Μια αλλαγή στον τρόπο θέασης

«Οι άνθρωποι παρατηρούμε με μεγεθυντικό φακό λίγα μόνο χιλιοστά του κόσμου και, γεμίζοντας το μάτι μας με αυτή τη μερίδα, πιστεύουμε πως βλέπουμε το όλον. Οταν όμως κάποιος κατεβάσει τον φακό, συγκλονίζεται από το μέγεθος που έχει μπροστά του. Δεν το χωράει ο νους του»

3' 33" χρόνος ανάγνωσης

ΗΛΙΑΣ ΜΠΙΣΤΟΛΑΣ
«Η κορυφή του κόσμου»
εκδ. Τόπος, 2025 
σελ. 160

«Οι άνθρωποι παρατηρούμε με μεγεθυντικό φακό λίγα μόνο χιλιοστά του κόσμου και, γεμίζοντας το μάτι μας με αυτή τη μερίδα, πιστεύουμε πως βλέπουμε το όλον. Οταν όμως κάποιος κατεβάσει τον φακό, συγκλονίζεται από το μέγεθος που έχει μπροστά του. Δεν το χωράει ο νους του».

Το σύνολο παραμένει προβολή, μια εικασία βασισμένη πάνω σε αυτά τα χιλιοστά. Πορευόμαστε, πιστεύοντας ότι το «όλον» υποτάσσεται σε εύτακτες αλληλουχίες που συνάδουν, λίγο ή πολύ, στα παραδεδεγμένα. Οταν η εμπειρία, ξαφνικά, αποκαλύπτει τις σκοτεινές κοιλάδες και τις απόκρημνες κορυφές της, σημεία απομακρυσμένα από την κανονική κατανομή της στατιστικής καμπύλης, νιώθουμε ότι κάποια συνθήκη διαρρηγνύεται, ότι κάποιος ψεύδεται· ενώ, απλώς, η πραγματικότητα, ως οφείλει, διαψεύδει τις προσδοκίες μας. «Η κορυφή του κόσμου», φράση που εμφανίζεται στο τελευταίο διήγημα, είναι μια εποπτική υπέρβαση –μια αναστολή της εμμένειας–, απάντηση στη μομφή: «εσείς που εμμένετε και αναζητείτε ένα νόημα πίσω από όλα αυτά», που διαβάζουμε στο πρώτο διήγημα της συλλογής. «Η κορυφή του κόσμου» του Ηλία Μπιστολά προσφέρει μια απαγορευμένη θέαση των καθαυτό πραγμάτων. Μια θέα από παντού, που τείνει, όμως, να είναι για εμάς αδιέξοδη. Οσο κι αν η επιστήμη σκαρφίζεται διαρκώς πανοπτικούς τρόπους αντίληψης, θα υπάρχει και αντίλογος: «Η γραμμή του ορίζοντα είναι μια γρίλια από όπου μπαίνει ένας διαρκής άνεμος Δημιουργίας».

Ο Μπιστολάς, στη δεύτερη συγγραφική του απόπειρα, προτάσσει μια εντυπωσιακή παλέτα ακραίων καταστάσεων προς επίρρωση του ανοίκειου· μια μυθοπλαστική ερμηνεία για την αντίσταση στο ανησυχαστικά, ή καθησυχαστικά, κίβδηλο που παρεισφρέει σε κάθε πεισματικά μεγεθυμένο εμπειρικό θραύσμα.

«Είναι μικρή η διαδρομή από την οδύνη στη μακαριότητα, όσο τρελό κι αν ακούγεται αυτό», θα πει ο ήρωας στο «Η αόρατη επικράτεια», όταν σώζεται από βέβαιο πνιγμό και, εμμονικά, αρχίζει να προσφέρει παρηγοριά σε συγγενείς και φίλους νεκρών. Μικρή, όμως, είναι και η διαδρομή από το μυστηριώδες στο κωμικό, όπως αποδεικνύεται με την παρελκυστική φάρσα που στήνεται στον κουμπάρο, στο ομώνυμο διήγημα, όπου το αυτί, το κότσι και τα μάγουλα ενός γουρουνιού μπερδεύονται στο διάβα του προς τη γαμήλια τελετή και το λουκούλλειο γεύμα που έπεται.

Πώς η ανυπαρξία νοήματος ως υπαρξιακή παραδοχή κατοπτρίζεται μορφικά στη λογοτεχνική συνθήκη; Πώς διατυπώνει κανείς το τετριμμένο του παραλόγου, με τρόπο που ανθίσταται στην κενολογία; Και λέω «τετριμμένο», γιατί η συγκεκριμένη θεματική δύσκολα, πλέον, κομίζει αυθεντικότητα. Ο Μπιστολάς αραιώνει το νόημα, σε σημεία διολισθαίνοντας στην ακαταληψία, όπως στο «Ο Θεός πίθηκος», ενισχύοντας την υφολογική ικμάδα του κειμένου. Η φόρμα θάλλει όταν το περιεχόμενο βρίσκεται σε αποδρομή, ή, αντιστρόφως, εκεί όπου η ιστορία ξεδιπλώνεται γραμμικά, το ύφος απεκδύεται την αλαζονεία του και αναβλύζει προσήνεια. Η ευθύβολη ιστορία εκδίκησης που υποθάλπεται στο «Τσακώνικο πορνό» βρίσκει υφολογική αντιστήριξη στη μαστροπεία της γλώσσας. Ο γλοιώδης ανθυπαστυνόμος Γ. Π., που αρέσκεται να κάνει χρήση της τοπικής διαλέκτου, μπορεί να στέκει ως σύμβολο τοξικότητας, ασυνέπειας και προγονολατρίας, αλλά συνιστά και γέφυρα που συνδέει το παρόν της ηρωίδας με το κακοποιητικό παρελθόν της.

Οι μεθοδολογικοί διαχωρισμοί, ίδιον της κριτικής, αδικούν τη δύναμη της πρόζας. Η ανατομία είναι πράξη ψυχρή, σε αντίθεση με την ανάγνωση, που εδράζεται στην αγάπη προς τη λογοτεχνία. Για να γεννηθεί όμως αυτή η αγάπη απαιτείται ταλέντο και αφοσίωση. Η συλλογή προκαλεί δεύτερες αναγνώσεις στις οποίες διακρίνονται καθαρότερα αντηχήσεις της συνολικής πρόθεσης· συνέχεται δόκιμα και καλλιεργεί πίστη για τη σοβαρότητα με την οποία προσέρχεται ο Μπιστολάς στο προκείμενο της γραφής. Ξεχωρίζω το εναρκτήριο διήγημα, «Μεσογαία», τόσο για την κατεργασμένη γλώσσα όσο και για τις νοηματικές εξακτινώσεις του προς τις υπόλοιπες ιστορίες. Ο θάνατος δεκαεπτά ανθρώπων «σε μία και μόνο ώρα», σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, αναδιατάσσει την ηθική πυξίδα της κοινότητας και δοκιμάζει το αισθητήριο πίστης και νόησης, έτσι όπως το αλλόκοτο μοίρασμα της τράπουλας αποκαλύπτει ότι «το στασίδι με το σκαμπό δεν διαφέρουν».

Ο Μπιστολάς κερδίζει τον αναγνώστη, καλλιεργώντας αυτή τη σπάνια «άνευ όρων» παράδοση, κάπως σαν την «αβίαστη και πολύ τρυφερή» συμπάθεια που τρέφει ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στο «Οι ασυνήθιστες κινήσεις του Κατς» προς τον πρώην παλαιστή, οι εγωκεντρικές πράξεις του οποίου αδυνατούν να υποσκάψουν τα φίλια συναισθήματα του αφηγητή προς το πρόσωπό του. Ο συγγραφέας είναι, εξάλλου, παρομοίως, ένας εγωτιστής με ακαταλόγιστο· εξιλεώνεται κατασκευάζοντας αισθητική. Σου μαθαίνει τις ιδιοσυγκρασιακές ιδιαιτερότητές του· σε διαπλάθει να κοιτάζεις αλλιώς:

«Χρειαζόταν απλώς μια αλλαγή στον τρόπο θέασης, όπως σε εκείνη την ψευδαίσθηση με το σχήμα που μπορεί να είναι πάπια ή λαγός, για να δεις τα πράγματα από διαφορετική οπτική γωνία».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT