Αν και έχει αλλάξει τόσο πολύ το Κουκάκι, εκεί γύρω στην πλατεία Γαργαρέττας, με το παλιό αυτό τοπωνύμιο, υπάρχει ακόμη αδιόρατη ίσως μια αίσθηση αθηναϊκής γειτονιάς. Η οδός Βεΐκου καθώς προχωράει στην καρδιά της συνοικίας με όλα εκείνα τα οικοδομικά τετράγωνα, φορτωμένα μνήμες και εικόνες, γεμάτα παλαιωμένες πολυκατοικίες, μαγαζιά και σκόρπια σπίτια, συναιρεί εκείνον τον συμπαθή μέσο όρο της Αθήνας. Οι πολλοί τουρίστες στα δρομάκια της γειτονιάς, τα νέα ξενοδοχεία και ο ήχος από τροχήλατες βαλίτσες μάς θυμίζουν όσα διεκδικεί το σήμερα.
Μου είχαν τραβήξει, ωστόσο, την προσοχή μερικά σπίτια εκεί γύρω, μετά τη συμβολή με την οδό Δράκου, και επιπλέον ήθελα να περιεργαστώ το σπίτι στη Βεΐκου 57, όπου είχε ζήσει η ηρωίδα της Αντίστασης Ηρώ Κωνσταντοπούλου. Είναι ένα διώροφο, κλειστό εδώ και χρόνια, σπίτι του Μεσοπολέμου, γνωστό στους περιοίκους για τις δίδυμες εξώθυρες και το σταχτί χρώμα, από τα έγκατα του χρόνου. Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου εκτελέστηκε από τους ναζί στην Καισαριανή στα 17 της χρόνια και πήγαινε στο ιστορικό Γ΄ Γυμνάσιο Θηλέων, όπως διαβάζουμε στην τόσο συγκινητική κατάθεση της Μάρως Βουγιούκα και του Βασίλη Μεγαρίδη «Κουκάκι. Φιλοπάππου, Γαργαρέττα» (εκδ. Φιλιππότη, 2006).

Η Βεΐκου είναι σαν ένας αστικός ποταμός με όλες αυτές τις καπνισμένες από τον χρόνο πολυκατοικίες της δεκαετίας του ’60, ως επί το πλείστον, και τις διάσπαρτες μεσοπολεμικές νησίδες, σαν το σπίτι στον αριθμό 57, αλλά και το γειτονικό στον αριθμό 53, στην πόρτα του οποίου με συγκίνηση είδα να επιβιώνει η εμαγιέ επιγραφή «Επιστολαί». Το ενδιαφέρον όμως της Βεΐκου είναι οι παραπόταμοί της, τα δρομάκια δηλαδή που εκβάλλουν σε αυτόν τον δρόμο του Κουκακίου.
Λίγο παρακάτω, δεξιά, στην οδό Μάρκου Μπότσαρη, μια φαινομενικά κοινή οδό της Αθήνας, είδα ένα ολάνθιστο μπαλκόνι σε μια πολυκατοικία, μόνο του να ξεχωρίζει στη χρωματική μονοτονία, και πιο κάτω, στον αριθμό 23, ένα τριώροφο της δεκαετίας του ’30, στον τύπο του απλού, συνοικιακού μοντερνισμού. Εκεί, στη γωνία, υπάρχει ένα στενάκι, η οδός Γ. Γκιώνη, που οδηγεί στην οδό Δράκου. Είναι ένας χαριτωμένος δρόμος με μερικά περιποιημένα παλιά διώροφα και ένα νεοκλασικό απομεινάρι, ισόγειο με ακροκέραμα, στον αριθμό 9. Στο πεζοδρόμιο αξίζει τον χαιρετισμό μας μια γέρικη ελιά. Καθώς η οδός Γκιώνη φτάνει την οδό Δράκου, βλέπουμε στα δεξιά το κλειστό διώροφο σπίτι του Μεσοπολέμου, με την ωραία, πατητή ώχρα, τις δωρικές παραστάδες στο ισόγειο, την καγκελόπορτα, την αρ ντεκό είσοδο, όλα κλειστά και χτισμένα με τσιμεντόλιθους.

Αυτή η ποικιλία στους δρόμους του Κουκακίου είναι καθολική και συχνά αιφνιδιάζει, όπως στο επόμενο στενό, στην οδό Νότη Μπότσαρη. Εχουν μεγάλη κλίση αυτά τα δρομάκια και μας υπενθυμίζουν διαρκώς πως είμαστε κοντά στο ιστορικό ανάγλυφο της πόλης. Η Νότη Μπότσαρη έχει και αυτή μια ιδιάζουσα ποικιλία και θα έλεγα πως στάθηκα αρκετή ώρα σε δύο από τα αξιοθέατά της.
Αμέσως το βλέμμα προσελκύει το περιφραγμένο χάλασμα, ένας αστικός ερειπιώνας, στον αριθμό 5. Είναι η βάση ενός κατεδαφισμένου σπιτιού που είχε κάποτε χτιστεί σε μεγάλο οικόπεδο και που σήμερα μας προσφέρει μονάχα ένα ίχνος. Στην άκρη αριστερά, μεσοτοιχία με τη διπλανή πολυκατοικία, διακρίνω αυτό το μοναδικό ρόδινο χρώμα του παλιού τοίχου και το βυσσινί περίγραμμα στο ξύλινο ερμάριο που χάσκει σαν σπάραγμα ενός νοικοκυριού που εξανεμίστηκε.

Ακριβώς απέναντι, όμως, αξίζει την προσοχή μας το ημιδιώροφο στον αριθμό 2. Δίπλα ακριβώς υπάρχει η καγκελόπορτα του διπλανού σπιτιού, αλλά το μακρόστενο οίκημα στην αρχή του δρόμου, με τα πράσινα παραθυρόφυλλα και τον λερό ασπριδερό σοβά, μου φέρνει κύματα αισθήσεων από παλιά μυθιστορήματα του 1935 και του 1950, από φωτορομάντζα, από καταγώγια, αποθήκες και αμπάρια, από σκιές πίσω από μισόκλειστα παράθυρα μαζί με τους ατμούς από ταγκισμένα φαγητά, νοτισμένους τοίχους και βρεγμένο τσιμέντο. Πόση ποίηση, όμως, έβγαινε από το λουλουδιασμένο κουρτινάκι στο ημιυπόγειο με τους σύρτες και τους μεντεσέδες σκουριασμένους.

