Μόλις 47 λεπτά διαρκεί το «How Romantic», το έργο-αναφορά στους αμερικανικούς μαραθωνίους χορού των ’30s που δημιούργησε η χορογράφος Κατερίνα Ανδρέου για την Carte Blanche, την εθνική ομάδα σύγχρονου χορού της Νορβηγίας. Παρά τη μικρή του διάρκεια, φέρει μέσα του όλη την ένταση, την απελπισία, την κόπωση –ψυχική και σωματική– των χορευτών που πάσχιζαν να σταθούν όρθιοι, έπειτα από χίλιες και πλέον ώρες σε πίστες χορού, για να εξασφαλίσουν με τη συμμετοχή τους ένα ακόμη γεύμα. Κυρίως, αποτυπώνει την ανάγκη του ανθρώπου να στηριχθεί στην κοινότητα, αλλά και στον εαυτό του, για να φέρει εις πέρας κάτι που τους υπερβαίνει όλους.
Η πρεμιέρα
Το έργο, το οποίο έκανε πρεμιέρα τον Μάρτιο του 2025 στο Μπέργκεν, φέτος περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ της Αβινιόν (13 έως 16 Ιουλίου). «Στην πρεμιέρα είχε έρθει και η ομάδα της Αβινιόν. Γνωρίζουν τη δουλειά μου εδώ και χρόνια και κατά κάποιον τρόπο παρακολουθούν την πορεία μου. Καθώς ήταν η πρώτη φορά που μου ανατέθηκε η δημιουργία ενός έργου για μια μεγάλη ομάδα, είχαν ιδιαίτερη περιέργεια να δουν το αποτέλεσμα. Τους άρεσε η παράσταση και έτσι προέκυψε η πρόσκληση». Η Ελληνίδα χορογράφος και περφόρμερ –η δεύτερη μετά τον Δημήτρη Παπαϊωάννου– που δέχεται μια τέτοια πρόταση, επισημαίνει ότι η Αβινιόν λειτουργεί σαν crash test για ένα δημιουργό, κυρίως λόγω του κοινού της, που έχει αυξημένες απαιτήσεις. «Στη δική μου περίπτωση, βέβαια, το έργο έχει ήδη δοκιμαστεί, αφού έχει προηγηθεί η πρεμιέρα του. Γενικά, όμως, είναι αλήθεια ότι η Αβινιόν παραμένει από τους λίγους μεγάλους θεσμούς στην Ευρώπη –και ίσως στον κόσμο– που εξακολουθούν να δοκιμάζουν νέες γλώσσες, ερευνώντας πώς θα τις αφομοιώσει το κοινό. Γι’ αυτό και μετά τις παραστάσεις, ανοίγουν συχνά έντονες συζητήσεις, πολλά έργα προκαλούν αντιδράσεις και διάλογο, και αυτό είναι ένα σημαντικό κομμάτι της διοργάνωσης».

Η Ανδρέου, απόφοιτη της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, με μεταπτυχιακό στη χορογραφική έρευνα από το Εθνικό Χορογραφικό Κέντρο της Ανζέ και το Πανεπιστήμιο Paris 8 και μόνιμα εγκατεστημένη στη Γαλλία τα τελευταία χρόνια, συζητήθηκε ιδιαίτερα το 2016, όταν απέσπασε το βραβείο Jardin d’Europe στο φεστιβάλ ImPulsTanz για το σόλο της «A kind of fierce». Στην Ελλάδα την έχουμε δει τρεις φορές με έργα της, στο Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου, στην Καλαμάτα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και στο MIRfestival, είναι, όμως η πρώτη φορά που ξεφεύγει από τη μικρή κλίμακα. «Για πρώτη φορά δούλεψα απέξω, με την παραδοσιακή έννοια του χορογράφου, και έπρεπε να σκεφτώ πώς θα συνυπάρξουν δεκατέσσερις χορευτές επί σκηνής, με έναν τρόπο ουσιαστικό και όχι απλώς ως ensemble. Ετσι ανέτρεξα στους μαραθωνίους χορού. Θα έλεγα ότι ίσως αυτοί οι μαραθώνιοι της Αμερικής ήταν το πρώτο reality show. Εφεραν στην επιφάνεια κάτι πολύ βαθύ για την ανθρώπινη φύση: το παράλογο, το τραγικό της ύπαρξης και το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος μόνο και μόνο για να επιβιώσει. Ακόμη και σήμερα, όταν βλέπω εικόνες από εκείνη την εποχή, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι συνέβη πραγματικά. Και όμως, μην πάμε πολύ μακριά, ακόμη και σήμερα, μέσα σε μια άλλη παγκόσμια κρίση, διατηρούμε ανάλογη σχέση με το θέαμα, με την επιβίωση και με τα όρια του ανθρώπου. Γι’ αυτό και υπάρχει μια μεταφορά, μια αλληγορία μέσα στο έργο, χωρίς να ρέπουμε προς τον διδακτισμό».
Η έμπνευση
Στις αρχές του 1930, άνθρωποι κάθε ηλικίας στήνονταν στην ουρά σε διάφορες πόλεις της Αμερικής για να κόψουν ένα εισιτήριο των 25 σεντς και να δουν χορευτές να πέφτουν στα πόδια τους λιπόθυμοι από την εξάντληση σε μια πίστα χορού. Ηταν και αυτό ένα είδος ενίσχυσης ηθικού· εκείνοι έστεκαν όρθιοι, οικονομικά, σωματικά και ψυχικά, ενώ άλλοι σωριάζονταν μπροστά τους. Οι μαραθώνιοι χορού δεν ξεκίνησαν, βέβαια, σαν αρένα που δοκίμαζε τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, αλλά σαν μόδα. Στις 2 Μαρτίου 1923, μια Νεοϋορκέζα δασκάλα χορού, η Αλμα Κάμινγκς, σημείωσε ένα εντυπωσιακό ρεκόρ: επί 27 ώρες χόρευε αδιάκοπα, αλλάζοντας έξι παρτενέρ. Το κατόρθωμά της αυτό πυροδότησε μια μανία που γρήγορα εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα. Αυτό, όμως, που άρχισε σαν μια ιδιότυπη δοκιμασία την εποχή της τζαζ εξελίχθηκε σε αγώνα επιβίωσης με το που άλλαξε η δεκαετία. Η Μεγάλη Υφεση βύθιζε την Αμερική στην ανεργία και στην ανέχεια.
Εφεραν στην επιφάνεια κάτι πολύ βαθύ για την ανθρώπινη φύση: το παράλογο, το τραγικό της ύπαρξης και το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος μόνο και μόνο για να επιβιώσει.
Οι διαγωνιζόμενοι έμεναν στις αίθουσες χορού νυχθημερόν, λικνίζονταν ακόμη και για μήνες μπροστά σε χορηγούς και θεατές, που παρακολουθούσαν με σχεδόν σαδιστική διάθεση σώματα να στροβιλίζονται μέχρι τελικής κατάρρευσης. Μαζί τους υπήρχαν δάσκαλοι, νοσοκόμες και γιατροί που βεβαίωναν ότι οι συμμετέχοντες μπορούσαν να συνεχίσουν. Το αντάλλαγμα για αυτήν τη δοκιμασία ήταν επτά έως δώδεκα γεύματα την ημέρα, ξεκούραση 10-15 λεπτών κάθε λίγες ώρες –για να ξεκουράζουν τα πόδια και τη μέση τους– και μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους. Ακόμη και όταν έτρωγαν, έκαναν μπάνιο ή έγραφαν γράμματα στους δικούς τους, έπρεπε να κινούνται στον ρυθμό: υπήρχαν επόπτες παντού. Το ζευγάρι που θα έμενε τελευταίο στην πίστα θα εξασφάλιζε χρηματικό έπαθλο που ισοδυναμούσε με τους μισθούς ενός ολόκληρου χρόνου. «Στο “How Romantic” δεν υπάρχουν, βέβαια, απώλειες», διευκρινίζει η Ανδρέου. «Ξεκινούν 14 χορευτές και παραμένουν 14 έως το τέλος. Δεν θα έπρεπε να βλέπουμε τα πράγματα ως νικητές ή ηττημένοι. Είμαστε όλοι το ίδιο, το καράβι μπάζει νερά και είμαστε όλοι μέσα».
Εξηγεί ότι για την έρευνά της στηρίχθηκε σε ό,τι κατάφερε να βρει στα αρχεία, αλλά και στην ταινία του Σίντνεϊ Πόλακ, «Σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν», που την επηρέασε τόσο ως προς την ατμόσφαιρα όσο και ως προς τη δραματουργία. «Κράτησα τα περιστατικά, κάποιους κανόνες, αλλά η αφήγηση που βγαίνει δεν είναι η ίδια», σημειώνει. Η ταινία του 1969, που χάρισε την πρώτη υποψηφιότητα για Οσκαρ στην Τζέιν Φόντα, αποτυπώνει με πολύ σκληρό τρόπο αυτό που διαβάζει κάποιος σε κείμενα ιστορικών. Οι συμμετέχοντες έχουν εκρήξεις θυμού, παραισθήσεις από την αϋπνία και την εξάντληση, και ενώ ξεκινούν με τρομερή ενέργεια, καταλήγουν υποβασταζόμενοι από τους παρτενέρ τους. Διαγωνίζονται, δε, έπειτα από 500-600 ώρες ορθοστασίας, και σε αγώνες βάδην όποτε το ορίζουν οι διοργανωτές. Τα τρία τελευταία ζευγάρια αποκλείονται αυτομάτως.
Η παράσταση ακολουθεί αυτό το μοντέλο: όταν ανοίγουν τα φώτα, οι δεκατέσσερις χορευτές της Carte Blanche είναι παραταγμένοι και στις δύο πλευρές ενός μακρόστενου πάγκου. Εχουν το ίδιο βλέμμα που έχουν οι αθλητές στον στίβο πριν ξεκινήσει ο αγώνας. Καθιστοί και με τα μάτια καρφωμένα στο κοινό, αρχίζουν να λικνίζονται σε ένα έντονο, επαναλαμβανόμενο beat, έχουν κέφι, κάποιοι σηκώνονται, δοκιμάζουν φιγούρες, κάνουν επίδειξη των χορευτικών δεξιοτήτων τους στα υποψήφια ταίρια τους, υπερβάλλουν εαυτόν και για 15 λεπτά πάνε όλα καλά. Ξαφνικά, η μουσική σταματάει, το φως σβήνει, το κοινό χειροκροτεί νομίζοντας ότι το έργο τελείωσε και έπειτα η μουσική ξαναρχίζει. Τώρα δείχνουν όλοι λαχανιασμένοι, κατάκοποι, τα ζευγάρια εναλλάσσονται, κάποιοι χορεύουν σόλο, ενώ βλέπεις και μεγαλύτερους συνδυασμούς. «Με απασχόλησε τι σημαίνει σήμερα το ζευγάρι, το pas de deux, ο χορός των δύο. Οι μαραθώνιοι χορού έγιναν η αφετηρία για να εξερευνήσω αυτή τη σχέση, αλλά και να ερευνήσω τη διαρκή ένταση ανάμεσα στη μοναξιά, στο ζευγάρι και στην κοινότητα. Ακόμη και μέσα σε ένα ζευγάρι υπάρχει μια υπαρξιακή μοναξιά, ταυτόχρονα, όμως, ο ένας στηρίζει τον άλλον. Στο έργο τίποτα δεν μένει σταθερό, οι σχέσεις μεταβάλλονται διαρκώς, οι χορευτές περνούν από το solo στο ζευγάρι και από εκεί στην ομάδα, ενώ με ενδιέφερε να αφήσω ανοιχτό και το ερώτημα ποιος μπορεί να αποτελεί ζευγάρι με ποιον».
Οι μαραθώνιοι χορού έγιναν η αφετηρία για να ερευνήσω τη διαρκή ένταση ανάμεσα στη μοναξιά, στο ζευγάρι και στην κοινότητα. Ακόμη και μέσα σε ένα ζευγάρι υπάρχει μια υπαρξιακή μοναξιά, ταυτόχρονα, όμως, ο ένας στηρίζει τον άλλον.
Χρωματίζοντας τον τίτλο
Σχολιάζω ότι το «Ηow romantic» ανάλογα με το πώς θα χρωματίσεις τη φωνή σου μπορεί να ακουστεί τρυφερά ή σαρκαστικά. Ποια εκδοχή προτιμά εκείνη; «Ο τίτλος είναι σαρκαστικός. Για μένα ο σαρκασμός και η ειρωνεία φέρουν πάντα μια νότα μελαγχολίας, μια νότα τραγικού· είναι σαν να γελάς λίγο με κάτι που στην πραγματικότητα πονάει. Στους μαραθωνίους χορού, ο κόσμος πλήρωνε για να βλέπει ζευγάρια αγκαλιασμένα να χορεύουν για ώρες, ενώ κατά βάθος αυτό που περίμενε ήταν να δει ποιος θα αντέξει. Εκεί βρίσκεται και η ειρωνεία, τι περιμένουμε από ένα ζευγάρι, τι προβάλλουμε πάνω σε μια σχέση. Ηθελα ο τίτλος να είναι σαρκαστικός, αλλά να κρατάει και μια γλυκύτητα. Δεν θέλω να ακούγομαι νιχιλίστρια, δεν είναι ότι απορρίπτω τα πάντα, απλώς κρατάω μικρό καλάθι σε οτιδήποτε έχει να κάνει με μια γλυκιά ματιά πάνω στη ζωή, στην ύπαρξη και κυρίως σε σχέση με την πραγματικότητα».

