Πρόκειται για τη «Λυσιστράτη» του Σταμάτη Κραουνάκη. Ας είναι ξεκάθαρο εξαρχής. Βασίζεται μεν στον Αριστοφάνη, αλλά είναι του Κραουνάκη. Κι αποτελεί μείζον καλλιτεχνικό γεγονός στο πλούσιο πρόγραμμα γλυκού αποχαιρετισμού στο Ηρώδειο, το οποίο για ένα μεγαλούτσικο διάστημα θα παραμείνει κλειστό ώστε να γίνει εκτεταμένη συντήρησή του.
Συνεπώς δεν είναι μια ακριβής παράσταση της «Λυσιστράτης».
Κατ’ αρχάς, όλο το έργο είναι τραγουδιστό – μια εύθυμη όπερα που υπόσχεται γέλιο. Εξάλλου, ο Σταμάτης Κραουνάκης έχει σταθεί αρκετά στο ότι διαβάζει το κείμενο του Αριστοφάνη ως εάν ήταν παρτιτούρα. Και αναγνωρίζει τον εγγενή ρυθμό του και τη μουσικότητά του – στοιχεία που αξιοποίησε στον πυρήνα της δικής του μουσικής σύνθεσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Δήμητρα Γαλάνη είναι γκεστ σταρ, που σημαίνει ότι κατέχει θέση προνομιακή, από την άποψη ότι είναι και μέσα και έξω από την παράσταση: «Θεωρώ αναμενόμενη την πρόσκλησή μου. Λόγω της σχέσης μου με τον Σταμάτη. Μας συνδέουν πολλά πράγματα. Εγώ προερχόμουν από ένα “σπίτι” –εκείνο της Columbia του Τάκη Λαμπρόπουλου– όπου οι δημιουργοί είχαν ξεχωριστή θέση. Συνέχισα λοιπόν με τον ίδιο σεβασμό και με το ίδιο σύστημα αξιών. Και μ’ ενδιέφεραν πάντα οι νέοι άνθρωποι – σαν τη Λίνα Νικολακοπούλου και τον Σταμάτη Κραουνάκη, όταν γνωριστήκαμε. Είναι για εμένα πρόσωπα που σφράγισαν εκείνο το πέρασμα –τη μετάβαση– από το πολύ “βαρύ” παρελθόν, με την καλή έννοια της λέξης, επειδή ήταν εξαιρετικά αξιόλογο. Καθότι έφτανε σε εμάς από τους μεγάλους δασκάλους μας –τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Βασίλη Τσιτσάνη και τους επιγόνους τους, τον Ξαρχάκο, τον Μαρκόπουλο, τον Μούτση–, προσωπικότητες που σφράγισαν το ελληνικό τραγούδι».
Και όντως, υπήρξε τομή και μετάβαση σε νέα εποχή για τη δισκογραφία και τη μουσική: «Ο Σταμάτης και η Λίνα καλλιέργησαν το καινούργιο που έφερναν και που, όμως, κουβαλούσε το ήθος των μεγάλων δασκάλων μας. Γι’ αυτό και είχε το μέγεθος και τη δύναμη ν’ αλλάξει κάπως τα πράγματα. Βρέθηκα στο ξεκίνημά τους, προτού γίνει η μεγάλη επιτυχία τους με την Αλκηστη Πρωτοψάλτη. Ημασταν φίλοι. Και σε κοντινές ηλικίες. Οπότε τους άνοιξα την καρδιά μου και τόλμησα να τους δείξω τραγούδια που έγραφα. Κι ήταν πολύ θετική η συνεισφορά τους στο να κυκλοφορήσουν. Ενώ μέχρι τότε έμεναν στο συρτάρι. Επειδή ντρεπόμουν κι έλεγα: “Πω πω! Μετά τον Χατζιδάκι, τον Τσιτσάνη, τον Ξαρχάκο και τον Μούτση, πώς θα τολμήσω εγώ να βγάλω τραγούδια;”. Εκείνοι, λοιπόν, μου είπαν: “Είσαι τρελή; Είναι καταπληκτικά! Προχώρα”. Κι έτσι, βγήκαν το “Χειροκρότημα”, το “Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί” και το “Δικαίωμα”, για τα οποία η Λίνα έγραψε τους στίχους. Αυτό εμένα με απελευθέρωσε σε μεγάλο βαθμό και τους το χρωστάω. Ο,τι και να συμβαίνει, τους το χρωστάω. Ηταν μια πόρτα που άνοιξε. Αποδεσμεύτηκα από αναστολές μου. Κι από τότε κρατιέται μεταξύ μας μια σχέση πάρα πολύ ζεστή».
Βέβαια, έκτοτε παρήλθαν πάνω από σαράντα χρόνια. Δεν είναι μικρό το χρονικό διάστημα: «Και στον χώρο μας βρισκόμαστε και χανόμαστε. Ομως, τον τελευταίο καιρό έχουμε ανακεφαλαιώσει τη σχέση μας με εξαιρετικά συγκινητικό τρόπο, που έχει μέσα βαθιά αγάπη. Επίσης, θαυμασμό και πίστη στο χάρισμα του καθενός. Ο Σταμάτης Κραουνάκης είναι μια εξέχουσα περίπτωση. Δεν είναι απλώς ένας συνθέτης, αλλά ένα πλάσμα γεμάτο τέχνη. Δεν ξεχωρίζει ένα μόνο στοιχείο του. Είναι σε όλα πολύ καλός! Και φέρει κάτι το πληθωρικό –μπορώ να πω– σε σχέση με την τέχνη του, που αναβλύζει από εκείνον προς τους άλλους».
Ο περισσότερος κόσμος θα συμφωνούσε μ’ αυτό. Αλλά η χαρισματικότητα μόνη της δεν επαρκεί για να αναδειχθεί η μοναδικότητα ενός καλλιτέχνη. Απαιτείται και κάτι ακόμα. «Η πνευματικότητα», λέει η κ. Γαλάνη. «Είναι άνθρωπος με βαθιά πνευματικότητα. Μπορεί να κρύβεται από την παρορμητικότητά του, από τον τρόπο του, τον φοβερό αυτοσαρκασμό και το χιούμορ του, που πολλές φορές περιλαμβάνει δηκτικότητα. Αλλά έχει διαβάσει εις βάθος ο άνθρωπος. Οπότε, δεν είναι περίεργο που μελετάει τόσο πολλά χρόνια τη “Λυσιστράτη”. Εγώ “επισκέπτομαι” το όλο γεγονός. Είμαι η θεά Αθηνά και λέω ένα συγκλονιστικό τραγούδι που έγραψε για τον ρόλο μου. Με έχει συγκινήσει αφάνταστα το ότι ένας άνδρας –ο Σταμάτης– έχει γράψει αυτό το τραγούδι που φανερώνει βαθιά ευαισθησία και αποδοχή της συγκλονιστικής δύναμης της γυναικείας φύσης. Κι έτσι γίνεται μια γροθιά στο πατριαρχικό μοντέλο, που είναι πεπερασμένο κι όχι απλώς très banal, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνο – κρίνοντας απ’ όσα συμβαίνουν στο όνομα της λανθάνουσας πατριαρχίας».

Γιατί, όμως, ο Σταμάτης Κραουνάκης έχει ασχοληθεί τόσο πολύ με τη «Λυσιστράτη»; Τι είναι αυτό που δημιουργεί την αίσθηση μιας δικής του χαρούμενης εμμονής; «Δεν είναι ειδικά η “Λυσιστράτη”. Παθιάζεται με όλη την αρχαία ελληνική γραμματεία. Βέβαια, για τον Αριστοφάνη νιώθει κάτι περισσότερο, επειδή βρίσκει σ’ αυτόν έναν σαφή και πλούσιο πολιτικό λόγο. Επιπλέον, είναι και το πλαίσιο της κωμωδίας που επιτρέπει να διανθίζεται ο λόγος του με σαρκασμό και κυνισμό. Το γενικότερο πάθος του Σταμάτη με την αρχαία γραμματεία μας σχετίζεται με το πάθος του για τη γλώσσα. Διαβάζει το αρχαίο ελληνικό κείμενο. Δεν του είναι άγνωστο το βάθος της γλώσσας μας. Εξάλλου, αυτή μας συγκρατεί και μας στηρίζει ως οντότητα, έθνος και πολιτισμό».
Με έχει συγκινήσει αφάνταστα το ότι ένας άνδρας –ο Σταμάτης– έχει γράψει αυτό το τραγούδι, που φανερώνει βαθιά ευαισθησία και αποδοχή της συγκλονιστικής δύναμης της γυναικείας φύσης. Κι έτσι, γίνεται μια γροθιά στο πατριαρχικό μοντέλο.
Δεν απαιτείται, όμως, μόνο στην τέχνη το εφόδιο της γλώσσας. Η Δήμητρα Γαλάνη το αξιολογεί πιο σφαιρικά και σε ευρύτερο πλαίσιο. «Λείπουν από την ήδη χωλαίνουσα παιδεία μας οι άνθρωποι με επίγνωση της γλώσσας. Θεωρώ το έλλειμμα μεγάλο. Είχαμε έτσι κι αλλιώς έλλειμμα παιδείας, αλλά πλέον έχει απογίνει, ενώ η παιδεία είναι η αρχή και το τέλος της συνέχειας ενός πολιτισμού. Και σε ατομικό επίπεδο, ο άνθρωπος, για να αντιληφθεί τι του συμβαίνει μέσα και γύρω του, παίζει τεράστιο ρόλο η παιδεία του. Δεν εννοώ το να ξέρει αρχαία ή νέα και ορθογραφία. Η παιδεία είναι κάτι πιο βαθύ. Είναι το να μαθαίνεις τι συμβαίνει μέσα στη γλώσσα. Κι αυτό είναι ακόμα πιο καίριο για τη συγκεκριμένη γλώσσα του αρχαίου μας πολιτισμού. Δεν είμαι αρχαιολάτρις. Ας μη γίνει κάποιο λάθος ως προς αυτό. Απλώς φυλάω σαν τα μάτια μου το δώρο που μου έχει δοθεί: τη γλώσσα μου. Οφείλω να το κάνω αυτό. Την υπηρετώ στα 55 χρόνια μου στο τραγούδι, έχοντας πλάι μου την πνευματική παρακαταθήκη του πρώτου ανθρώπου που γνώρισα από τον κύκλο της δουλειάς μου – του Νίκου Γκάτσου. Για τον οποίο η γλώσσα ήταν πατρίδα. Και είναι όλων μας, τελικά».
Οσοι έχουν παρακολουθήσει τη Δήμητρα Γαλάνη στις ζωντανές εμφανίσεις της, σίγουρα θα έχουν παρατηρήσει ότι «εμπλουτίζει» με λίγα λόγια τα διαστήματα μεταξύ των τραγουδιών, τα οποία λόγια εκπορεύονται από έναν αδιαμφισβήτητο αυθορμητισμό που επιβεβαιώνει τη δική της αίσθηση του χιούμορ. Η ίδια, βέβαια, θέλοντας να είναι ακριβής, διαχωρίζει το χιούμορ, που είναι μια διαρκής λειτουργία του νου και των προθέσεών του, από την αίσθηση του αστείου που αναδύεται στιγμιαία κι ενδεχομένως τυχαία. Παρ’ όλα αυτά, δεν χωράει αμφιβολία ότι η Δήμητρα Γαλάνη διαθέτει πηγαίο χιούμορ και η διερώτηση είναι αν αυτό ενεργοποιείται στην τωρινή εμφάνισή της: «Το τραγούδι μου ως θεά Αθηνά λέει πάρα πολύ σοβαρά πράγματα για να περιέχει κάποια διακωμώδηση. Οπότε δεν περιέχει ούτε ίχνος της. Είναι η στιγμή όπου ακούγονται σημαντικά πράγματα για το τι είναι αυτή η πόλη, της οποίας προστάτιδα είναι η Αθηνά, και για το τι είναι γυναίκα. Αλλά ας πω με την ευκαιρία ότι το λιμπρέτο που έχει φτιάξει ο Σταμάτης “παίζει” με την κωμωδία με τρόπο πολύ τολμηρό. Γιατί έρχονται στιγμές που θες να κλάψεις. Είναι το εύρος του κωμικού τέτοιο – η δυνατότητά του να περιέχει και το μεταξύ αστείου και τραγικού. Δεν είναι τυχαίο που δύο μάσκες –το εξ αρχαιότητος σύμβολο του θεάτρου, η γελαστή και η μελαγχολική– ακουμπούν η μία την άλλη. Τουναντίον, είναι έτσι για να αποκαλύπτει πώς έχουν τα πράγματα».
Το λιμπρέτο που έχει φτιάξει ο Σταμάτης «παίζει» με την κωμωδία με τρόπο πολύ τολμηρό. Γιατί έρχονται στιγμές που θες να κλάψεις. Είναι το εύρος του κωμικού τέτοιο – η δυνατότητά του να περιέχει και το μεταξύ αστείου και τραγικού.
Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να υποθέσει πως το τραγούδι αυτό συμπυκνώνει το «ηθικό δίδαγμα» του έργου, αλλά τελικά όχι: «Γιατί το έργο αναφέρεται σε χιλιάδες σοβαρά θέματα. Σίγουρα πάντως το τραγούδι μου ως θεά Αθηνά είναι μια στιγμή σημαντική. Και είναι ένας ύμνος στην πόλη και στη γυναίκα».
«Λυσιστράτη – Μια ξεκαρδιστική όπερα»
Ωδείο Ηρώδου του Αττικού 12 και 13/6.
Μουσική – κείμενο – σκηνοθεσία: Σταμάτης Κραουνάκης
Συνεργάτες στο λιμπρέτο οι Λίνα Νικολακοπούλου (στίχοι τραγουδιών «Πάμε κοπέλες», «Το νήμα», «Χορικό της συμφιλίωσης»), Γιώργος Χατζιδάκις, Λάκης Λαζόπουλος (στίχοι του τραγουδιού «Ολα γι’ αυτή την πόλη»).

