«Γράφε όταν είσαι μεθυσμένος, διόρθωνε όταν είσαι νηφάλιος». Το παραπάνω χιλιοειπωμένο ρητό αντικατοπτρίζει -δίκαια και με ακρίβεια- τη θρυλική έξη λογοτεχνών, ποιητών και κάθε λογής γραφιάδων του περασμένου αιώνα προς το «πίνειν».
Ο Ανταμ Γκόπνικ του New Yorker πριν από μερικά χρόνια έθετε το ζήτημα χωρίς περιστροφές. Είναι αδύνατον να ξεφυλλίσεις παλιά τεύχη περιοδικών ή σελίδες αμερικάνικων εμβληματικών λογοτεχνικών έργων αγνοώντας το πόσο αξεδιάλυτη υπήρξε η σχέση του γραφιά με το ποτό. Εν ολίγοις, όπως λέει ο Γκόπνικ, το πόσο συνδεδεμένος ήταν ο αλκοολισμός με τη συγγραφή.
Η σχέση αυτή απασχόλησε προ χρόνων τη Βρετανή συγγραφέα Ολίβια Λέινγκ η οποία υπέγραψε το 2013, το «The Trip to Echo Spring: On Writers and Drinking» – μια μελέτη πάνω στη σχέση σπουδαίων Αμερικάνων συγγραφέων με το ποτό.
Μια από τις ιστορίες που η Λέινγκ αφηγείται στο βιβλίο της είναι η ακόλουθη. Ετος 1973. Ενας καταξιωμένος συγγραφέας με ένα άδειο ποτήρι ανά χείρας χτυπά την πόρτα νεότερου συναδέλφου του. «Συγγνώμη. Είμαι ο Τζον Σίβερ. Υπάρχει περίπτωση να μου δανείσεις λίγο ουίσκι;». Ο Ρέιμοντ Κάρβερ -ο άνθρωπος στον οποίο ο Σίβερ προσέτρεξε- δεν είχε ακόμη αποκτήσει τη φήμη που θα αποκτούσε λίγα χρόνια μετά. Δεν είχε επίσης ουίσκι στο δωμάτιό του. Είχε μόνο μια βότκα Smirnoff.
Σίβερ και Κάρβερ βρήκαν την αλκοολική πατέντα. Οπως αφηγείται η Λέινγκ, οι δυό τους επισκέπτονταν συχνά την πλησιέστερη κάβα, εξοπλίζονταν με τις απαραίτητες προμήθειες οινοπνευματωδών και έπιναν εναλλάξ από τα μπουκάλια, στη διαδρομή προς το θρυλικό Εργαστήριο Συγγραφέων της Αϊόβα.
Η σχέση των διανοούμενων με τη «νόσο» του πιόματος είναι σχεδόν αρχέγονη, αναφέρει δημοσίευμα του The Atlantic. Κατά τον 3ο αιώνα, στην Κίνα, οι σοφοί αποσύρονταν στην ύπαιθρο «για να πίνουν κρασί και να γράφουν ποίηση», ενώ οι πρόγονοί μας, ήδη από τη Νεολιθική Εποχή, αξιοποιούσαν τις επιδράσεις του αλκοόλ για να αναζητήσουν έμπνευση και υπερβατικές διαδρομές σκέψης. Το δημοσίευμα ανατρέχει στις απαρχές του ίδιου του περιοδικού. Το 1868 ένα άρθρο που φιλοξενούσε το Atlantic ανέφερε ότι «καλλιτέχνες, συγγραφείς και ηθοποιοί» ήταν ιδιαίτερα επιρρεπείς στο αλκοόλ.
Στον 20ο αιώνα, η σχέση της λογοτεχνικής ευφυΐας με την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ εμπεδώνεται ως μια μορφή ποπ κουλτούρας. Κομβικό σημείο, η περίοδος της Ποταπαγόρευσης τη δεκαετία του 1920, όταν η «Αμερική διαμόρφωσε τον δικό της ρομαντικό μύθο για το τι εστί καλλιτέχνης».
Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Ερνεστ Χέμινγουεϊ, Τενεσί Γουίλιαμς, Τζον Τσίβερ και Ρέιμοντ Κάρβερ είναι μερικοί μόνο από τους σπουδαίους «άσωτους». Ειδικά, ο Τενεσί Γουίλιαμς αναζητούσε στο αλκοόλ διαφυγή από το άγχος και τις κρίσεις πανικού. Ενιωθε πως όταν έπινε, στις φλέβες του μεταγγιζόταν ένα νέο είδος αίματος το οποίο -για λίγο- εξαφάνιζε την αγωνία και την ταραχή. Κάτι το οποίο πρόσκαιρα αποτελούσε το «υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα όνειρα».
Τα όνειρα, όμως, τελειώνουν. Ή δεν είναι πάντα λυτρωτικά. Ο θρύλος λέει ότι ο Γουίλιαμ Φόκνερ, βρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, είπε κάποτε με περιφρόνηση στη μικρή του κόρη: «Ξέρεις, κανείς δεν θυμάται το παιδί του Σαίξπηρ». Ο ίδιος, βέβαια, χρειάστηκε κάποτε πολλαπλά δερματικά μοσχεύματα αφότου κάηκε σε σωλήνα ατμού ενώ ήταν μεθυσμένος.
Ορκισμένος, αλλά πιο «μεθοδικός» πότης υπήρξε ένας άλλο σπουδαίος των τεχνών -της 7ης τέχνης εν προκειμένω- του 20ου αιώνα. Ο Λουίς Μπουνουέλ είχε γράψει πως αν ο Μεφιστοφελής του έδινε τη δυνατότητα να ζητήσει το οτιδήποτε, εκείνος θα ζητούσε ένα ανθεκτικότερο συκώτι. Στο «Lost Weekend» (1945) του Μπίλι Γουάιλντερ ο μπάρμαν του Χάουαρντ Ντα Σίλβα προειδοποιούσε τον αλκοολικό Ρέι Μίλαντ. «Ενα ποτό είναι πολύ, εκατό ποτά δεν είναι αρκετά». Ενώ στο φετινό, εξαιρετικά τρυφερό, «Ενα Τελευταίο για τον Δρόμο» του Φραντσέσκο Σοσάι, δύο μέθυσοι που μοιάζουν να μην έχουν πια τίποτα να χάσουν στις ζωές τους περιφέρονται στη χώρα πιωμένοι 24 ώρες το 24ωρο. Σημείωση: κάθε φορά που φαίνεται να αποκαλύπτουν κάποιο βαθύτερο νόημα της ζωής, οι συνομιλητές τους δεν μπορούν να το ακούσουν.
Επιστροφή στον 21ο αιώνα του ατομικού wellness και της «αυτοβελτίωσης». Το δημοσίευμα του Atlantic θέτει εκ νέου μια μάλλον ευρέως αποδεκτή πια αντίληψη. Η χρήση αλκοόλ μειώνεται και οι νεότεροι φαίνεται να απομακρύνονται από τη «γοητεία» του. Η αποστροφή αυτή δεν αντανακλάται μόνο στη στατιστική, αλλά και σε τάσεις (βλ. «sober curious», «dry Jenuary»). Ακόμα και στη λογοτεχνία, αναπτύχθηκε ένα υποείδος με ακριβώς αυτή τη στόχευση – βιβλία δηλαδη που αναδεικνύουν τις διαδρομές ανθρώπων από τον εθισμό στη νηφαλιότητα.
Και ως προς τους αλκοολικούς «ρομαντικούς» του 20ου αιώνα; Στο βιβλίο της Λέινγκ η ματιά είναι μεν τρυφερή και συμπονετική αλλά η ανάγνωση καταλήγει κυρίως θλιβερή για τις απολήξεις των ζωών αυτών των ηρώων, εκτιμά ο Γκόπνικ του New Yorker. Σήμερα, το «έκλυτο» όντως μοιάζει παρωχημένο, αλλά δεν αποκλείεται να επιστρέψει, καταλήγει το δημοσίευμα του Atlantic. Ομως όταν αυτό συμβεί, οι περιπέτειες του Σίβερ, του Κάρβερ, του Ερνεστ Χέμινγουεϊ και του Τένεσι Γουίλιαμς ίσως να μην φαντάζουν το ίδιο ένδοξες.
«Το αλκοόλ γερνάει» γράφει ο Γκόπνικ στον δικό του επίλογο. Είναι εντυπωσιακό το πόσο «ηλικιωμένοι» έδειχναν οι παλιοί συγγραφείς, ακόμη και σε νεανικές ακόμη φάσεις της ζωής τους. Ο Φιτζέραλντ πέθανε λίγο μετά τα 40 αλλά θεωρούνταν γέρος – σαν ένας Ριπ βαν Ουίνκλ της λογοτεχνίας μετά από έναν πολυετή αλκοολικό ύπνο.
Οι νέοι πέθαιναν μαζί με τη νιότη τους. Σήμερα, η νιότη παρατείνεται – έστω επιφανειακά. Ο Γκόπνικ εντοπίζει περισσότερους συγγραφείς που μοιάζουν με «παιδάκια» -όχι μόνο στην εξωτερική εμφάνιση. Αλλά ταυτόχρονα και λιγότερους πρόωρους θανάτους λογοτεχνών από από καταχρήσεις και ασωτίες. Δίκαιο το τίμημα;

