Μια μέρα που έγινε άγρια νύχτα

Ενα χειμωνιάτικο πρωινό, τρεις φίλοι φεύγουν από το χωριό τους και χάνονται στο δάσος, όπου ανακαλύπτουν ένα έρημο σπίτι, πνιγμένο στη βλάστηση

3' 43" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΥΔΗΣ
«Κόκκινο φαράγγι»
εκδ. Πατάκη, 2026 
σελ. 160

Ενα χειμωνιάτικο πρωινό, τρεις φίλοι φεύγουν από το χωριό τους και χάνονται στο δάσος, όπου ανακαλύπτουν ένα έρημο σπίτι, πνιγμένο στη βλάστηση. Ο ένας από τους τρεις με το παρωνύμιο Dark είχε ξαναέρθει στο σπίτι, αλλά οι άλλοι δεν μαθαίνουν παρά πολύ αργότερα γιατί είχαν βρεθεί εκεί. Ανεπαίσθητα, το μπούχτισμα και η βαρεμάρα των τριών εφήβων χειροτερεύουν ολοένα, μέχρι που διοχετεύονται σε ένα αδιανόητο ξέσπασμα βίας· «φρικαλέο μπαντ τριπ». Θύμα τους ένας άνδρας, που είχε έρθει στο χωριό έπειτα από δεκαετίες για την κηδεία του αδελφού του. Το χορταριασμένο σπίτι ήταν το πατρικό τους, ένα χαλασμένο σπίτι.

Στο τέταρτο βιβλίο του ο Γιάννης Νικολούδης καταπιάνεται με ένα τρομερά επίκαιρο ζήτημα, τη βία των ανηλίκων. Ο Dark, η Foxy (που δεν είναι γυναίκα) και ο Snake είναι γεννήματα ενός αποπνικτικού, σκαιού τόπου, που υποδεικνύεται σαν θύλακος του κακού. Τα τρία παιδιά νιώθουν το χωριό σαν μέγγενη, που τους έκοβε την ανάσα. Οσο περιπλανιούνται άσκοπα στο ξένο σπίτι, ακούν διαρκώς τον αχό του χωριού, που ετοιμάζεται για γιορτή. Ακούν την καμπάνα της εκκλησίας, ανθρώπους να τοποθετούν πάγκους και πιατέλες, να συνομιλούν με σπασμένες φωνές, κάποιον να δοκιμάζει το μικρόφωνο. Τελικά δεν είχαν φύγει και τόσο μακριά.

Ο Dark έχει ανίατα τραυματιστεί από ένα οικογενειακό δράμα. Ο βουβός, άρρωστος θυμός του μολύνει όσα και όσους τον περιβάλλουν. Τα βράδια ονειρεύεται συντέλειες, θα ήθελε το χωριό να χαθεί από προσώπου γης. Κάθε ξημέρωμα πλησίαζε το παράθυρο με την προσμονή μιας καταστροφής. «Αλλά μετά έσπρωχνε την κουρτίνα και το χωριό ήταν εκεί: η ίδια πλατεία, τα ίδια σπίτια, τα ίδια καμπαναριά των εκκλησιών, οι ίδιοι άνθρωποι, ήταν όλα στη θέση τους, με μια κακία μέσα τους και τόσο σίγουρα για τον εαυτό τους». Οι ίδιοι άνθρωποι, που πάντα ήξεραν τα πάντα, «ο παπάς και ο δάσκαλος και οι άλλοι του καφενείου».

Τα παιδιά διατηρούσαν μια χαλαρή σχέση με την πραγματικότητα. Ο αληθινός κόσμος αντικατοπτριζόταν στις οθόνες των κινητών και των υπολογιστών τους. Βγάζουν φωτογραφίες ασταμάτητα. Βλέποντάς τες καταλαβαίνουν περίπου πού στέκονται, πώς φαίνονται. Είχαν για ονόματα τα ψευδώνυμα που είχαν επιλέξει σε ένα διαδικτυακό παιχνίδι. Τα Greeklish που μιλούσαν έμοιαζαν με τρίμματα μιας πρωτόγονης γλώσσας. Ολων οι ταυτότητες, όχι μόνον της Foxy, ήταν ρευστές και αδιαμόρφωτες. Ενα ακόμα καταλυτικό στοιχείο της πλοκής. Η ακατάσχετη βία, στην οποία κάποτε ενδίδουν παντελώς ανυπεράσπιστοι, αφανίζει τα πρόσωπά τους. Πλέον δεν ήταν άτομα, αλλά αγέλη. Μούγκριζαν, χτυπιούνταν, κλωτσούσαν, έπεφταν στα τέσσερα.

Μια μέρα που έγινε άγρια νύχτα-1

Ακόμα και τα πιο επουσιώδη μυθοπλαστικά στοιχεία, όπως μια πράσινη κουρτίνα, αποκτούν βαθμιαία ανύποπτη σημασία. Κάθε αφηγηματική ψηφίδα έρχεται να δέσει άρρηκτα με πολλές άλλες. Αυτές οι ψηφίδες συναρμόζουν τον πυκνό ιστό ενός θρίλερ. Και στα θρίλερ ο τρόμος εκλύεται από τον ήχο. Ο Νικολούδης χειρίζεται αριστοτεχνικά τις αυξομειώσεις του τρόμου μέσα από μια πολυειδή ηχητική, την οποία κυρίως δανείζεται από τη φύση. Φυλλωσιές θροΐζουν, αρπακτικά πλαταγίζουν τα φτερά τους πάνω από το φαράγγι, όπου προχωρούν τρία παιδιά και ένας ματωμένος άνδρας, οι καλαμιές σφυρίζουν από τον άνεμο που τις διαπερνά, τα έντομα βουίζουν πάνω από την επιφάνεια του ποταμού, που κυλά σπέρνοντας ολόγυρα μια πνιγερή εμβοή, η βλάστηση ανασαίνει με παραμιλητά και ψιθύρους. Μέσα στη ρωγμή ανάμεσα στους θηριώδεις βράχους, όπου περπατούσαν αλυχτώντας, οι τρεις φίλοι φάνταζαν μικροσκοπικοί. Η κακία τους υποσκελιζόταν από κάτι μεγαλύτερο και ισχυρότερο από τους ίδιους. Οι ανησυχητικοί ήχοι ενορχηστρώνουν τη γραφή, η οποία φτάνει σε ανατριχιαστικές τονικότητες.

Μια εξίσου σημαντική επίτευξη του Νικολούδη είναι η επιτήδεια διασάλευση της χρονικής ακολουθίας. Το κακό θεριεύει μέσα από επάλληλες και διασταυρούμενες στρώσεις χρόνου. Δεν είναι αιφνίδιο εφεύρημα. Ο ματωμένος άνδρας φέρει κατάσαρκα τις άδηλες ουλές μιας ανείπωτης βίας. Είχε ακρωτηριάσει τις πληγές, κομμάτια του εαυτού του, αλλά τα νεύρα «έμειναν να κρέμονται στις τομές». Ως θήραμα του κακού δεν διαφέρει από τους θηρευτές του. Στο έσχατο σημείο του σωματικού μαρτυρίου του, κατακόκκινος από το αίμα που αναβλύζει από το κρανίο του, ταπεινωμένος από ένα γκροτέσκο χαμόγελο κλόουν στα χείλη του, δεν είναι παρά ένα γελοίο ζώο, που τρεκλίζει και σωριάζεται, που μουγκρίζει από τον πόνο και ψελλίζει παραμιλητά.

Ο Νικολούδης δεν έχει την αφέλεια να προτείνει εξηγήσεις για το κακό. Το παρατηρεί να βυσσοδομεί και να διαβρώνει. Το κακό οφείλει να μείνει ακατάληπτο, αν θέλουμε να το διαχωρίσουμε από την ύπαρξή μας. Το κακό πρέπει να ιδωθεί σαν σφάλμα. Ισως γι’ αυτό τα πιο οδυνηρά σημεία της αφήγησης αφήνουν την υπόνοια της παραίσθησης. Ισως το σάστισμα μπροστά στην τυφλή βία να συνιστά το ασφαλέστερο ανάχωμα της λογικής σε ό,τι απειλεί να την καταλύσει. Αναμφίβολα πάντως ο Νικολούδης είναι ο καλύτερος συγγραφέας της νεότερης γενιάς.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT