κουφωτά παντζούρια με υποψία αστικής ζωής στα ενδότερα. Από την οδό Παραμυθιάς με τα σκόρπια μεσοπολεμικά σπίτια προβάλλει η οδός Μυκάλης που γοητεύει με όσα εκείνη μπορεί να προσφέρει ως αίσθηση αστικής συνέχειας. Αλλά έχουμε ήδη προσπεράσει τη μικρή οδό Καλυψούς. Προτείνω να την περπατήσετε, να δείτε πιο πολύ την κλίμακα των ισόγειων σπιτιών με τα κηπάρια, που παραδόξως μου θύμισαν δρομάκια στα Πατήσια, με τα σπίτια στη σειρά.

Στη Μυκάλης υπάρχουν μεσοαστικές νησίδες, με ψηλές πόρτες φτιαγμένες γύρω στα 1925 από μαστόρους με εμπειρία και γνώση. Αυτόν τον τεχνικό πολιτισμό τον χάσαμε. Τον βλέπουμε ανάγλυφο στα κατάλοιπα εκείνης της αστικής ζωής σε παλιές γειτονιές, όπως είναι ο Κεραμεικός. Στους αριθμούς 49, 58, 60, 60Α, 51, 53, 55, 57, 59 σώζονται σπίτια άλλα ερειπωμένα και άλλα ανακαινισμένα, που μας δείχνουν το ύφος της παλιάς συνοικίας. Με λίγη φαντασία αναπαριστούμε την καθημερινότητα που έδωσε ζωή σε αυτά τα σπίτια πριν από τον πόλεμο.
Στα δρομάκια που περπάτησα και ώς την Κωνσταντινουπόλεως και ώς την Κεραμεικού, είδα ότι δεν υπάρχουν μαγαζιά εξυπηρέτησης. Δεν βρήκα γειτονιά, με φούρνο, ψιλικατζίδικο, μίνι μάρκετ, περίπτερο. Είδα καφέ, εστιατόρια, φτιαγμένα σπίτια και ερείπια. Πολυκατοικίες μιας νέας μορφής προβάλλουν σιγά σιγά και αυτές. Ο Κεραμεικός έχει πολύ υλικό, οι βόλτες συνεχίζονται.

