ΑΚΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΗΣ
«Στα θερμοκήπια του Αυγούστου»
εκδ. Κίχλη, 2026
σελ. 144
Τα θερμοκήπια μπορεί να περιττεύουν τον Αύγουστο, αλλά στη συλλογή διηγημάτων του Ακη Παπαντώνη ανάγονται σε συνεκτικό σημασιολογικό κρίκο. Η περιβαλλοντική θερμοκρασία υποδηλώνει τη μεταφορική. Εφηβικές (και όχι μόνο) ερωτικές αφυπνίσεις, αψιμαχίες, εμμονές, κρυφά πάθη, συντροφικότητα και ζωές που πνέουν τα λοίσθια ή κακοφορμίζουν. Ο Παπαντώνης διακρίνεται στον μυθοπλαστικό ιμπρεσιονισμό: λεπτοδουλεμένη εικονοποιία, σκιάσεις, αμφισημίες, πειραγμένη προοπτική. «Ο πράσινος Bic με τον ήλιο του ΠΑΣΟΚ», «εκεί που ακουμπούσε η γυμνή της μέση», «μια μπουκαμβίλια [που] έκρυβε όλο το δεξί μισό του σπιτιού», «ένα χωράφι ξερό […] με ταμπέλα “Πωλείται” κι ένα νούμερο κινητού».
Στη ζωγραφική, ο ιμπρεσιονιστής αποτυπώνει τη στιγμή, το φως, τη μεταβλητότητα της αίσθησης. Η εικόνα σαγηνεύει το βλέμμα. Ο παρατηρητής θυμάται την ατμόσφαιρα περισσότερο από το αντικείμενο ή τη θεματική.
Οι αρετές της ζωγραφικής δύσκολα προκρίνονται στη γραφή, ειδικά όταν η λεπτομέρεια της αίσθησης υποσκελίζει το βάρος της δραματουργίας. Ο Παπαντώνης αναδεικνύεται εξαίρετος κατασκευαστής διαθέσεων, εποχών, φωτισμών και ψυχικών αποχρώσεων, χωρίς όμως να κατορθώνει να μετουσιώσει αυτές τις σκιαγραφήσεις σε εξελικτική σύγκρουση ή τραγική αναγκαιότητα. Οι χαρακτήρες του μοιάζουν να αιωρούνται σε ένα νεφέλωμα αισθήσεων αντί να δρουν μέσα σε έναν κόσμο συνεπειών. Ο ήρωας στο «Πάργα (Ι)» θα περιπλανηθεί χωροχρονικά στα υποδειγματικά αποτυπωμένα περίχωρα της τουριστικής κωμόπολης προς αναζήτηση της Γιούντιθ. Το αδιέξοδό του, όμως, θα καταστεί και αδιέξοδο του αναγνώστη.
Η γλώσσα θαυμάζει τις ικανότητές της να παράγει εικόνες. Δεν προσάπτω όμως στον Παπαντώνη αισθητικό ναρκισσισμό. Η ατμόσφαιρα μπορεί να μη γίνεται αυτοσκοπός –για αυτό φροντίζουν οι πολυάριθμες υποσημειώσεις/παρεμβάσεις που προσδίδουν ιστορικότητα στα στιγμιότυπα– αλλά η ισορροπία διαταράσσεται αδόκιμα. Το ύφος και τα συστατικά στοιχεία του μυθοπλαστικού ορίζοντα διογκώνονται εις βάρος της πλοκής· η αισθηματολογία παραγκωνίζει τη σκέψη. Ενώ το αφήγημα εργαλειοποιεί τις αισθήσεις για να υπαινιχθεί την ανθρώπινη κατάσταση, τείνει να αναλώνεται στην αποτύπωση μιας υπερευαισθησίας.
Στο «Ευαγγελισμός», ο ήρωας, έπειτα από μια επίσκεψη στην ετοιμοθάνατη σύντροφό του, για να εκτονωθεί η έντασή του, θα καταφύγει σε παρακείμενο καφενείο όπου θα πιει αλκοόλ, ξεχνώντας ότι όταν πίνει του «έρχονται κλάματα». Στην κηδεία, διαβάζουμε στην κατακλείδα, «δεν άγγιξες αλκοόλ, κι όμως έκλαιγες με αναφιλητά».
Ο Παπαντώνης αναπτύσσει τη δεξιοτεχνία του στην ανατομία των συναισθημάτων, τα οποία όμως τείνουν να παρουσιάζονται σε άμεσα αναγνωρίσιμες, εύληπτες και συχνά προβλέψιμες μορφές. Στο «Ριτσώνα», η καρκινοπαθής ηρωίδα συνειδητοποιεί ότι στο ημερολόγιο αναγνώσεών της «έχει καταχωρήσει δύο φορές τον στίχο του Γκανά “Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη”». Δύο γραμμές πιο πάνω έχουμε διαβάσει ότι δεν είχε «νιώσει άλλη φορά τόσο μόνη».
Η πολυπλοκότητα της εμπειρίας δίνει τη θέση της στην εκλαϊκευμένη συναισθηματική αναγνωρισιμότητα. Ο αναγνώστης βιώνει τον αυτοματισμό της ταύτισης, αλλά δύσκολα αποκομίζει την πρώτη ύλη που θα τον ωθήσει να κοιτάξει τον κόσμο με άλλο βλέμμα. Αντί γόνιμης αμφιβολίας, κανακεύεται, λαμβάνει την εκλεπτυσμένη επιβεβαίωση όσων ήδη αισθάνεται: «Υπάρχει όμως κανείς που να μην ονειρεύεται μία θάλασσα που φτάνει ως την πίσω αυλή ενός σπιτιού, με μια ομπρέλα στερεωμένη στο πυρωμένο μωσαϊκό και δύο ανθρώπους δίπλα δίπλα, με το δέρμα τους να ανατριχιάζει στον αυγουστιάτικο αέρα και τα δάχτυλά τους μπλεγμένα;».
Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, το οποίο φιγουράρει και στο οπισθόφυλλο, ο συγγραφέας διολισθαίνει σε μια μορφή αισθητικού λαϊκισμού: επιδαψιλεύει την εύκολη συγκίνηση, την καλαίσθητη μελαγχολία της απώλειας. Τελικά, υποσκάπτει το βιβλίο με έναν πολύ ερεθιστικό τρόπο: γεννάει την παράδοξη νοσταλγία για αυτό που δεν έχει συμβεί, αλλά ο λόγος του δυναμιτίζει την αξία των προθέσεων. Γράφει ο Μορίς Μέτερλινκ στον «Θησαυρό των ταπεινών»: «Μόλις ντύσουμε κάτι με λέξεις, κατά έναν παράξενο τρόπο το υποτιμούμε. Νομίζουμε πως καταδυθήκαμε στα έγκατα της αβύσσου, κι όμως, όταν επιστρέφουμε στην επιφάνεια, η σταγόνα νερού που τρεμοπαίζει στις χλωμές άκρες των δαχτύλων μας δεν μοιάζει πια με τη θάλασσα από την οποία προήλθε. Πιστεύουμε πως ανακαλύψαμε έναν θησαυρό· όταν όμως ξαναβγαίνουμε στο φως, διαπιστώνουμε ότι δεν φέραμε μαζί μας παρά πέτρες και θραύσματα γυαλιού. Κι όμως, ο θησαυρός εξακολουθεί να λαμπυρίζει στο σκοτάδι, ανέγγιχτος».
Τα διηγήματα του Παπαντώνη στέκουν ως ιδιότυπες καρτ ποστάλ: αποκρυσταλλώνουν οικείες καταστάσεις, χωρίς να οδηγούν σε βαθύτερη κατανόηση του εαυτού ή του κόσμου. Τις καρτ ποστάλ, εξάλλου, δεν τις αγοράζαμε για την εγγενή αξία τους, αλλά για να τις ταχυδρομήσουμε, αφού είχαμε εναποθέσει δικά μας λόγια.

