Χ. Α. ΧΩΜΕΝΙΔΗΣ
«Δεκατρία»
εκδ. Πατάκη, 2026
σελ. 320
Η ζωή των περισσότερων ανθρώπων δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, πέρα για εκείνον που τη ζει. Εξαιρούνται οι εξέχουσες προσωπικότητες και οι συγγραφείς, οι μεν επειδή συνήθως έχουν ενδιαφέρουσες ζωές, οι δε επειδή ξέρουν από ψέματα. Ο Χρήστος Χωμενίδης θητεύει επί μακρόν στα λογοτεχνικά ψεύδη και διαθέτει το χάρισμα να μεταστοιχειώνει το πιο επουσιώδες στιγμιότυπο σε αξιοανάγνωστο γεγονός. Στο πρόσφατο βιβλίο του αφηγείται τη ζωή του μέχρι τα δεκατρία, όταν έχασε τον πατέρα του. Ωστόσο, λιγότερο αυτοβιογραφείται και περισσότερο μυθολογεί. Αλλωστε στην αυτομυθοπλασία εκείνο που μετράει είναι το δεύτερο συνθετικό. Ο Χωμενίδης γράφει για την οικογένειά του σαν να ξεφυλλίζει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Αυτό το μυθιστόρημα διαβάζουμε.
Ενα τσίρκο φιλοξένησε το πρώτο ραντεβού των γονιών του. Ο γιος νιώθει τέκνο του τσίρκου· «ένα τσίρκο είμαι, που στήνει διαρκώς φαντασμαγορίες, σκαρφίζεται νούμερα, δαμάζει όσο μπορεί τα άγρια ζώα μέσα του…». Οπως επιβεβαιώνει η πεζογραφία του, όπου συχνά η σαχλαμάρα καταντάει οδοστρωτήρας, ο Χωμενίδης λαχταρά το αστείο, το ευτράπελο. Γι’ αυτό από τους συγγενείς του εκτιμά ιδιαίτερα όσους με φλέγμα ξεπερνούσαν τις όποιες συμφορές τους. Σε αυτούς επιφυλάσσει τις πιο τρυφερές προσωπογραφίες. Αντιθέτως, θλίβεται για όσους στερούνται την ικανότητα της ιλαρότητας. Γράφοντας, λόγου χάριν, για τον εκ μητρός παππού του, τον Βασίλη Νεφελούδη, παλιό βουλευτή του ΚΚΕ, θαυμάζει ολόψυχα την αφοσίωσή του στα ιδεώδη του, αλλά λυπάται που εκείνος ο φωτεινός, αισιόδοξος άνθρωπος δεν είχε αυτοσαρκασμό. Το γέλιο είναι ρωγμή. «Η εσωτερική εκείνη ρωγμή, η αίσθηση του παράλογου που σε αφήνει μετέωρο, σου δίνει όμως μια πικρή, γλυκιά σοφία».
Οταν η μητέρα του τον πηγαίνει στις 16 Νοεμβρίου του 1973 έξω από την πύλη του Πολυτεχνείου, το αγόρι σκέφτεται ενθουσιασμένο πως εκεί πέρα γινόταν «κάτι που έμοιαζε με τεράστια σκανδαλιά και με εξαίσια συνάμα γιορτή». Το χιούμορ αντέχει ακόμα και όταν η αφήγηση φτάνει στην αρρώστια του πατέρα του. «Αντέχει το χιούμορ στην αρρώστια; Γελάνε οι μελλοθάνατοι;». Ναι, στα βιβλία του Χωμενίδη γελάνε. Οι τελευταίοι μήνες του πατέρα του περιγράφονται υπό το βλέμμα του έφηβου αγοριού σαν ξέφρενο, παρανοϊκό γλέντι.
«Πρέπει να κοιτάμε καχύποπτα τους εφέστιους θεούς μας. Να αμφισβητούμε τους μύθους που τους εξιδανικεύουν. Να ανακαλύπτουμε το ψέμα που κουκουλώθηκε, την προδοσία ή το τραύμα που αποσιωπήθηκε, ώστε να μη χαλάσει η εικόνα της οικογένειας. Οσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα στη φάβα αυτή κανένα λάκκο». Ο Χωμενίδης δεν εξιδανικεύει, οπισθοχωρεί στον χρόνο για να ξαναβρεί τη χαρά που του χαρίστηκε από τους γονείς του. Η Νίκη Νεφελούδη και ο Αλέξανδρος Χωμενίδης τού δώρισαν μια παραμυθένια παιδική ηλικία, γεμάτη φιλιά και χάδια. Εχει κάθε λόγο να τους ευγνωμονεί.

Η πολιτική, κυρίως η Αριστερά, με τις παλινωδίες, τις αντιφάσεις, τις φαντασιοπληξίες της και τα αυτοκτονικά της λάθη, επανέρχεται στις σελίδες. Δεν είναι απλώς μια κορνίζα, είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο καρφώθηκαν οι ζωές των προπατόρων. Ο Χωμενίδης ατενίζει τα οράματα και τις ματαιώσεις τους με πικρό μειδίαμα, δίχως ίχνος σαρκασμού. Κάνοντας λογοπαίγνιο με το επίθετο του παππού του, τον φαντασιώνεται να παραμερίζει τη ματαιότητα για να επιχειρήσει μια έφοδο στον ουρανό, στα σύννεφα, στις «νεφέλες». Ο γονείς του ήταν παιδιά της ηττημένης στον Εμφύλιο Αριστεράς, που αγωνιούσαν να απαλλαγούν από τα προγονικά τραύματα. Θα έφτιαχναν τον δικό τους ουρανό. «Εφτιαξαν τον δικό τους πλανήτη με τα δικά τους ψυχικά υλικά. Τον τροφοδότησαν με μουσικές, ταινίες, παραστάσεις». Το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης εστιάζεται σε μικρές, καθημερινές συγκινήσεις. Η «περιστεροφωλιά» της Δροσοπούλου, ένα διαμέρισμα πενήντα τετραγωνικών, κατάμεστο από αγάπη, οι βόλτες στο Πεδίον του Αρεως και στη Φωκίωνος Νέγρη, τα μαθήματα ποδηλάτου με τον πατέρα, τα θαλάσσια λουτρά στην πλαζ της Βουλιαγμένης, ένα τρενάκι, οι προεφηβικοί πόλεμοι στο προαύλιο, το πρώτο στερεοφωνικό συγκρότημα, η πρώτη τηλεόραση, η πρώτη γραφομηχανή. Σε αυτή τη γραφομηχανή ο δεκάχρονος Χωμενίδης ανακάλυψε πως μια εκδρομή στην Πάρνηθα μπορούσε χάρη στις λέξεις να εξυψωθεί σε ανάβαση στα Ιμαλάια.
Αναμφίβολα ο Χωμενίδης είναι χαρισματικός παραμυθάς, ενώ επίσης χειρίζεται άριστα τον αφηγηματικό ρυθμό. Ετσι, κάθε μικροεπεισόδιο του βιβλίου αποκτά αβίαστα τη βαρύτητα την οποία του αποδίδει εκείνος που αφηγείται. Οι σελίδες αποτυπώνουν μια ιλουστρασιόν εκδοχή της αληθινής ζωής. Ούτως ή άλλως η συγγραφική μνήμη δεν δυσκολεύεται να κάνει παραχωρήσεις στη φαντασία. «Η οικογενειακή μυθολογία είναι σαν την πλαστελίνη. Της δίνεις όποιο σχήμα θες εσύ». Εξερευνώντας με δαιμόνια περιέργεια τα στοιχεία της πρώτης δεκαετίας της ζωής του, ο Χωμενίδης μετέπλασε τη γενέθλια Κυψέλη σε καλειδοσκόπιο, όπου στραφταλίζουν ιδιάζοντες ανθρωπότυποι, αιμοβόρες ιστορίες και ρετρό ενσταντανέ.
Το 2014 ο Χωμενίδης δημοσίευσε το μυθιστόρημα «Νίκη», όπου εξεικόνισε ένα υπέροχο πορτρέτο της μητέρας του. Με το πρόσφατο μυθιστόρημά του ολοκληρώνει αυτή τη χειρονομία αγάπης, καταγάγοντας μια δεύτερη νίκη.

