Η πρώτη εντύπωση είναι η αστάθεια ως κινητήριος δύναμη· σώματα που γλιστρούν, πέφτουν, ανασηκώνονται, ξαναδοκιμάζουν. Οι φετινές παραστάσεις στο 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας δεν προσπαθούν να κρύψουν την αβεβαιότητα της πραγματικότητας που ζούμε· την κάνουν σκηνικό. Δημιουργούν χώρους όπου τα σώματα των χορευτών φαίνεται να αιωρούνται λίγο παραπάνω απ’ όσο επιτρέπουν οι νόμοι της φυσικής, ενώ ο θεατής αναρωτιέται αν αυτό που βλέπει είναι τεχνική ή τρικ.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κινούνται και οι δημιουργοί που ξεχωρίσαμε και θα παρουσιάσουν τον Ιούλιο τα έργα τους. Ο καθένας τους προσεγγίζει τη ταχυδακτυλουργική και την ακροβατική διάσταση της χορογραφίας από διαφορετική πλευρά – άλλος μέσα από την τεχνική, άλλος μέσα από την αφήγηση, άλλος μέσα από την ίδια την υλικότητα του σώματος. Ολοι μαζί ωστόσο σκιαγραφούν ένα τοπίο στο οποίο ο σύγχρονος χορός ενσωματώνει μαγικές εικόνες που μας κάνουν να «πετάμε».

Ο Γάλλος χορογράφος Γιοάν Μπουρζουά, που φέτος ανοίγει το φεστιβάλ στην Κεντρική Σκηνή (17/7) με την παράσταση «He Who Falls» (Αυτός που πέφτει), ξεκίνησε την καλλιτεχνική πορεία του από τις τέχνες του τσίρκου. Σπούδασε ζογκλερικά και ακροβατικά στη CNAC, στην Εθνική Σχολή Τεχνών του Τσίρκου της Γαλλίας, και στη συνέχεια συνεργάστηκε επί τέσσερα χρόνια με τη φημισμένη ομάδα της Μαγκί Μαρέν, προτού ιδρύσει το δικό του καλλιτεχνικό σχήμα. «Στην εφηβεία, το τσίρκο εμφανίστηκε ως ένας χώρος που μπορούσε να ενώσει επιθυμίες οι οποίες μου φαίνονταν διαχωρισμένες: την αγάπη για την κίνηση, τη σωματική σχέση με τον κόσμο, τη φαντασία, τη γραφή και τη σκηνή. Τότε ένιωσα πως ανακάλυπτα έναν τόπο όπου το σώμα μπορούσε να σκέφτεται όσο και οι λέξεις, και όπου μια πολύ συγκεκριμένη, απτή εμπειρία μπορούσε να μετατραπεί σε μορφή αφήγησης», μας λέει ο ίδιος.
Αυτή η ιδέα του σώματος που σκέφτεται, που βρίσκεται διαρκώς σε διάλογο με τον χώρο και τις αόρατες δυνάμεις που το περιβάλλουν, διατρέχει την έως τώρα δουλειά του. «Πιστεύω, άλλωστε, ότι υπάρχει ένας βαθύς δεσμός ανάμεσα στην ποίηση και στην υπέρβαση των ορίων: η ποίηση γεννιέται συχνά όταν τα συνηθισμένα σύνορα μετατοπίζονται. Σε αντίθεση με ό,τι συνήθως συνδέεται με την ακροβασία, νιώθω να με ελκύει περισσότερο η ευθραυστότητα παρά η δύναμη. Η δύναμη εντυπωσιάζει· η ευθραυστότητα, όμως, συγκινεί», τονίζει ο Μπουρζουά.

Στο «He Who Falls», ίσως το πιο εμβληματικό έργο του, αυτή η ευθραυστότητα αποκτά υλική μορφή. Στη σκηνή, έξι ερμηνευτές –τρεις άνδρες και τρεις γυναίκες– βρίσκονται πάνω σε μια πλατφόρμα που κρέμεται από καλώδια. Οταν η κατασκευή κατεβαίνει οριζόντια και αρχίζει να περιστρέφεται, αρχικά αργά και στη συνέχεια με ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα, οι χορευτές αναγκάζονται να συσπειρωθούν, να ισορροπήσουν και να συνεργαστούν προκειμένου να αντισταθούν στη φυγόκεντρο δύναμη που τους παρασύρει προς τα άκρα, όπου η ισορροπία είναι πάντοτε προσωρινή. «Αυτό που με ενδιαφέρει είναι οι δυνάμεις που δεν βλέπουμε και οι οποίες, παρ’ όλα αυτά, διαμορφώνουν τη ζωή μας. Μου αρέσει η ιδέα ότι ο άνθρωπος αποκαλύπτεται λιγότερο μέσα από την κυριαρχία του πάνω στα πράγματα και περισσότερο μέσα από την ικανότητά του να ανταποκρίνεται σε όσα του συμβαίνουν. Το έργο γεννήθηκε από αυτά τα ερωτήματα: Τι αποκαλύπτει μια ομάδα όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κοινή δύναμη, την οποία κανείς δεν μπορεί να ελέγξει μόνος του; Πώς κατοικούμε έναν κόσμο του οποίου τις δυνάμεις δεν ελέγχουμε ποτέ πλήρως;» διερωτάται ο δημιουργός.
Ψευδαισθήσεις
Ο πολυβραβευμένος Φινλανδός σκηνοθέτης, εικαστικός καλλιτέχνης και ταχυδακτυλουργός Κάλε Νίο αποτελεί μια πρωτοποριακή μορφή στο σύγχρονο θέατρο, συνδυάζοντας την παραγωγή οπτικών τεχνών με τον σύγχρονο χορό, το τσίρκο και την ταχυδακτυλουργία. Στο φεστιβάλ συμμετέχει με το «Tempo», κοινή δημιουργία με τον Βραζιλιάνο Φερνάντο Μέλο. Ο Νίο ξεκίνησε ως ταχυδακτυλουργός, όμως πολύ γρήγορα συνειδητοποίησε ότι η μαγεία που έβλεπε γύρω του δεν αξιοποιούσε πλήρως τις δυνατότητες αυτής της μορφής τέχνης, όπως εξηγεί. Αυτό τον οδήγησε στον κινηματογράφο και σταδιακά στη δημιουργία παραστάσεων που συνδυάζουν την κινηματογραφική έκφραση με τη μαγεία και τις ζωντανές παραστατικές τέχνες.

«Εξακολουθώ να αισθάνομαι ότι σκέφτομαι περισσότερο ως κινηματογραφιστής και μάγος παρά ως άνθρωπος του θεάτρου, παρότι το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μου εκτυλίσσεται πάνω στη σκηνή», υπογραμμίζει στην «Κ». «Με συναρπάζει ο τρόπος με τον οποίο το θέατρο, η μαγεία και το τσίρκο προσεγγίζουν διαφορετικά την έννοια της πραγματικότητας. Στο θέατρο, το κοινό εισέρχεται σε μια κατάσταση εκούσιας αναστολής της δυσπιστίας· δεν αναμένεται συνήθως να πιστέψει ότι όσα συμβαίνουν στη σκηνή είναι πραγματικά. Στο τσίρκο συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Οι δεξιότητες και τα κατορθώματα των καλλιτεχνών είναι απολύτως αληθινά, όμως οι ίδιοι τα εκτελούν με τέτοια άνεση, ώστε να φαίνονται σχεδόν υπερφυσικά, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα σχεδόν αντίστροφο από εκείνο του θεάτρου. Η μαγεία βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο εκδοχές της πραγματικότητας. Το κοινό γνωρίζει ότι αυτό που βλέπει δεν μπορεί να είναι αληθινό· και όμως, όταν η εκτέλεση είναι αρκετά επιδέξια, δεν του απομένει καμία άλλη εξήγηση παρά να το πιστέψει – έστω και συναισθηματικά», καταλήγει. Στο «Tempo» (20/7) η μαγεία δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος μετατοπίζεται, επιβραδύνεται ή κάνει άλματα προς τα εμπρός σε έναν γόνιμο συνδυασμό ταχυδακτυλουργίας και χορογραφίας που παίζει διαρκώς με την αντίληψη που έχουμε για την πραγματικότητα.
Ονειρεύονται να πετάξουν
Οι Fabla Collective από την άλλη είναι μια νεανική πολυεπιστημονική ομάδα παραστατικών τεχνών που συνδυάζει σύγχρονο χορό, τσίρκο και σωματικό θέατρο, με επικεφαλής τον Ινάν Σβεν Ντου Σουάμι και τη Μόιτσα Σπικ. Οι ρίζες της κολεκτίβας βρίσκονται στη Σλοβενία, αλλά ταξιδεύουν δίνοντας υπαίθριες παραστάσεις. Στην Καλαμάτα θα τους δούμε στην κεντρική πλατεία (21/7), και θα συνεχίσουν στην Κόρινθο, στην Αρεόπολη, στο Αργος, στην Τρίπολη και στο Navarino Agora. Με τον τίτλο της παράστασής τους διατυπώνουν ένα ερώτημα: «Ονειρεύονται τα πουλιά να πετάξουν;».

«Κατά κάποιον τρόπο, ο τίτλος είναι ένα τέχνασμα», απαντούν καθώς τους ρωτάμε για την ιδέα του έργου τους πίσω από τον τίτλο. «Τα πουλιά πράγματι ονειρεύονται ότι πετούν – αυτό έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Ομως μέσα στο όνειρό τους η πτήση είναι κάτι τόσο φυσικό και αυτονόητο όσο είναι για εμάς η αναπνοή· δεν την ποθούν, απλώς την αναβιώνουν. Επομένως, το πραγματικό ερώτημα αφορά ένα διαφορετικό είδος ονείρου. Η λαχτάρα για πτήση είναι κάτι βαθιά ανθρώπινο και γήινο. Επιθυμούμε ακριβώς εκείνο για το οποίο το σώμα μας δεν είναι φτιαγμένο και αυτή η επιθυμία είναι που μας ανήκει πραγματικά. Στην ουσία μέσω του τίτλου και της παράστασης αναρωτιόμαστε εάν η ελευθερία είναι κάτι που μπορεί κανείς να κατέχει ή αν είναι κάτι που αναγνωρίζει μόνο μέσα από την απουσία του, μέσα από την ίδια την προσπάθεια να το αγγίξει. Σε αυτό το ερώτημα δεν δίνουμε ποτέ οριστική απάντηση», καταλήγουν.

