ΕΡΣΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
«Σενιορίτα»
εκδ. Πατάκη, 2026
σελ. 72
Κάπου στο Μεξικό, σε μια τακερία ελεεινή, κάθεται μόνη σε ένα τραπέζι μια γυναίκα με επικήδεια διάθεση. Ζορίζεται να μη βάλει τα κλάματα. Στο μυαλό της χαίνει ένα πένθος. «Το πρόβλημα είναι οι γιατροί, όχι ο καρκίνος», σκέφτεται στην πρώτη φράση. Σε ένα μπουγαδόσκοινο κρέμονται μάσκες με αποκρουστικές γκριμάτσες, «με μια ξυραφιά για στόμα και μάτια έτοιμα να εκτιναχτούν». Από τα χάσκοντα στόματα τής φάνηκε πως άκουγε τρίξιμο δοντιών. Η μουσική αντηχούσε άλλοτε υστερική και άλλοτε λυγμική. Στο απέναντι πεζοδρόμιο γίνεται πανηγύρι. Βεγγαλικά, κροτίδες, τύμπανα που βροντούν, παράγκες με λουλούδια, σκουπίδια, σκισμένες γιρλάντες, φώτα που τρεμόπαιζαν τσιτσιρίζοντας, θνησιγενείς πυγολαμπίδες που αναβόσβηναν «ματώνοντας τις μικροσκοπικές καρδιές τους κι ύστερα άρχισαν να σβήνουν γρήγορα η μία μετά την άλλη, όλο και πιο γρήγορα». Στους λαιμούς δύο ερωτευμένων κοριτσιών κυλούσε σε «παράφορες τροχιές» ο χυμός ενός φρούτου με φλογώδες, κραυγαλέο χρώμα.
Το ύφος στη νουβέλα της Eρσης Σωτηροπούλου θυμίζει τα πιο πειραματικά έργα της, όπως το «Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα», το «Μεξικό» και τη «Χοιροκάμηλο», αλλά κυρίως παραπέμπει στο μυθιστόρημα «Εύα». Και εδώ η συναισθηματική φόρτιση απολήγει στο σκόρπισμα του μυαλού σε φευγαλέες, ανυπόστατες σκέψεις. Στην επιφάνεια της σελίδας διατηρείται το απόσταγμα της μανικής προσπάθειας της μνήμης να διασώσει κάτι από το αδιανόητο. «Προσπάθησε πάλι να σκεφτεί τι υπήρχε πριν. Και πριν από το πριν. Κι ακόμη πιο πριν από το πριν». Ο καρκίνος, οι γιατροί και ο θάνατος του συντρόφου της. Αλλά το «πριν» που με τρόμο αποζητά η ηρωίδα, πηγαίνει ακόμη πιο πίσω, πριν από την αρρώστια, τη νοσηλεία, την κηδεία. Η μνήμη αρνείται να μιλήσει.
Μες στο χάος του μυαλού, τη γυναίκα κεντάει αίφνης η αίσθηση ενός παλιού τραύματος, μιας ερωτικής ματαίωσης, αίσθηση αβάσταχτη, αφόρητη. Και πάλι οι λέξεις αδυνατούν να ονοματίσουν το ανείπωτο. Η απροσδιοριστία και η αφαίρεση εντείνουν τη φρίκη της απώλειας της ηδονής, η οποία μπορεί να μη χάθηκε ποτέ ή ποτέ να μην κερδήθηκε. Στη «μέση του χάους αγκιστρωμένο σαν αράχνη αυτό το τραύμα, τυφλό με ορθάνοιχτα μάτια να την κοιτάζει ακατάπαυστα. Eνα στίγμα. Μια χαίνουσα πληγή». Μες στη φρικαλέα τακερία, όπου τα πάντα κραύγαζαν απόγνωση, οι σκέψεις της περιδινίζονταν πυρετώδεις, μέχρι που μια φασματική φωνή ακούστηκε, ζητιάνου ή σαμάνου. «Σενιορίτα». Eνα κάλεσμα ή μια ικεσία.
Το μυαλό δεν αντέχει για πολύ το αφόρητο. «Η νύχτα είχε αρχίσει να πέφτει, κομμάτια άσπρο σκοτάδι». Ακολουθώντας τον ανορθολογισμό της νύχτας, η ηρωίδα βάλθηκε να περιγελά την τραγωδία. «Είδε τον καρκίνο σαν έναν μεγάλο χιονάνθρωπο με απλανές βλέμμα και τους γιατρούς μικροσκοπικούς σαν μελισσούλες να ζουζουνίζουν γύρω του». Το φτηνό τέχνασμα δεν ξεγελά την οδύνη. Κάτι ακόμη γελοιότερο χρειαζόταν να επινοηθεί. Ο καρκίνος πάνω σε ένα καρναβαλικό άρμα, να περιφέρεται στους δρόμους της πόλης, ενώ γύρω του τον περιφρουρούν περιδεείς οι γιατροί, βασιλικοί επίτροποι τώρα, βλέποντάς τον ανήσυχοι να αλλάζει διαρκώς σχήματα και μορφές, να στάζει και να παραπαίει, να λιώνει και αμέσως να τήκεται. Και πάλι αποτυχία, «το ντελίριο ήταν ένα μπλιαχ».

Η Σωτηροπούλου είναι δεινή στην ταλάντωση μεταξύ φρίκης και φαιδρότητας. Oπως επίσης διαπρέπει στην αποσιώπηση, προσδίδοντας στην αφήγηση την πύκνωση και τον ακαριαίο αντίκτυπο της ποίησης. Τα κενά μνήμης που διατρυπούν το μυαλό της ηρωίδας υποδεικνύονται σαν κόγχες απερίγραπτου πόνου. Μέσα εκεί, στον πάτο της θλίψης, οι λέξεις μοιάζουν να χάνουν την υπόστασή τους, την ακεραιότητά τους. Από τις χαμένες λέξεις απομένει μια οξύληκτη αίσθηση, «σαν σκλήθρα». Αντιμέτωπες με τον πιο δριμύ πόνο, οι λέξεις φαίνονται λάθος. «Το ουρλλιαχτό θα έπρεπε να γράφεται με δύο λ».
Πασχίζοντας να κάνει μπαράζ σε μια σκέψη που με τίποτα δεν έπρεπε να γίνει λέξη, η ηρωίδα μπλέκεται σε μια ιλαρή αντιδικία με τον αφηγηματικό εαυτό της, τον οποίο μέμφεται για τις γλωσσικές επιλογές του, με αυστηρές παραινέσεις και απερίφραστες αποδοκιμασίες. «Eπιασε τον εαυτό της να αντιδρά σαν να βρισκόταν σε διάλογο με κάποιον που της έφερνε αντιρρήσεις και εκείνη να του αντιπαραθέτει επιχειρήματα, να έχει χάσει την υπομονή της, να βράζει από θυμό κι ο τόνος της συζήτησης να ανεβαίνει. Για κάποιο λόγο η φωνή της λογικής ήταν ανδρική».
Η Σωτηροπούλου δεν θα επέτρεπε ποτέ στη γραφή της να μιλήσει γυναικεία, δηλαδή να καταφύγει σε έναν μελοδραματισμό πρόσβαρο από αυτολύπηση. Ακόμη και όταν προς το τέλος του βιβλίου οι υπεκφυγές και οι μεταφορές παραμερίζονται από μια απηνή κυριολεξία, που φέρνει στις σελίδες γιατρούς, αίθουσες αναμονής, μονάδες εντατικής θεραπείας, ατέρμονες ουρές στον ΕΟΠΥΥ, επιθανάτιους ρόγχους και ανοιχτούς λάκκους, ο πόνος παραμένει άφατος, ασύλληπτος τόσο για τη σκέψη όσο και για τη λέξη. Θα το ξαναπώ, η Eρση Σωτηροπούλου είναι κορυφαία συγγραφέας.

