«Ελα αύριο να δεις πρόβα», μου λέει ο αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου στη «Szultenburger», παραδοσιακή γερμανική ταβέρνα (την οποία όμως έχει Ελληνας, ο Δημήτρης!) στο κέντρο του Γκέτινγκεν. Είμαστε μαζί με μουσικούς του από την Ορχήστρα του Διεθνούς Φεστιβάλ Χέντελ της πόλης. Ο Πέτρου είναι εδώ ο καλλιτεχνικός διευθυντής, θέση από την οποία έχουν περάσει ο σερ Τζον Ελιοτ Γκάρντινερ, ο Νίκολας Μαγκίγκαν κ.ά. Την επομένη, στο Jungenstheater παρακολουθώ πρόβα του «Μεσσία»: ο Πέτρου κάθε τόσο διακόπτει για να δώσει οδηγίες στα αγγλικά. Οταν η υψίφωνος Αννα Μαρία Λάμπιν ολοκληρώνει την άρια «I Know that my Redeemer Liveth», οι μουσικοί επικροτούν την ερμηνεία χτυπώντας τα δοξάρια τους στα αναλόγια.
Αργότερα ο Πέτρου με οδηγεί στο βιετναμέζικο εστιατόριο «Gamie», στην καρδιά του Γκέτινγκεν, με το ονομαστό πανεπιστήμιο, από το οποίο πέρασε και ο Γεώργιος Βιζυηνός το 1875.
Αυτός που δεν επισκέφθηκε ποτέ το Γκέτινγκεν είναι ο Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ. Γεννημένος το 1685 στο Χάλε, το 1710 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου και πέθανε το 1759. Στο Λονδίνο ο Χέντελ έγραψε το πασίγνωστο «Αλληλούια» του «Μεσσία», συνέθεσε τον ύμνο «Zadock the Priest», που παίζεται στις στέψεις των Αγγλων βασιλέων (και –παραποιημένος– σε αγώνες Champions League), όμως ο Χέντελ οφείλει μέγα μέρος της αθανασίας του στις όπερες.
Εδώ κολλάει το Γκέτινγκεν: το 1919 ο Γερμανός ιστορικός τέχνης και μουσικολόγος Οσκαρ Χάγκεν ανάρρωνε από τη φονική τότε ινφλουέντσα. Στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου ξέθαψε παρτιτούρες από όπερες του Χέντελ που τον κατέστησαν περιζήτητο στην εποχή του (και λατρεύονται σήμερα), όμως το 1919 ήταν τελείως ξεχασμένες. Αυτό άλλαξε χάρη στην επιμονή του Χάγκεν.
Το φεστιβάλ ξεκίνησε το 1920 με ιδιωτικές παραστάσεις, αλλά ο ενθουσιασμός όλων ήταν τέτοιος, που οδήγησε τον Χάγκεν τον Ιούνιο του 1920 να οργανώσει στο δημοτικό θέατρο του Γκέτινγκεν το ανέβασμα της όπερας «Ροντελίντα» του Χέντελ. Αυτή η παράσταση πυροδότησε την «Αναβίωση της όπερας του Χέντελ».
«Φέτος κλείνω το φεστιβάλ με ένα ορατόριο και μια όπερα, τον “Μεσσία” και τη “Δηιδάμεια”, μου λέει ο Πέτρου. «Είναι και τα δύο γραμμένα το 1741 και έχουν άμεση σύνδεση διότι το ένα γράφηκε αμέσως μετά το άλλο: η “Διηδάμεια” σηματοδότησε το τέλος του Χέντελ ως συνθέτη όπερας στην Αγγλία και ο “Μεσσίας” την εποχή των μεγάλων ορατορίων».
Η προσέγγιση του μαέστρου
Ο Πέτρου είναι διεθνώς αναγνωρισμένος (και πολυβραβευμένος) για τις «ιστορικά ενημερωμένες ερμηνείες» έργων μπαρόκ είτε μπροστά στο κοινό είτε στο στούντιο (Deutsche Grammophon, Decca, MDG). Είναι η προσέγγιση που αποπειράται να αποτυπώσει τον ήχο και το ύφος μιας σύνθεσης έτσι όπως ακούστηκε στην εποχή του συνθέτη. Εμφαση δίδεται στη χρήση οργάνων εποχής, καθώς όλα τα μουσικά όργανα έχουν περάσει από πολλές τροποποιήσεις μέσα στους αιώνες.
Βεβαίως, ο Πέτρου έχει διευθύνει και όπερες του μπελ κάντο (με συμμετοχή στο μεγάλο φεστιβάλ Ροσίνι στο Πέζαρο) έως κλασικά και ρομαντικά έργα, ελληνικές οπερέτες αλλά και αμερικανικό μιούζικαλ. Τον θυμάμαι το 2012 στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση να διευθύνει την Καμεράτα στην 7η του Μπετόβεν και στο μπαλέτο «Τα πλάσματα του Προμηθέα», με τη συνεργασία της ομάδας χορού Griffon (χορογραφία: Ιωάννα Πορτόλου), συνδυάζοντας την ιστορικά ενημερωμένη ερμηνεία ενός κλασικού έργου με τον σύγχρονο χορό.

Οπως μου εξηγεί, «πέρασαν χρόνια μέχρι να πειστεί ο κόσμος ότι αυτή η προσέγγιση έχει μουσική αξία και όχι απλώς ιστορική. Μιλώ για προσέγγιση: όσο κι αν προσπαθούμε, δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε απόλυτα πώς ακούγονταν αυτά τα έργα την εποχή του Μπαχ και του Χέντελ. Επιπλέον, μαθαίνεις από αυτήν την προσέγγιση: ποια ήταν η εξέλιξη στον 18ο και τον 19ο αιώνα. Καταλαβαίνεις γιατί ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν έγραψαν κάτι έτσι και όχι αλλιώς».
Ο Πέτρου έκλεισε πενταετία ως καλλιτεχνικός διευθυντής στο Γκέτινγκεν. Ομως οι Γερμανοί ανανέωσαν τη θητεία του για άλλα πέντε. «Πήγε καλά αυτό το πρότζεκτ. Είναι όλοι ευχαριστημένοι εδώ κι εγώ κάνω αυτά που θέλω. Οικονομικά είναι δύσκολα – αλλά και πού δεν είναι; Κυρίως το επίπεδο των μουσικών είναι πολύ υψηλό εδώ. Eχουμε αυτήν την καταπληκτική ορχήστρα, στην οποία έχουν συγκεντρωθεί κορυφαίοι μουσικοί από όλο τον κόσμο. Απολαμβάνω να δουλεύω σε αυτό το φεστιβάλ, διότι όταν έχεις την ευκαιρία να κάνεις αυτή τη μουσική σε τέτοιο επίπεδο είναι χαρά Θεού».
Υψηλού επιπέδου μουσικοί συμμετέχουν στο φεστιβάλ γενικότερα, κρίνοντας και από τις εξαιρετικές συναυλίες μικρών συνόλων είτε στις εκπληκτικές αίθουσες του πανεπιστημίου είτε στις εκκλησίες της πόλης: ντούο Lucescuro, Les Arcanes Baroque, Baroque Influencers, Ερικ Μπόσκραφ με το σύνολο Folobarocco.
Τη βραδιά του «Μεσσία», στη μεγάλη αίθουσα Stadthalle, ξεχωρίζω καλύτερα, συγκριτικά με την πρόβα, αυτό που μου έλεγε ο Γιώργος για τους εκπληκτικούς τρομπετίστες που έχει η ορχήστρα (παίζουν την μπαρόκ τρομπέτα, χωρίς πιστόνια) και τον Καναδό βαρύτονο Ντρου Σαντίνι, ειδικά στο «The Τrumpet Shall Sound». Ομως η απόλυτη ευδαιμονία έρχεται με τα δύο καταληκτικά μέρη του έργου, με τη χορωδία να απογειώνεται στο «Worthy is the Lamb that was Slain» και βέβαια στη φούγκα του «Amen». Το κοινό αποθεώνει τους ερμηνευτές στο φινάλε και όταν λίγη ώρα αργότερα καθόμαστε στον πεζόδρομο έξω από την ταβέρνα του Δημήτρη, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Γερμανών που περνάει αναγνωρίζει τον Πέτρου και κοντοστέκεται για να «υποβάλει τα σέβη του στον μαέστρο».
Με τη «Δηιδάμεια» το φετινό φεστιβάλ έκανε πρεμιέρα, με την όπερα αυτή έκανε και το γκραν φινάλε του, στο ιστορικό θέατρο της πόλης, το Deutsches Theater. Εδώ ο Πέτρου υπογράφει όχι μόνο τη μουσική διεύθυνση, αλλά και τη σκηνοθεσία.
Η παράσταση είναι συμπαραγωγή με το ιρλανδικό θέατρο του Γουέξφορντ. «Κατά κανόνα, οι παραγωγές στήνονται αλλού διότι στο Γκέτινγκεν δεν έχουμε την κατάλληλη υποδομή», μου εξηγεί ο Πέτρου. «Eχουμε κάνει και εδώ παραγωγές στο παρελθόν, αλλά είναι πιο απλό να ξεκινήσουμε από ένα ήδη υπάρχον θέατρο που έχει όλους τους συντελεστές και να σχεδιάσουμε όλο το παζλ. Ξεκινάς από το θέατρο και πας μετά στην παραγωγή. Και ελπίζουμε η συγκεκριμένη παράσταση να πάει σε άλλες χώρες, ήδη έχουν γίνει συζητήσεις».
Ελληνικό χρώμα
Γιατί όμως επέλεξε το συγκεκριμένο έργο; «Διότι είναι πολύ ιδιαίτερο – και έχει έντονα ελληνικό χρώμα: ο Αχιλλέας κρύβεται, μεταμφιεσμένος σε γυναίκα, στη Σκύρο, απ’ όπου περνάει ο Οδυσσέας, καθ’ οδόν για τον πόλεμο στην Τροία, για να τον πείσει να συμμετάσχει στην εκστρατεία. Πρέπει όμως πρώτα να τον αναγνωρίσει. Εδώ υπάρχει ένα κωμικό στοιχείο. Oμως, από την άλλη, ο Αχιλλέας έχει ερωτευθεί τη Δηιδάμεια, παντρεύονται στο τέλος – αλλά υπό τον όρο να φύγει αμέσως μετά τον γάμο για τον πόλεμο. Οπότε δεν ξέρω πόσο κωμωδία είναι εντέλει. Το έργο πραγματεύεται αυτήν την αέναη εσωτερική σύγκρουση, που όλους μας ταλανίζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ανάμεσα στην επιθυμία και στο καθήκον».
Η ένταση που περιγράφει ο Πέτρου αναδύεται μέσα από τη μουσική του Χέντελ, οι όπερες του οποίου έχουν έναν ιδιαίτερα αισθαντικό χαρακτήρα πολύ λεπτών αποχρώσεων. Εδώ, στις σκηνές όπου κυριαρχεί ένας εξαιρετικός σύγχρονος ερμηνευτής του λυρικού θεάτρου, ο Βραζιλιάνος Μπρούνο ντε Σα, εκπληκτικός ως προς τη θεατρικότητά του αλλά και ως προς τη φωνή (είναι φυσική σοπράνο!), ο αισθησιασμός είναι διάχυτος.
Η σκηνοθεσία του Πέτρου παρουσιάζει ειδικό ενδιαφέρον: τοποθετεί τη δράση της όπερας παράλληλα με τις χορογραφημένες κινήσεις σύγχρονων ξένων τουριστών στη Σκύρο. Πέρα από το έμμεσο ειρωνικό σχόλιο για τη σχέση αρχαίου κλέους και σύγχρονου τουρισμού, ο τρόπος που διπλώνει ο χρόνος εδώ υποδηλώνει τη διαχρονικότητα των ανθρώπινων αγωνιών και επιθυμιών: στον πυρήνα τους παραμένουν ίδιες.
Επιπλέον, ο Πέτρου ρίχνει κάθε τόσο ένα διαφανές τούλι στη σκηνή όπου παράλληλα με τη σκηνική δράση προβάλλονται πάνω του εικόνες και κινήσεις που ο ίδιος σχεδίασε μέσω ΑΙ, προσδίδοντας άλλοτε έναν τόνο φαντασμαγορίας και άλλοτε κάτι υποβλητικό, αέρινο στην όλη ατμόσφαιρα. Ομως το εφέ αυτό προσφέρει και ένα στοιχείο προβολής στο μέλλον: ο Αχιλλέας όχι μόνον αφήνει τον έρωτα για να πάει στον πόλεμο, αλλά θα βρει εκεί τον θάνατο.
Η «Δηιδάμεια» του Γκέτινγκεν έχει ήδη προσελκύσει εγκωμιαστικές κριτικές από τους μουσικοκριτικούς στη Γερμανία και αλλού: «Ο Χέντελ στα καλύτερά του», γράφει το Orpheus-magazine· «συγκινητικό, ευφυές και συναρπαστικό», γράφει το forumopera.com. Η θέασή της είναι όντως μια ανταμοιβή (μείον την απουσία αγγλικών υπερτίτλων, βασικό κενό σε ένα φεστιβάλ που φέρει τον τίτλο του «Διεθνούς»).
Οταν την επομένη παίρνω το τρένο της επιστροφής για τη Φρανκφούρτη, θυμάμαι ακόμα το θερμό χειροκρότημα που εισέπραξε από το απαιτητικό γερμανικό κοινό ο Πέτρου – όχι μόνο στο φινάλε της όπερας, αλλά και τη στιγμή που εμφανίστηκε στο πόντιουμ για να διευθύνει αμέσως μετά το διάλειμμα. Τον Γιώργο Πέτρου και οι Ελληνες φιλόμουσοι θα έχουν την ευκαιρία να δουν από κοντά σύντομα: το Σάββατο 11 Ιουλίου, στις 8.30 μ.μ., θα διευθύνει την Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής στην εμβληματική όπερα «Ορφέας και Ευρυδίκη» του Γκλουκ (εκδοχή του Μπερλιόζ στα γαλλικά με 4 πράξεις) σε συναυλιακή μορφή στο θέατρο της Αρχαίας Μεσσήνης.

