Για τους πολλούς, η Λένα Πλάτωνος είναι η ιέρεια της ελληνικής ηλεκτρόνικα. Η νοητή γραμμή ανάμεσα στον Χατζιδάκι και τον πειραματισμό, το μέλλον, την υπέρβαση. Για όσους τη γνωρίζουν από κοντά, είναι και άλλα πράγματα: Μια γλυκιά κυρία που ζει με μουσική, αναμνήσεις, μια φωτογραφία του Αγίου Πορφυρίου, ένα γραφείο ακριβώς δίπλα στο κρεβάτι, τη χαρά της εκάστοτε νέας δημιουργίας, αλλά και δεκάδες παλιά αντικείμενα, τοποθετημένα στη ράχη ενός μαύρου πιάνου. Σε ρωτάει αμέσως τι ζώδιο είσαι. Σου λέει πως πιστεύει στα θαύματα, γιατί έχει δει θαύματα να συμβαίνουν. Περνώντας λίγες ώρες στο ροζ σπίτι της, αισθάνεσαι ότι ο μοντέρνος βίος των «εναλλακτικών» και η λαϊκή παράδοση, η διανόηση και οι χαλαρές συζητήσεις για τα ερωτικά, είναι κομμάτια του ίδιου ταξιδιού. Σαν ένα αεροπλάνο που, πετώντας πολύ μακριά προς τη Δύση, καταλήγει στην Ανατολή.
– Εχω την αίσθηση ότι δεν βγαίνετε συχνά… Oταν βγαίνετε, πού πάτε;
– Σε κανένα πάρκο, στις συναυλίες μου (εντός και εκτός Αθηνών), ή σε ένα ξενοδοχείο όπου ξεκουράζομαι. Εδώ στη γειτονιά, δεν βγαίνω πολύ. Κάποτε έβγαινα. Ο Χολαργός έχει πολλή φύση και με απελευθέρωσε αυτό, μου έκανε καλό. Ακόμα και αυτό το σπίτι, όπως βλέπεις, περιβάλλεται από δέντρα. Σαν να είσαι σε δασάκι. Και υπάρχει και ένα πουλί, σχεδόν αηδόνι (δεν ξέρω τι πουλί είναι), το οποίο τραγουδάει συγκλονιστικά όλο τον χρόνο. Το ακούω από το παράθυρο της κουζίνας.
– Οι φίλοι και οι συνεργάτες σάς συναντούν εδώ;
– Ναι. Πάω και εγώ όταν με καλούν. Ας πούμε η Ντόρα Μπακοπούλου οργανώνει πάρτι σε ένα σπίτι που έχει, τεράστιο.
– Και τι κάνετε σε αυτά τα πάρτι;
– Ακούμε μουσική, παίζουμε μουσική, τρώμε, μιλάμε, ψιλοχορεύουμε… Κάποτε εγώ χόρευα πάρα πολύ. Πάρα πολύ! Oσο κάπνιζα, τόσο χόρευα. Γιατί κάπνιζα και πολύ. Το τσιγάρο το έκοψα το 2007.
– Λίγο πριν από τη συναυλία της μεγάλης επιστροφής σας στο Ηρώδειο… Τον Ιούνιο παίζετε ξανά εκεί. Τι θα ακούσουμε αυτή τη φορά;
– Eνα έργο που παρουσιάστηκε πρώτη φορά πριν από τρία-τέσσερα χρόνια, με τη Μαρία Φαραντούρη. Είναι μια ιδέα του φιλολόγου Θάνου Τσακνάκη, ο οποίος ανέσυρε τις αρχαίες ποιήτριες. Σημείωσε τα ονόματά τους: Σαπφώ, Κόριννα, Τελέσιλλα, Ανύτη, Πράξιλλα, Μοιρώ, Νοσσίς, Διοφίλη, Hριννα και οι ξεματιάστρες. Φτιάξαμε τα λόγια τους στην καθομιλουμένη. Τις εισαγωγές τις λέω εγώ, με λεπτομέρειες από τη ζωή τους – και παράλληλα κάθε ποιήτρια έχει από πίσω τη μουσική της, γραμμένη από εμένα. Θα ακούσουμε επίσης τις «Μοίρες», εντελώς καινούργιο έργο, που μου παρήγγειλε ο διεθνής σολίστας του φλάουτου Στάθης Καραπάνος. Eνας συγκερασμός μεταξύ ηλεκτρονικής «κατάστασης» και φυσικής ορχήστρας. Ο Στάθης είναι 29 ετών. Hρθε και με βρήκε από το εξωτερικό στην Αθήνα, μια μέρα που είχα φοβερό συνάχι. Φοβερό!
– Θα ακουστούν και τρία τραγούδια από το «Σαμποτάζ», σε στίχους Μαριανίνας Κριεζή. Με συγκίνησε που την αναφέρετε ως συντελεστή της συναυλίας. Αλήθεια, τι άνθρωπος ήταν;
– Δύσκολη. Μαζί τα πήγαμε πολύ καλά. Μετά μαλώσαμε. Για ένα πολύ μεγάλο διάστημα δεν μου μιλούσε. Εικάζω (δεν μπορώ να το πω με σιγουριά) ότι είχε πειραχτεί από το γεγονός ότι, μετά το «Σαμποτάζ», όλοι οι δημοσιογράφοι προσέγγιζαν εμένα. Και εδώ που τα λέμε είχε δίκιο. Αυτός που γράφει τους στίχους είναι εξίσου συμμετέχων. Πάντως, της είχα πάρα πολύ μεγάλη αδυναμία της Μαριανίνας. Οταν κάναμε το «Σαμποτάζ», σχεδόν ζούσε στο σπίτι μου. Κοιμόμασταν σε απεναντινά κρεβάτια.
– Σε μια τηλεοπτική συνέντευξη θυμάμαι είχατε πει «μου λείπει ένας σύντροφος». Με είχε εντυπωσιάσει η ειλικρίνειά σας…
– Μου αρέσει να λέω την αλήθεια. Να απογυμνώνομαι. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν έχω κρατήσει και μυστικά. Τεράστια μυστικά, μυθιστορηματικά.
Αμύγδαλα και γιασεμιά
Η Λένα Πλάτωνος γεννήθηκε το 1951 στο Ηράκλειο Κρήτης. Οκτώ μηνών ήρθε στην Αθήνα, όμως τα καλοκαίρια επέστρεφε πάντα εκεί. «Θυμάμαι την Αγία Ειρήνη, πάνω από τον Κουρσώνα. Υπέροχες στιγμές! Πηγαίναμε στις καλόγριες και μαζεύαμε μαστίχα, ή μου έδειχναν πώς γίνονται τα κεριά, πώς φυτεύουν διάφορα ζαρζαβατικά. Στο κέντρο του Ηρακλείου, στα σοκάκια, οι γέροι πουλούσαν αμύγδαλα τρυφερά βρεγμένα και ματσάκια με γιασεμιά». Πιάνο έπαιζε από παιδάκι. Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών και ύστερα συνέχισε με υποτροφία στη Βιέννη και στο Βερολίνο, όπου παράλληλα ήρθε σε επαφή με το ροκ. Το 1979, εγκατεστημένη στην Ελλάδα πια, ξεχώρισε μέσα από συνθέσεις της για τη ραδιοφωνική εκπομπή «Εδώ Λιλιπούπολη». Λίγο μετά, άρχισε να πειραματίζεται με ένα συνθεσάιζερ. Συγκεκριμένα, με το Yamaha CS-60. Οταν της το δείχνω στο Διαδίκτυο, το κοιτάζει επί μισό λεπτό, σιωπηλή, συγκινημένη. «Σας θυμίζει κάτι;». «Μου θυμίζει, δυστυχώς».
– Πώς σας είχε έρθει να αγοράσετε συνθεσάιζερ;
– Τελείως λοξά. Είχα φτιάξει τα πρώτα τραγούδια του «Καρυωτάκη» (ο οποίος, να ξέρεις, ήταν ιδέα του Χατζιδάκι) και ήθελα να κάνω συναυλίες με ορχήστρα. Κυκλοφορούσαν τότε τα πρώτα keyboards, που λέγονταν φιλικόρντα. Μου είχε μιλήσει για αυτά ο πατέρας μου, που ήταν πιανίστας και συνθέτης. Σκέφτηκα λοιπόν να αγοράσω ένα και να δημιουργώ ήχους, ώστε να μη φωνάζω πολλούς μουσικούς στις συναυλίες. Για πρακτικούς λόγους δηλαδή. Το αγόρασα, πήγα σπίτι και όταν μου το έφεραν, το φύλαξα επί μήνες, για να μη μου πάρει τον αέρα. Αυτή μου η στάση, σε πληροφορώ, εξακολουθεί να υπάρχει απέναντι στην τεχνολογία. Και με συγχωρείς, αλλά νομίζω ότι είναι μια στάση σωστή. Η τεχνολογία έχει καταστρέψει ψυχές και ψυχές.
– Υπάρχει και μια σχετική συζήτηση σήμερα, ότι η ΑΙ θα μας αφανίσει… Εσείς την έχετε χρησιμοποιήσει στη δουλειά σας;
– Στη δουλειά μου, όχι. Αλλά κοίταξε, η ηλεκτρονική μουσική είναι σχεδόν επαφή με ΑΙ. Εσύ τώρα με ρωτάς αν την έχω βάλει να μου φτιάξει μουσική. Ε όχι, ρε γαμώτο, δεν θα αφήσω την ΑΙ να μου φτιάξει μουσική! Γιατί εμένα η χαρά μου η μεγάλη είναι να φτιάχνω κόσμους. Μέσα από τη φαντασία μου. Αυτό είναι η τέχνη. Η τεχνολογία είναι υπηρεσία. Δεν πρόκειται να με υποτάξει.
– Σχέδια για μετά το Ηρώδειο υπάρχουν;
– Γράφω ένα δίσκο που λέγεται «Τα Νυχτερινά», για τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη και της Δήμητρας Γαλάνη. Οι στίχοι είναι του Νίκου Μωραΐτη. Εχει στοιχεία κλασικής και ηλεκτρονικής μουσικής, πολλές ατμόσφαιρες, φυσικούς ήχους από samples… Moυ αρέσει να κάνω αυτές τις μείξεις.
– Θεωρώ ότι είστε η πιο επιδραστική Ελληνίδα συνθέτρια της γενιάς σας (συμπεριλαμβάνοντας τους άνδρες). Υπάρχει όμως και αρκετός κόσμος που δεν συνδέεται με τη μουσική σας. Κυρίως στη δική σας γενιά…
– Nαι. Και συνάδελφοι, οι οποίοι έχουν παρωπίδες. Γενικότερα θα πρέπει να έχουν παρωπίδες στη ζωή τους. Και σε άλλους τομείς δηλαδή… Ενας άνθρωπος που έχει εξοικειωθεί με την τέχνη και με την τεχνολογία, καλλιεργημένος, δεν μπορεί να μην αντιληφθεί.
Γράφω ένα δίσκο που λέγεται «Τα Νυχτερινά», για τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη και της Δήμητρας Γαλάνη. Εχει στοιχεία κλασικής και ηλεκτρονικής μουσικής, πολλές ατμόσφαιρες, φυσικούς ήχους από samples…
– Υπήρξε προσωπικό ψυχολογικό κόστος στην επιλογή σας να μην κάνετε κάτι εύπεπτο;
– Οχι. Ποτέ. Αλλα πράγματα με βασάνισαν…
– Σήμερα πώς σας φαίνεται που σχεδόν όλα τα νέα παιδιά πηγαίνουν στον ψυχολόγο;
– Να σου πω την αλήθεια, μου φαίνεται μάλλον δυστύχημα. Γιατί δείχνει ότι δεν έχουν κατορθώσει να φτιάξουν μια προσωπικότητα γερή.
– Μα η ψυχοθεραπεία δεν είναι και εργαλείο για να τη φτιάξουν;
– Ναι, μπορούν να τη βελτιώσουν και να μάθουν τον εαυτό τους καλύτερα. Αλλά υπάρχει και η αυτοβελτίωση. Η αυτογνωσία. Με την παρατήρηση, τα διαβάσματα, τις εμπειρίες αγάπης, τις εμπειρίες μίσους, απόρριψης. Αλλά και τις γνώσεις. Καθαρά γνωσιακά, ας πούμε. Ολα αυτά μαζί σε ένα πλέγμα μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος για να έχει έναν εσωτερικό διάλογο.
– Στίχους γιατί δεν γράφετε πια; Μια χαρά μου τα λέτε…
– Ισως επειδή τα λέω μια χαρά (γέλια). Οι στίχοι μου είναι απόπειρες. Να ψυχολογήσω τον εαυτό μου, να μπω στη θέση των άλλων…
– Πάντως με «κουφάνατε» λέγοντας ότι είναι δυστύχημα το γεγονός ότι όλοι κάνουμε ψυχοθεραπεία, εσείς που εξασκούσατε το σπορ σε μια εποχή όπου υπήρχε ακόμα το στίγμα…
– Εγώ όταν πήγαινα στον ψυχολόγο ήμουν πολύ χάλια. Οταν δεν ήμουν χάλια, έκανα ψυχολογία στον εαυτό μου. Εγραφα τις σκέψεις μου στη γραφομηχανή. Ετσι βγήκαν οι πρώτοι μου στίχοι.
– Αληθεύει ότι κάποτε πουλήσατε εκείνο το συνθεσάιζερ, επειδή νιώσατε ότι ήταν η αιτία που δεν στεριώνετε στα αισθηματικά σας;
– Ναι. Το ’94, λίγους μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Ενιωσα ότι η μουσική μου προσωπικότητα δημιουργούσε ανταγωνισμό. Είχε ένα δυναμικό στοιχείο που δεν άρεσε στους άνδρες. Αισθάνονταν κόμπλεξ και, λόγω αυτού, είτε με απέρριπταν είτε συνέχιζαν μαζί μου με απορριπτική επαφή.
– Ωστόσο μου φαίνεστε πιο χαρούμενη σε σχέση με την προηγούμενη συνάντησή μας πριν από χρόνια…
– Είμαι. Ξέρεις, έχω περάσει πάρα πολλά. Εχω μείνει μόνη μου και έχω σκεφτεί. Στο διάστημα αυτό, ανέπτυξα πάρα πολύ και την ενσυναίσθηση. Να μπαίνω δηλαδή στη θέση του άλλου και να τον συναισθάνομαι.
Ενσυναίσθηση, παιδί μου, είναι η αγάπη. Αυτό είναι η αγάπη, τεχνικά. Οταν μπαίνεις στη θέση του άλλου, υποφέρεις και μετά βγαίνεις και είσαι πλέον εσύ και λες «τι μπορώ να κάνω για αυτόν τον άνθρωπο;».
– Πώς αναπτύσσει κανείς την ενσυναίσθηση;
– Αυτό, παιδί μου, είναι η αγάπη. Αυτό είναι η αγάπη, τεχνικά. Οταν μπαίνεις στη θέση του άλλου, υποφέρεις και μετά βγαίνεις και είσαι πλέον εσύ και λες «τι μπορώ να κάνω για αυτόν τον άνθρωπο;». Η ενσυναίσθηση προς τα μέσα, επίσης, είναι φοβερή. Πρόσεξέ την αυτήν. Το να βουτάς μέσα σου και να συνδιαλέγεσαι με το συναίσθημά σου. Γίνεσαι πιο πολύ ο εαυτός σου. Αποτινάσσεις μάσκες, συμπεριφορές ψεύτικες, που τις υιοθετείς για να προφυλαχθείς. Γενικώς πιστεύω στις δυνάμεις του ανθρώπου και πιστεύω στις δυνάμεις του εαυτού μου. Γιατί έχω κάνει ορισμένα βήματα, που δεν τα λέω στο κοινό, δεν θέλω, αλλά είναι ενδείξεις ότι έχουμε μεγάλη δύναμη μέσα μας οι άνθρωποι. Εγώ θεωρώ ότι οι περισσότερες αρρώστιες είναι ψυχοσωματικές. Πολλοί άνθρωποι έχουν γίνει καλά επειδή το πίστεψαν και πήραν την απόφαση μέσα τους.
*Η Λένα Πλάτωνος θα εμφανιστεί στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στις 19 Ιουνίου, μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη. Τα εισιτήρια ξεκινούν από 15 ευρώ.

