Πλήρης ημερών και αναγνωρισμένος για την ευγένεια και το ήθος του, τόσο από συναδέλφους του ηθοποιούς όσο και από το κοινό, έφυγε χθες από τη ζωή ο Αγγελος Αντωνόπουλος, σε ηλικία 94 ετών.
Χαρακτήρας ήπιος και με στιβαρή μαθητεία δίπλα στον Κάρολο Κουν, στο περίφημο Υπόγειο, κατάφερε να διασχίσει έξι δεκαετίες στον χώρο του θεάματος κρατώντας πάντοτε το μέτρο. Ακόμη και όταν η μικρή οθόνη τον μετέτρεψε σε σταρ και το πρόσωπό του κοσμούσε συχνά τα εξώφυλλα των εβδομαδιαίων περιοδικών ποικίλης ύλης, παρέμεινε χαμηλών τόνων. Αλλωστε είχε μάθει το θέατρο από τα μπουλούκια που διέσχιζαν την επαρχιακή πόλη όπου μεγάλωσε, αντιμετώπισε την ένδεια της μετεμφυλιακής Ελλάδας και έκανε δουλειές του ποδαριού μέχρι να αποφασίσει να σπουδάσει στη δραματική σχολή.
«Ελεύθερος σκοπευτής»
Ο ίδιος είχε πει σε συνέντευξή του στην «Κ» (22.10.2018) ότι ξεκίνησε την πολυκύμαντη διαδρομή του «ως ελεύθερος σκοπευτής» του θεάτρου, αλλά ξέρουμε, χάρη στη συμμετοχή του στην «Εκδρομή» (1966) του Τάκη Κανελλόπουλου, ότι τον αγάπησε επίσης ο κινηματογραφικός φακός, ενώ στη συνέχεια συμπρωταγωνίστησε δίπλα στις μεγάλες σταρ της εποχής, την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζένη Καρέζη.
Ομως ήταν η εύνοια της τηλεόρασης που απογείωσε την καριέρα του. Ο Αντωνόπουλος υπήρξε απόλυτος πρωταγωνιστής της πρώτης εποχής της ελληνικής τηλεόρασης, σφραγίζοντας τη δεκαετία του 1970 μέσα από δύο ρόλους, τότε που η μικρή οθόνη διαμόρφωνε τη μαζική κουλτούρα. Στο πρώτο μισό των ’70s ταυτίστηκε απόλυτα με τον συνταγματάρχη Διαγόρα Βαρτάνη στον θρυλικό «Αγνωστο πόλεμο» (1971-1974) του Νίκου Φώσκολου, το σίριαλ που προβλήθηκε στην ΥΕΝΕΔ και έκανε 226 επεισόδια. Υποδυόμενος τον αλύγιστο, δίκαιο και πανέξυπνο επικεφαλής αξιωματικό της ελληνικής αντικατασκοπείας απέναντι στις δυνάμεις του Αξονα, ο Βαρτάνης μετατράπηκε σε λαϊκό ήρωα. Η σειρά σημείωσε αδιανόητα ρεκόρ τηλεθέασης που άγγιζαν το 83%, με το κοινό να βιώνει τις αγωνιώδεις ανακρίσεις του ήρωα ως πραγματικά γεγονότα.
Μετά τη Μεταπολίτευση, καθώς η ελληνική τηλεόραση στράφηκε με αξιώσεις στη εγχώρια λογοτεχνία, πρωταγωνίστησε στην επιτυχημένη μεταφορά των «Πανθέων» (1977-1979) του Τάσου Αθανασιάδη, σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη. Από τον δυναμικό στρατιωτικό του παρελθόντος μεταμορφώθηκε σε έναν ηθικό και αριστοκρατικό αστό γιατρό, τον Ανδρέα Πανθέο. Ως σύζυγος της Μάρμως, που υποδύθηκε η Κάτια Δανδουλάκη –με την οποία τον συνέδεσε στη συνέχεια βαθιά φιλία–, βρέθηκε στη δίνη του πιο διάσημου ερωτικού τριγώνου της τότε ελληνικής τηλεόρασης, βιώνοντας την προδοσία και προσφέροντας τελικά τη συγχώρεση.
Αυτοί οι δύο ρόλοι καθόρισαν τη σταδιοδρομία του Αγγελου Αντωνόπουλου και ταυτόχρονα αντικατοπτρίζουν την εξέλιξη της δημόσιας ελληνικής τηλεόρασης, από τον έλεγχο των Συνταγματαρχών στην προσπάθεια για τη δημιουργία τηλεοπτικού προϊόντος με αξιώσεις για ψυχογραφική αποτύπωση λογοτεχνικών ηρώων.
Σταθερές αγάπες
Το θέατρο, η διδασκαλία της υποκριτικής και η συγγραφή –εξέδωσε δύο μυθιστορήματα και μία ποιητική συλλογή– υπήρξαν οι σταθερές αγάπες του. Υποδύθηκε κορυφαίους χαρακτήρες στο Εθνικό και στο ελεύθερο θέατρο σε έργα των Ιψεν, Σαρτρ, Ουάιλντ, Τσέχοφ, Πιραντέλο και επίσης διακρίθηκε στο μπουλβάρ. «Ο Μαρξ στο Σόχο» του Χάουαρντ Ζιν ήταν ένας ρόλος-σταθμός που τόλμησε σε ηλικία 80 ετών και γνώρισε μεγάλη επιτυχία.

