Διαγωνισμός διηγήματος σε εφημερίδα; Μπορεί η ιδέα να ακούγεται κάπως «καλτ», ίσως και να θυμίζει μια εποχή περασμένη, όμως στην πραγματικότητα αυτό που έχει ξεπεραστεί είναι η αντίληψη ότι η λογοτεχνία ζει μόνο σε σελίδες που κιτρινίζουν. Σήμερα οι ιστορίες κυκλοφορούν παντού: σε podcasts, σε audiobooks, σε εκπομπές για το βιβλίο μέσα από τα social media. Ολα αυτά αποδεικνύουν ότι η ανάγκη των ανθρώπων να φανταστούν, να καταγράψουν και να αφηγηθούν ιστορίες παραμένει ακόμη ζωντανή.
Πενήντα χρόνια μετά τον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος που είχε διοργανώσει η «Καθημερινή» –με είκοσι διηγήματα να εκδίδονται τότε σε βιβλίο, το οποίο επανακυκλοφόρησε με την εφημερίδα της Κυριακής (10.5)– ο θεσμός επιστρέφει φέτος ανανεωμένος και προσαρμοσμένος στη συνθήκη του 2026. Ο φετινός διαγωνισμός, που συντονίζει ο δημοσιογράφος της «Κ» και συγγραφέας Ηλίας Μαγκλίνης, απευθύνεται σε νέες και νέους συγγραφείς 14 έως 45 ετών. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να δηλώσουν συμμετοχή έως τις 31 Αυγούστου, συμπληρώνοντας τη σχετική φόρμα και διαβάζοντας τους όρους στο kathimerini.gr.
Τα διηγήματα που θα ξεχωρίσουν θα εκδοθούν σε ένα συλλεκτικό βιβλίο το οποίο θα κυκλοφορήσει με την «Καθημερινή» της Κυριακής μετά τη λήξη του διαγωνισμού και θα αξιολογηθούν από τους Ευθύμη Φιλίππου, Μαριλένα Καραμολέγκου, Λένα Διβάνη, Γιάννη Παλαβό και Ελισάβετ Κοτζιά. Μερικές από τις ερωτήσεις που τους θέσαμε είναι το πώς ένας τέτοιος διαγωνισμός συμβάλλει στην ανάπτυξη της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνικής σκηνής, ποια είναι η θέση του διηγήματος σήμερα και αν η τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζει –ή δεν επηρεάζει– τη συγγραφή.
Οι προϋποθέσεις ενός σύγχρονου διηγήματος
Ελισάβετ Κοτζιά, κριτικός λογοτεχνίας
Ενας τέτοιος διαγωνισμός προσφέρει την ευκαιρία σε νέους συγγραφείς να εκτεθούν και να κριθούν από κατά τεκμήριο ειδήμονες, καθ’ οδόν, πριν φτάσουν στον εκδότη τους. Επίσης, διαθέτει ρόλο παραδειγματικό δείχνοντας ότι η συγγραφή, η ανάγνωση και η κριτική αξιολόγηση της λογοτεχνίας αποτελούν διαδικασία ενιαία.
Δύο είναι οι προϋποθέσεις ενός σύγχρονου διηγήματος. Πρώτον, να καταπιάνεται είτε με καινούργιες θεματικές ακολουθώντας την κοινωνική εξέλιξη είτε με τα μεγάλα αξεπέραστα θέματα της ανθρώπινης κατάστασης. Και, δεύτερον, να ανανεώνει τις τεχνικές του.
Αν σκεφτούμε μεγέθη όπως τον Παπαδιαμάντη ή τον Βιζυηνό, το διήγημα κατείχε πάντοτε προνομιακή θέση στην ελληνική πεζογραφία. Κι αν τις τελευταίες δεκαετίες υπερκεράστηκε –από την άποψη του αριθμού των τίτλων– από το μυθιστόρημα, το ζήτημα δεν είναι ποσοτικό. Οπως παλαιότερα, έτσι και σήμερα διαθέτουμε διηγηματογράφους πρώτης τάξεως, όπως τους Σωτήρη Δημητρίου, Γιώργο Σκαμπαρδώνη, Τάσο Καλούτσα, Βασίλη Τσιαμπούση, Ιγνάτη Χουβαρδά, Γιάννη Παλαβό, Χρήστο Οικονόμου, Δημοσθένη Παπαμάρκο, Γαλάτεια Ριζιώτη κ.ά. Το ελληνικό διήγημα σήμερα πειραματίζεται προς πολλαπλές κατευθύνσεις και οι συγγραφείς που προανέφερα ανανέωσαν θεματολογικά το ρεαλιστικό διήγημα. Μυθιστοριογράφοι όπως ο Θανάσης Βαλτινός και ο Μισέλ Φάις μετέφεραν στα δικά τους διηγήματα διαλόγους του θεάτρου, ενώ η Δήμητρα Κολλιάκου δημιούργησε διηγήματα-υβρίδια τα οποία θυμίζουν λήμματα της εγκυκλοπαίδειας.
Κείμενα από καρδιά και στομάχι και κεφάλι μαζί
Ευθύμης Φιλίππου, σεναριογράφος

Οι λογοτεχνικοί διαγωνισμοί –φαντάζομαι και ελπίζω– βοηθάνε, με την έννοια ότι ένα κείμενο μπορεί να βρει έναν λίγο πιο σύντομο δρόμο προς τη δημοσίευση. Το στοιχείο που με γοητεύει και με συγκινεί συνήθως στα λογοτεχνικά γραπτά είναι να νιώθω ότι δεν με κοροϊδεύουν – ή, αν το κάνουν, να γίνεται με έναν τρόπο που δεν μου είναι αντιληπτός. Συμπαθώ πολύ τα κείμενα που προέρχονται από καρδιά και στομάχι και κεφάλι μαζί. Με εντυπωσιάζει όταν, με κάποιον τρόπο, είναι ευδιάκριτο ανάμεσα στις αράδες το ζόρι που κάποιος έχει τραβήξει γράφοντας κάποιες λέξεις, η ειλικρίνεια μιας περιγραφής, η επιλογή των χρησιμοποιημένων λέξεων και η απόρριψη των υπολοίπων. Η κρίση ενός κειμένου έχει μέσα της ευθύνη, αλλά θα πρέπει να σκεφτούμε το πραγματικό της μέγεθος – δεν είναι η ευθύνη ενός καρδιοχειρουργού ή ενός οδηγού σχολικού λεωφορείου. Το λάθος στο αν ένα ανάγνωσμα είναι καλό ή κακό, σύμφωνα με τη γνώμη κάποιου, είναι ένα μικρό λάθος. Πιστεύω ότι δεν εξαρτάται η ζωή του κειμένου από τον οποιονδήποτε κριτή. Αυτή η σκέψη με καθησυχάζει. Επίσης, το διήγημα ως φόρμα είναι κάτι που με βολεύει πολύ πια, καθώς όσο μεγαλώνω τόσο πιο δύσκολο μου είναι να διαβάζω μυθιστορήματα. Δυστυχώς.
Με εντυπωσιάζει όταν, με κάποιον τρόπο, είναι ευδιάκριτο ανάμεσα στις αράδες το ζόρι που κάποιος έχει τραβήξει γράφοντας κάποιες λέξεις, η ειλικρίνεια μιας περιγραφής, η επιλογή των λέξεων. -Ευθύμης Φιλίππου
Πεδίον λογοτεχνικής δόξης λαμπρόν
Μαριλένα Καραμολέγκου, εκδότρια

Κάθε λογοτεχνική γιορτή είναι και μια αφορμή για δημιουργικότητα, γνωριμία, γόνιμες συζητήσεις και ανάδειξη νέων καλλιτεχνών. Ενας διαγωνισμός που μπορεί να διασφαλίσει ότι η πρόσκλησή του θα είναι ανοιχτή σε όλους και το κάλεσμά του μπορεί να γίνει με τρόπο που θα ακουστεί σε πολύ κόσμο, έχει και περισσότερες πιθανότητες να εντοπίσει μια νέα λογοτεχνική φωνή (ή και να επαναφέρει μία ήδη γνωστή ενδεχομένως).
Αλλωστε, το διήγημα είναι συχνά το είδος που προτιμάται στα πρωτόλεια έργα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η μικρή φόρμα είναι και εύκολη. Το αντίθετο. Πάντως, το διήγημα έχει ως είδος τούς θαυμαστές του, ακόμη κι αν το μυθιστόρημα έχει απείρως μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία. Προσωπικά θαυμάζω απεριόριστα ένα καλοδουλεμένο διήγημα που καταφέρνει να σε κερδίσει μέσα σε λίγες σελίδες, κατορθώνοντας να αποτυπώσει το κλίμα και τις εντάσεις της εποχής του. Λατρεύω, για παράδειγμα, τον Χρήστο Οικονόμου και το έργο του. Η ελληνική πραγματικότητα προσφέρει, αν μη τι άλλο, αδιανόητο πλούτο ερεθισμάτων, ας μου επιτραπεί ο ευφημισμός. Υπό αυτή λοιπόν την έννοια, η πραγματικότητα είναι εκεί και περιμένει τη ματιά μας, επομένως «ιδού πεδίον λογοτεχνικής δόξης λαμπρόν».
Η γλώσσα και η καρδιά
Γιάννης Παλαβός, συγγραφέας

Το διήγημα είναι λογοτεχνία και τα διακυβεύματα στη λογοτεχνία είναι δύο: η γλώσσα και η ανθρώπινη καρδιά. Στο διήγημα, αυτά προσεγγίζονται διά της οικονομίας των μέσων, του υπαινιγμού, του αιφνιδιασμού και μιας θελκτικής πλοκής, που κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και τον κάνει να θέλει να παρακολουθήσει την ιστορία. Κάθε λογοτεχνικό είδος έχει τις δικές του δυσκολίες. Ο Φόκνερ έλεγε, μισοαστεία μισοσοβαρά, ότι ξεκίνησε από την ποίηση, το «δυσκολότερο είδος»· όταν κατάλαβε ότι δεν ήταν ικανός ποιητής, δοκίμασε το διήγημα, το «δεύτερο δυσκολότερο είδος»· ούτε εκεί τα κατάφερε, έλεγε, κι έτσι κατέληξε στο μυθιστόρημα, το «πιο εύκολο». Στην πραγματικότητα, όμως, αυτές οι διακρίσεις δεν σημαίνουν τίποτα.
Οσον αφορά την ΑΙ, πιστεύω ότι επηρεάζει τη συγγραφή, όπως επηρεάζει κάθε στοιχείο της πραγματικότητας μέσα στην οποία ζούμε. Είμαστε συλλέκτες όσων συμβαίνουν γύρω μας, συνειδητά ή ασυνείδητα, και αυτά περνούν στη γραφή. Ομως, ένα κείμενο παραμένει πάντα έκφραση της ιδιοσυγκρασίας του συγγραφέα: των βιωμάτων, των σκέψεων, των συναισθημάτων του. Είναι κάτι βαθιά προσωπικό κι εκεί η AI δεν έχει λόγο. Μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο, όπως ένα λεξικό, αλλά δεν μπορεί να γράψει το κείμενο. Το κείμενο το γράφει και σήμερα ό,τι το έγραφε πάντα, δηλαδή τα πιο απλά, θεμελιώδη πράγματα: ο φόβος, η αγωνία, η ματαίωση, η ελπίδα.
Γι’ αυτόν τον λόγο είμαι χαρούμενος που συμμετέχω στην κριτική επιτροπή. Είναι προνόμιο να βλέπω τι γράφεται τώρα, από συγγραφείς που ακόμη διαμορφώνονται. Κι εγώ πριν από 25 χρόνια έψαχνα έναν έναν τους διαγωνισμούς, έστελνα συνεχώς, ώσπου κάποιοι πρόσεξαν τα κείμενά μου. Τώρα αισθάνομαι ότι είναι η σειρά μου να ανταποδώσω: να έχω τα μάτια μου ανοιχτά και να βοηθήσω, όσο μπορώ, νέες φωνές να βρουν τον δρόμο τους.
Ενα κείμενο παραμένει πάντα έκφραση της ιδιοσυγκρασίας του συγγραφέα: των βιωμάτων, των σκέψεων, των συναισθημάτων του. Είναι κάτι βαθιά προσωπικό κι εκεί η AI δεν έχει λόγο. -Γιάννης Παλαβός
Η γοητεία ενός εραστή που φεύγει
Λένα Διβάνη, συγγραφέας

Υπάρχουν άνθρωποι με ταλέντο, που μπορεί όμως να μην έχουν ακόμη αυτοπεποίθηση. Αν τα πάνε καλά σε έναν διαγωνισμό, αποκτούν μια πρώτη επιβεβαίωση. Οσον αφορά τον συγκεκριμένο διαγωνισμό, πιστεύω ότι έχει μια σημαντική θέση στην ελληνική λογοτεχνική σκηνή και κυρίως τώρα που λιγοστεύει ο χρόνος τον οποίο διαθέτουν οι άνθρωποι για ανάγνωση. Το διήγημα κερδίζει έδαφος. Είναι μικρή φόρμα, έχει γοητεία, τελειώνει γρήγορα, δεν απαιτεί μήνες αναμονής.
Για μένα, αυτό που κάνει ένα διήγημα σύγχρονο χωρίς να χάνει τη λογοτεχνική του αξία είναι πρώτα απ’ όλα το θέμα· πρέπει να με αφορά για να το πλησιάσω. Αυτό όμως που θα με κερδίσει είναι ο τρόπος που είναι γραμμένο. Πρέπει να έχει τη γοητεία ενός εραστή που φεύγει την επόμενη μέρα. Πρέπει να σε μαγέψει γρήγορα.
Σχετικά με την AI, θεωρώ ότι ακόμη είμαστε σε βρεφικό στάδιο και δεν έχουμε δει τα χειρότερα. Δεν τη χρησιμοποιώ γιατί πιστεύω ότι μου κλέβει δεξιότητες, αλλά και ένα κομμάτι από την ευφυΐα και την ταυτότητά μου. Δεν υπάρχει λογική στο «χρησιμοποιώ ΑΙ για να γράψω κάτι γρηγορότερα». Η λογοτεχνία είναι κάτι «αργό», θέλει χρόνο, όπως ένα φαγητό που ψήνεται αργά στον φούρνο για να γίνει νόστιμο. Διαφορετικά, το κείμενο θα βγει για κλάματα, γεμάτο με επαναλήψεις, με κλισέ και με όλα αυτά που δεν θέλουμε.

