Η μυρωδιά του καφέ γαργαλούσε τα ρουθούνια των Αθηναίων στη Στοά Καλλιγά, εκεί όπου βρισκόταν το Μπραζίλιαν. Εμπαινες ή έβγαινες από Σταδίου και Καραγεώργη της Σερβίας και είχες την αίσθηση ότι περπατούσες σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Ακόμη και τότε (γύρω στο 1960) όταν πολλά ιστορικά μέγαρα στο κέντρο της Αθήνας κατεδαφίζονταν χωρίς καν να τα θρηνήσει κανείς (έστω υπήρχαν κάποιοι «ρομαντικοί), η Αθήνα αναδυόταν μοντέρνα, πιο καθαρή, πιο φωτεινή, με πίστη ότι αύριο η ζωή θα ήταν καλύτερη.
Σε εκείνη την Αθήνα, όπου μοντέρνα καφέ και ζαχαροπλαστεία συνυπήρχαν με τα καφενεία, τα γαλακτοπωλεία και τα ουζερί του 1900, στερεωνόταν η κουλτούρα του καφέ. Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να εξέταζε κανείς τη διάδοση του καφέ μέσα στην αστική κοινωνία και να έβλεπε τα στάδια του εξαστισμού παράλληλα με την ποικιλία των ειδών του καφέ που μπορούσε κάποιος να πιει στην Αθήνα. Δύσκολα ένας Ελληνας του 1920 ή ακόμη και του 1970 θα μπορούσε να φανταστεί την εξάπλωση του εσπρέσο στην Ελλάδα και πώς αυτή αντανακλάται στη λειτουργία της πόλης.

Αλλά το θέμα μας είναι πιο πολύ εκείνη η παλιομοδίτικη με τα σημερινά μάτια και γι’ αυτό πάντα γοητευτική ατμόσφαιρα των μεγάλων καφέ και ζαχαροπλαστείων γύρω από το Σύνταγμα, αλλά και στη Σταδίου, στην Πανεπιστημίου, στο Κολωνάκι, στα Χαυτεία. Ειδικά, όμως, γύρω από το Σύνταγμα, υπήρχε εκείνο το κοινωνικό πηγαινέλα της μεσαίας τάξης, ήδη από τον 19ο αιώνα, και με ένταση σε όλη τη διάρκεια του 20ού.
Δεν μπορεί να υπάρξει βιογραφία της πλατείας Συντάγματος χωρίς ειδικό κεφάλαιο στο ιστορικό καφενείο του Ζαχαράτου, εκεί όπου σήμερα το ξενοδοχείο Athens Plaza, ή στο επίσης ιστορικό τεϊποτείο του Ζαβορίτη (όπου σύχναζαν και πολλές κυρίες), πάνω στην πλατεία, στην αριστερή γωνία με την Ερμού. Στεγασμένα και τα δύο σε ιστορικά νεοκλασικά μέγαρα του 19ου αιώνα, στο Μέγαρο Βούρου ο Ζαχαράτος, στο Μέγαρο Κορομηλά ο Ζαβορίτης, τα δύο αξέχαστα «Ζ» της πλατείας Συντάγματος, κατέρρευσαν σχεδόν ταυτόχρονα, στην αρχή της δεκαετίας του ’60, όταν τα παλιά κτίρια ολόγυρα κατεδαφίζονταν.

Υπήρχαν όμως ακόμη πολλά, τόσα ώστε να συντηρείται εκείνη η επίφαση μεσοαστικής κομψότητας στις προθήκες των λεωφόρων. Οπως στην Πανεπιστημίου, όπου η γειτνίαση του Ζόναρ’ς με τον Φλόκα στο κτίριο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού ήταν το απαύγασμα της ανέμελης απόλαυσης όσων αγαθών μπορούσε να προσφέρει η ζωή στην πρωτεύουσα. Στη Σταδίου, ο Πέτρογκραντ και ο Λουμίδης, στην Πανεπιστημίου το Πικαντίλυ, ο Τσίτας, τα Ηνωμένα Βουστάσια, η Αστόρια πιο κάτω στα Χαυτεία με το μεγάλο μπόιλερ για τον αμερικάνικο καφέ. Εσπρέσο έπινες σε αυτά τα κεντρικά καφέ, αλλά στα σπίτια ο ο κόσμος απολάμβανε τον τούρκικο (αρχίσαμε να τον λέμε ελληνικά σταδιακά μετά το 1974).
Ηδη, όμως, από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, ο στιγμιαίος καφές (όπως και τα αναψυκτικά) έγινε ταυτόσημο της μοντέρνας και πρακτικής ζωής. Συνυπήρξε ο στιγμιαίος για δεκαετίες με τον ελληνικό και ο εμπλουτισμός των καταλόγων των καφενείων και ζαχαροπλαστείων ήταν πάντα ένας καθρέφτης εισαγωγής νέων γεύσεων και νέων τάσεων. Ποιος θυμάται τι μπορούσε να παραγγείλει ένας πελάτης το καλοκαίρι, πέρα από τις πάστες; Μήπως παγωτό κασάτο, άις-κριμ σόδα, πες-μελμπά, σικάγο ή αρμενοβίλ;

Είναι πάντως ήττα της μεσοαστικής Αθήνας ότι δεν μπόρεσε να διατηρήσει στο κέντρο ούτε ένα από τα ιστορικά καφέ της. Μια χαρτογράφηση όσων χάθηκαν μαζί με όλη την εικονογραφία και τον συμβολισμό, με φωτογραφίες, καταλόγους, διαφημίσεις και σερβίτσια, θα ήταν μία πύλη συναρμολόγησης ενός χαμένου αστικού πολιτισμού.

