ΝΙΚΟΣ ΑΜΑΝΙΤΗΣ
Ο αγνοούμενος του Ματαρόα
εκδ. Μεταίχμιο, 2025 σελ. 668
Η πραγματικότητα είναι ανεξάντλητη. Το αντιληπτικό πεδίο –κατοπτρισμός του οπτικού–, δίχως όρια. Το να αφιερώσει κανείς σχεδόν επτακόσιες σελίδες σε έναν «αγνοούμενο» φαντάζει υπερβολή. Υποδηλώνει όμως τον βαθμό αφοσίωσης, που προσδίδει αξία σε αυτό το βραδυφλεγές μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα. Ο Νίκος Μπαλόγιαννης, ο αφανής ζωγράφος του οποίου τη ζωή αναπλάθει ο Νίκος Αμανίτης, είναι ένας ιδιοσυγκρασιακός αντιήρωας. Φοιτητής στην Καλών Τεχνών, θα αναχωρήσει με υποτροφία για το Παρίσι το 1938. Συμφοιτητής με τον Μόραλη στην École des Beaux-Arts, θα ερωτευτεί τη Μουν, επίσης ζωγράφο. Μαζί θα ζήσουν μια σύντομη περίοδο ευτυχίας, πριν από το ξέσπασμα του πολέμου. Ο Μπαλόγιαννης θα επιστρέψει. Θα πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο, θα τραυματιστεί, θα βιώσει Κατοχή και Δεκεμβριανά, προσχωρώντας στο ΕΑΜ. Το ’45 θα φύγει ξανά για Παρίσι, αυτή τη φορά με το θρυλικό «Ματαρόα», λίγο πριν βρεθεί στην Αμερική.
Η ταμπέλα του «αγνοουμένου» συνιστά ιδανικό μυθοπλαστικό χαρτί: όσο λιγότερα μπορεί να συμπεράνει με βεβαιότητα ο Αμανίτης για τον αφανή Μπαλόγιαννη, τόσο περισσότερα δύναται να επινοήσει. Ενας πίνακάς του, κρεμασμένος από πάντα στο σαλόνι του πατρικού, «που [τον] ακολουθεί στους τοίχους όλων των σπιτιών όπου έχ[ει] ζήσει», θα αποτελέσει την πύλη εισόδου. Ο Αμανίτης θα εντοπίσει την κόρη του Μπαλόγιαννη στην Αμερική. Ενα «ρολό χαρτί μήκους 27 μέτρων που θυμίζει το ρολό όπου ο Τζακ Κέρουακ έγραψε το On the Road», μια σειρά ανεπίδοτων επιστολών προς τη Μουν, που συντάσσονται στην κατοχική Αθήνα, θα περιέλθει στα χέρια του.
Ο συγγραφέας, που ξεκινάει την έρευνα για τον Μπαλόγιαννη τον καιρό του εγκλεισμού της πανδημίας, παρουσιάζει εκλεκτικές συγγένειες με τον ζωγράφο. Αμφότεροι εγκλωβισμένοι: ο ένας στο ατελιέ του γράφει στη Μουν για να περισώσει ψήγματα λογικής· ο άλλος, για να νοηματοδοτήσει τον χαμένο χρόνο.
Η αναφορά στον Κέρουακ δεν είναι τυχαία. Τον Μπαλόγιαννη χαρακτηρίζει αέναη φυγή, μια αίσθηση ανικανοποίητου. Ενσαρκώνει, όμως, και μια εθνική συνείδηση. Η δουλειά του Αμανίτη λειτουργεί κυκλωτικά. Στο πρόσωπο του αγνοούμενου Μπαλόγιαννη σκιαγραφείται αδρά και ένας επαναστάτης της διπλανής πόρτας. Η λαογραφική/ηθογραφική επιθεώρηση του συγγραφέα, έτσι όπως εκθέτει με αβρότητα λεπιδοπτερολόγου την καθημερινότητα του Μεσοπολέμου, αναδιφά μυθοπλαστικά τις καταβολές μιας οικείας νεοελληνικής μανιέρας: μιας τακτικής ίσων αποστάσεων που ενέχει ισόποσες δόσεις δόλου και αφέλειας. Αν, όμως, ξύσει κανείς κάτω από την επιφάνειά της, ανακαλύπτει πάθη και διονυσιασμούς που ουδόλως συνάδουν με την έννοια της μεσότητας. Ο Αμανίτης σημειώνει τα λόγια του Μπαλόγιαννη –«εγώ είμαι συντηρητικός δημοκράτης και έχω μια κλήσιν στο μοναρχικόν βασιλικόν καθεστώς»–, που μπορεί να στέκουν ως εκφάνσεις του Διχασμού, στα όρια αστεϊσμού, αλλά είναι και βαθύτερες αποτυπώσεις μιας ταυτοτικής ασυνέπειας της εποχής (και όχι μόνο).
Ο ίδιος ο συγγραφέας ανάγεται σε ήρωα του αφηγήματός του, έτσι όπως αυτομυθογραφείται να αναζητάει απαντήσεις στα διαδοχικά αδιέξοδα που ορθώνονται μπροστά του. Συνάπτει φιλικές σχέσεις με κατιόντες των ανθρώπων που διερευνά, ενώ, μετά το πέρας της πανδημίας, ταξιδεύει στη Γαλλία όπου επιδίδεται σε πρωτογενή έρευνα πεδίου. Δεν «ερωτεύεται» όμως μόνο τη Μουν. Σαγηνεύεται και από την περσόνα του ρεπόρτερ που ενσαρκώνει ο ίδιος, όπως αυτή αναδύεται, ενίοτε αποπροσανατολισμένη αλλά διαρκώς παθιασμένη, μέσα από τον λαβύρινθο της αφήγησης.
Ο Αμανίτης ανακαλύπτει και αναγνωρίζει κάτι που η σημασία του δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί. Ο ρεπόρτερ, όταν λειτουργεί αυθεντικά, ανακαλύπτει στο θέμα του τον ίδιο του τον εαυτό, τα συναισθήματά του και τις σκέψεις του, τις ελπίδες του και τους ενδοιασμούς του. Αυτά τον υποκινούν να συνεχίσει, αλλά οφείλει να κρατήσει αποστάσεις. Ο ερευνητής Αμανίτης δυναμιτίζει την αξία του έργου του όταν τον συνεπαίρνει η ταύτιση με τα συναισθήματα και τις πράξεις του Μπαλόγιαννη. Σε σημεία πλατειάζει, επαναλαμβάνεται, ενώ αλλού αφήνεται σε αισθηματολογίες. Παραδόξως, είναι αυτή η αδυναμία του να κρατήσει αποστάσεις που αναδεικνύει το μυθιστόρημα σε κιβωτό επιτευγμάτων και ολισθημάτων. Είναι η αδυναμία του να σταθεί ψυχρός και αμέτοχος παρατηρητής που μεταμορφώνει το κείμενο σε λογοτεχνικό έργο. Διαφορετικά, θα παρέμενε ένα «long read» αξιώσεων ή ακόμα και ρεπορτάζ δημοσιευμένο σε συνέχειες στον ημερήσιο Τύπο.
Ο πρωτοεμφανιζόμενος Αμανίτης κατασκευάζει το γνώριμο εκμαγείο του δημοσιογράφου και σταδιακά το αποδομεί, το θρυμματίζει. Στο τέλος απογυμνώνεται. Ως συγγραφέας πλέον, συνθηκολογεί με το τυχαίο, το εφήμερο και το απρόβλεπτο, τα οποία καθόρισαν όχι μόνο τη σύλληψη, τη δομή και τη σύνθεση του βιβλίου, αλλά και την ίδια τη ζωή του, όπως ρητά αποκαλύπτεται στην τελευταία πρόταση.

