Σε ποιον ανήκει η Ομόνοια;

Το διαδικτυακό μπούλινγκ έφερε ακύρωση των εκδηλώσεων του Εθνικού Θεάτρου στη «γειτονιά» του. Ηταν η ματαίωση μια «ήττα της πόλης»; Η «Κ» αναζήτησε την απάντηση

6' 28" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ολόκληρος ο οργανισμός του Εθνικού Θεάτρου εξακολουθεί να βρίσκεται υπό καθεστώς σοκ. Μία εβδομάδα μετά το θεσμικό φάουλ που σηματοδότησε η ακύρωση του τριήμερου κύκλου εκδηλώσεων που είχε επιμεληθεί ο σκηνοθέτης Πρόδρομος Τσινικόρης με κεντρικό άξονα τα πολλά και διαφορετικά πρόσωπα της Ομόνοιας, αναζητούνται τρόποι διαφυγής αλλά και διαχείρισης της νέας πραγματικότητας. Πώς, δηλαδή, μια πρώτη, αναγνωριστική πρωτοβουλία που είχε στόχο να φέρει στην επιφάνεια το πλούσιο ανθρωπολογικό μωσαϊκό της περιοχής κατέληξε σε σκληρό διαδικτυακό μπούλινγκ και, βέβαια, στην άρον άρον ματαίωση των εκδηλώσεων. Κι αυτό γιατί θα συμμετείχε επιχειρηματίας του τουρισμού ισραηλινής καταγωγής, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει επενδύσει συστηματικά σε μερικούς από τους πιο κακόφημους δρόμους της περιοχής. 

Οπως ήταν αναμενόμενο, το τραύμα της επίθεσης έχει επιβάλει στην πρώτη σκηνή της χώρας σιγή ασυρμάτου. Το μόνο που διατυπώνεται πίσω από κλειστές πόρτες είναι ότι το Εθνικό θα έβγαινε χαμένο και με τις δύο επιλογές που είχε στα χέρια του: αν δεν υποχωρούσε και οι εκδηλώσεις πραγματοποιούνταν κανονικά, θα διακυβευόταν η ασφάλεια ομιλητών και κοινού. Και τώρα που υποχώρησε, γίνεται ανοιχτά λόγος για έλλειμμα ηγεσίας και θεσμικής αυτογνωσίας. Παρ’ όλα αυτά, διατρανώνεται η πεποίθηση ότι η παράσταση «Ομόνοια» που ετοιμάζει ο Πρόδρομος Τσινικόρης μαζί με τον Ανέστη Αζά, για τις 21 Οκτωβρίου και για λογαριασμό του Εθνικού στο Θέατρο Δίπυλον, θα πραγματοποιηθεί κανονικά. 

«Η γλώσσα της γειτονιάς»

Πώς ξεκίνησαν, όμως, όλα αυτά; Η «Κ» είχε ένα μικρό μερίδιο στην αρχή της ιστορίας. Τον περασμένο Νοέμβριο δημοσιεύσαμε ένα ρεπορτάζ για τα οξυμένα θέματα ασφάλειας που αντιμετωπίζουν θεατρικές σκηνές πέριξ της Ομόνοιας. Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου Αργυρώ Χιώτη είχε την ευαισθησία να επικοινωνήσει μαζί μας ανακοινώνοντας, ανάμεσα σε άλλα, το πρόγραμμα «Η γλώσσα της γειτονιάς», μια ερευνητική πρωτοβουλία που ανατέθηκε στον Πρόδρομο Τσινικόρη και είχε στόχο να καταγράψει την κοινωνική πραγματικότητα περιμετρικά της Αγίου Κωνσταντίνου. Στο τέλος αυτής της διαδρομής είχαν τοποθετηθεί το ματαιωθέν τριήμερο και η παράσταση του Οκτωβρίου.

Με την Ομόνοια συμβαίνει το εξής παράδοξο: ήδη από την εποχή του «Δρομέα» προβάλλονται διαρκώς πάνω της διαδοχικές φαντασιώσεις «αναβάθμισης» και ενσωμάτωσης στο κεντρικό αθηναϊκό αφήγημα. Οι αφορμές πάντα υπάρχουν: νέος σταθμός μετρό, νέα, «αρχιτεκτονημένη» πλατεία, νέο, «καλύτερο» σιντριβάνι και τα τελευταία χρόνια ο τουρισμός. Την ίδια στιγμή, περιπολικά της ΕΛ.ΑΣ. σταθμεύουν έξω από το Εθνικό για να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη προσέλευση και αποχώρηση προσωπικού και θεατών. Γιατί, λοιπόν, η λούμπεν Ομόνοια «αντιστέκεται» να γίνει Σύνταγμα ή Μοναστηράκι; Και κάτω από ποιες προϋποθέσεις ο δημιουργικός και ευρύτερα καλλιτεχνικός χώρος μπορεί να έχει ρόλο στην οποιαδήποτε επόμενη ημέρα της Ομόνοιας;

Ο εικαστικός Poka-Yio, καλλιτεχνικός διευθυντής της Μπιενάλε της Αθήνας, έχει αδυναμία στην Ομόνοια. Τρεις διοργανώσεις της Μπιενάλε οργανώθηκαν πάνω ή πέριξ της πλατείας. «Αν το Σύνταγμα είναι το κεφάλι – μυαλό της Αθήνας, η Ομόνοια είναι η καρδιά της», λέει στην «Κ». «Η Ομόνοια είναι μια μεταφορά της ίδιας της Ελλάδας. Το ωστικό κενό που εκτοπίζει τους επαγγελματίες και τους κατοίκους των μεγάλων πόλεων, η “βόμβα” της ανάπτυξης, δημιούργησε και στην Αθήνα, στην Ομόνοια, έναν “μη τόπο”. Εχουν γραφτεί κείμενα εναντίον της, αντιθέτως εγώ τη βλέπω σαν μια πραγματική πλατεία συνάθροισης ιδεολογικά απέναντι στη (μικρο)αστική και κιτς πλατεία Συντάγματος. Εδώ στην Ομόνοια “συμβαίνει” η Αθήνα, εδώ είναι η Αγορά της», υποστηρίζει ο Poka-Yio. «Φυσικά εδώ είναι και οι όποιες ευκαιρίες για τους επενδυτές, τα ξενοδοχεία, τα μεσαίου κόστους καταλύματα. Και έτσι αυτός ο μη τόπος των άδειων γραφείων, κειμηλίων μιας νεωτερικότητας, γίνεται ένα ομογενο-διεθνο-ποιημένο τουριστικό προϊόν χωρίς ταυτότητα».

Η Αριάδνη Βοζάνη, σήμερα καθηγήτρια στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ, ήταν μέλος της ομάδας που είχε αποσπάσει το 1998 το πρώτο βραβείο στον πανευρωπαϊκό διαγωνισμό της Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων Αθήνας για τη μελέτη ανάπλασης της πλατείας που δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αλλά και ομιλήτρια στο τριήμερο εκδηλώσεων του Εθνικού. «Πώς ένας τόπος με αυτήν τη συμβολική ονομασία, θέση και ιστορία κατέληξε “ά-σχημος”, χωρίς καμία προοπτική φροντίδας για τον όποιον σχεδιασμό του;» αναρωτιέται. Και συνεχίζει: «Η προσπάθεια του Πρόδρομου Τσινικόρη να ενεργοποιήσει εκ νέου το ενδιαφέρον για την Ομόνοια είχε ως αφετηρία την ανάδειξη των πολλαπλών προσωπείων της, των δυναμικών που τη χαρακτηρίζουν σήμερα και εκείνων που προμηνύουν το μέλλον της. Το Εθνικό Θέατρο –σε απόσταση αναπνοής από την πλατεία– θα μεταφερόταν κυριολεκτικά για τρεις ημέρες στη μεγάλη σκηνή της πόλης: τον δημόσιο χώρο. Εκεί, επί της πλατείας, οι πολίτες θα είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν σε ανοιχτό δημόσιο διάλογο ομιλητές με διαφορετικό “ρόλο” και ευθύνη. Η ακύρωση των εκδηλώσεων επειδή ορισμένοι διαφώνησαν με την ιδιότητα ή την εθνικότητα ενός ομιλητή δεν είναι μόνο τεράστια ήττα της δημοκρατίας, αλλά και ήττα της πόλης. Σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια μετά την ατυχή κατάληξη της τελευταίας απόπειρας σχεδιασμού της, η Ομόνοια έζησε μία ακόμη ματαίωση. Αυτήν τη φορά όχι της ανάπλασής της, αλλά της ελευθερίας του λόγου για τη σημασία και τις προοπτικές της».

«Είναι το DNA της περιοχής»

Ο Poka-Yio παρακολουθεί τις άτεχνες απόπειρες «μεταμόρφωσης» της πλατείας με την επίγνωση ότι δύσκολα ξεφεύγει κανείς από τον εαυτό του. «Στα υπόγεια καφέ της Ομόνοιας κάποτε συγκεντρώνονταν οι αποσυνάγωγοι ποιητές, αυτό είναι το DNA της περιοχής. Να εκδίδει σώματα και ποίηση. Η Ομόνοια θα βρίσκει πάντα τον τρόπο, δίπλα και πίσω από τις φωτεινές επιγραφές, εκεί όπου η σκιά γίνεται ακόμα πιο έντονη, να ανταλλάσσει στα κρυφά κάτι από το παρελθόν της με κάτι από το μέλλον της».

Σε ποιον ανήκει η Ομόνοια;-1
Εκκληση για καταλλαγή διά μέσου της σιωπής εκπέμπεται από την ιστορική έδρα του Εθνικού Θεάτρου, στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου.

Τουριστικοποίηση και πραγματική ζωή

Η Ομόνοια είναι κυριολεκτικά το πρώτο αλλά και το δεύτερο σπίτι του Βασίλη Χαραλαμπίδη. Από το 2001 και την εποχή του Bios μέχρι το 2014 που οραματίστηκε μια πρωτοποριακή δημιουργική θερμοκοιτίδα στις εγκαταστάσεις του παλιού περιοδικού «Ρομάντσο», στην εντελώς ανυπόληπτη, τότε, οδό Αναξαγόρα, μια ανάσα από την πλατεία, ο Χαραλαμπίδης έχει σκεφτεί πολύ πάνω στην Ομόνοια. Εδώ και λίγα χρόνια, μάλιστα, έγινε μόνιμος κάτοικός της.

«Οταν αποφάσισα να δημιουργήσω το “Ρομάντσο”, μέσα στα χρόνια της κρίσης, η περιοχή βρισκόταν σε βαθιά εγκατάλειψη. Την ίδια στιγμή, πολλοί φίλοι, designers, καλλιτέχνες και νέοι δημιουργοί της γενιάς μου βρίσκονταν χωρίς δουλειά ή προοπτική. Η σκέψη μου δεν ήταν να “εξευγενίσω” την Ομόνοια, αλλά να επαναφέρω δημιουργική και παραγωγική ζωή στο κέντρο. Μέσα από το “Ρομάντσο” προσπαθήσαμε να φέρουμε νέους δημιουργούς, μικρές ομάδες, ανθρώπους του πολιτισμού και της ψηφιακής παραγωγής δίπλα στις ήδη υπάρχουσες κοινότητες της περιοχής και να ξαναχτιστεί μια καθημερινότητα με πραγματική ζωή και δραστηριότητα».

Σήμερα, περίπου δέκα χρόνια μετά, το τοπίο, λέει ο Χαραλαμπίδης, είναι πολύ διαφορετικό. «Η τουριστικοποίηση μεταμορφώνει ξανά την Ομόνοια με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Νέα ξενοδοχεία και επενδύσεις ακινήτων αντικαθιστούν σταδιακά τις παλιές λειτουργίες της γειτονιάς. Το κέντρο μοιάζει να μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε έναν τόπο προσωρινής διαμονής και κατανάλωσης, με αποτέλεσμα όσοι ζουν και δραστηριοποιούνται καθημερινά εδώ να χάνουν σταδιακά τη θέση τους μέσα στην ίδια την πόλη». 

Ο ίδιος πιστεύει ότι αν υπάρχει μια πραγματικά βιώσιμη επόμενη ημέρα για την Ομόνοια, αυτή δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στον τουρισμό. «Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η πόλη να περάσει από μια κρίση εγκατάλειψης σε μια διαφορετική κρίση εκτοπισμού και απώλειας της πραγματικής ζωής».
Πολιτισμό παράγει, χωρίς άλλο, και η γκαλερί CAN της Χριστίνας Ανδρουλιδάκη, που πριν από δύο χρόνια μετακόμισε από το Κολωνάκι σε ένα ισόγειο στην οδό Χαλκοκονδύλη

«Η Ομόνοια είναι μια περιοχή όπου συνυπάρχουν κάτοικοι, εργαζόμενοι, τουρίστες, και συγχρόνως άνθρωποι που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και εξάρτησης από ουσίες, σε μια πραγματικότητα χρόνιας εγκατάλειψης και αγνόησης του ζητήματος από τους θεσμούς και από το κράτος. Επομένως οποιαδήποτε συζήτηση για το μέλλον της Ομόνοιας για εμένα χρειάζεται να ξεκινάει και να τελειώνει από αυτή την πραγματικότητα – χωρίς να την παρακάμπτει. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι να “κρυφτούν” τα προβλήματα, ούτε να γίνει η Ομόνοια ένα τεράστιο ξενοδοχείο. Είναι να υπάρξει πραγματική δημόσια πολιτική, κοινωνική φροντίδα προς τους πιο ευάλωτους, πρόσβαση σε δομές υγείας και απεξάρτησης, ασφάλεια, καθαριότητα αλλά και σοβαρή στήριξη της καθημερινής ζωής των κατοίκων και των μικρών επιχειρήσεων. Τα υπόλοιπα ας ακολουθήσουν».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT