Η ορχήστρα της Επιδαύρου ήταν άδεια από σκηνικά· μόνο ένα μικρόφωνο. Εμφανίζεται ένα μέλος του Χορού. Στέκει σιωπηλό, κοιτάζει έξω από το θέατρο, όπου εκτείνεται ο σκηνικός χώρος της παράστασης με τη χρήση προβολέων (φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου, Τάσος Παλαιορούτας). Κατόπιν, με παύσεις στον ρυθμό, συνολικά 17 άτομα εισέρχονται στην ορχήστρα. Είναι πολίτες στα Σούσα της Περσίας, μια πόλη που περιμένει νέα από την έκβαση της εκστρατείας του βασιλιά Ξέρξη στην Ελλάδα. «Αχ, μια φορά, πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν η ζωή μας», ακούγεται από έναν πολίτη, που μιλάει με μικρόφωνο-ψείρα, όπως όλοι οι ηθοποιοί. Η κινηματογραφικής κοπής μουσική επένδυση (από τον Τζεφ Βάγκνερ) γεμίζει δραματικά τις παύσεις.
Πρόκειται για την έναρξη των «Περσών», της παράστασης που, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, έκανε πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου την περασμένη Παρασκευή και το Σάββατο με συνολικά 17.000 θεατές.
Νέα από το μέτωπο δεν θα έρθουν (προς το παρόν), αλλά εμφανίζεται η βασίλισσα Aτοσσα (Μαρία Ναυπλιώτου) ντυμένη με κοστούμι (μαύρο παντελόνι και πουκάμισο, με χρυσοποίκιλτη κάπα) που ήθελε να παραπέμπει στα παραδοσιακά ρούχα του αυτοκρατορικού ζεύγους της Ιαπωνίας (κοστούμια από την Τίνα Τζόκα). «Μου τρώει η έγνοια την καρδιά. Φοβάμαι», λέει η Ατοσσα και διηγείται ένα δυσοίωνο όνειρό της: «Είδα ένα κιρκινέζι γοργό, που με τα νύχια του μάδησε την κεφαλή του αετού». Ομως, βάζει τα πράγματα στη θέση τους, καθώς προειδοποιεί τον λαό της πως «αν νικήσει ο γιος μου, θα είναι άνδρας θαυμαστός. Αν δεν νικήσει, δεν έχει στην πατρίδα να δώσει λόγο».
Με την έλευση του αγγελιοφόρου (Σταύρος Σβήγκος) από το πεδίο μάχης κορυφώνεται η αγωνία. Λίγο πριν μπει στην ορχήστρα, η γυναίκα του βγαίνει από τον Χορό για να τον αγκαλιάσει. «Τέλειωσαν όλα, αμέτρητοι νεκροί, πάει όλος ο στρατός. Σώματα θαλασσοδαρμένα και άψυχα, χτυπούν στους βράχους, στις στεριές, στον άφωτο βυθό», λέει, και αρχίζει να εξιστορεί τα της μάχης μετατρέποντας σε αντιπολεμικό κήρυγμα (με αρκετές κραυγές, την ένταση των οποίων αύξανε η τεχνητή ηχώ) έναν από τους πιο συγκινητικούς μονολόγους αγγελιοφόρου στα σωζόμενα έργα της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας. Οσο διηγείται σκηνές φρικιαστικής βίας επαναλαμβάνει τη φράση «δεν τελειώνει», ενώ πολεμικές σειρήνες ηχούν μεγαλώνοντας την ένταση.
Οταν πια ο αγγελιοφόρος αποχωρεί, εμφανίζεται η Ατοσσα και ζητάει από τους πολίτες να καλέσουν να εμφανιστεί στο φως ο πεθαμένος βασιλιάς Δαρείος. Ο Χορός την κοιτά αμήχανος, αλλά τελικά πείθεται. Εξέρχεται από την ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου και σε παράταξη αρχίζει να χορεύει (χορογραφία της Ξένιας Θεμελή) με ένταση στους ρυθμούς ενός μοιρολογιού από την Κορσική, που τραγουδά ένα μέλος του. Ο Δαρείος (Δημήτρης Καταλειφός) βγαίνει ασθμαίνοντας μέσα από τα δέντρα, ντυμένος με μανδύα, και ως σοφός παππούς νουθετεί τους πολίτες: «Μη γίνεστε υπέρφρονες, ο θεός τιμωρεί την έπαρση». Επαρση που δεν εγκατέλειψε ο γιος του Δαρείου, Ξέρξης (Αναστάσης Ροϊλός). Είναι ο μόνος διασωθείς από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, και μπήκε στην ορχήστρα τρεκλίζοντας, με ξεσκισμένη τη σατέν μπλούζα του. Συμπάσχει μεν με τους πολίτες των οποίων οι οικογένειες ξεκληρίστηκαν, αλλά στο τέλος δέχθηκε τον βασιλικό μανδύα που του πρόσφερε η μητέρα του για να συνεχίσει στον θρόνο.
Στο τέλος ο Χορός με κραυγές και χτυπήματα ποδιών (σήκωσαν πολλή σκόνη) άρχισε προσκλητήριο νεκρών από διάφορους πολέμους και καταστροφές, από τη βόμβα στη Χιροσίμα και τον εμφύλιο στη Γιουγκοσλαβία μέχρι τον πόλεμο στη Γάζα.

