Η Αριστερά, ο Ντοστογιέφσκι, τα ένδον ρήματα

Ο συγγραφέας του «Κιβωτίου» και μεταφραστής του Ρώσου τιτάνα της λογοτεχνίας είχε βρει και τη δική του ποιητική φωνή στα ελληνικά

η-αριστερά-ο-ντοστογιέφσκι-τα-ένδον-ρή-564218851 Ο Αρης Αλεξάνδρου το 1976 στο Παρίσι, όπου και πέθανε δύο χρόνια αργότερα. «Εχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές», έλεγε ο ίδιος, «νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ».
Ο Αρης Αλεξάνδρου το 1976 στο Παρίσι, όπου και πέθανε δύο χρόνια αργότερα. «Εχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές», έλεγε ο ίδιος, «νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ».
Φόρτωση Text-to-Speech...

Θεωρείται σύμβολο ηρωισμού και αυτοθυσίας το επιτύμβιο επίγραμμα για τους τριακόσιους Σπαρτιάτες των Θερμοπυλών, το οποίο αποδίδεται στον Σιμωνίδη τον Κείο και έχει βέβαια ως εξής: «Ω ξειν’, αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι». Ενας σύγχρονος αναγνώστης, ωστόσο, ενδέχεται σήμερα να διακρίνει και κάτι το σπαρακτικό μέσα σε μια τόσο πεισιθάνατη υπακοή, σωστά; Αν ναι, τότε ίσως αυτός ήταν ένας λόγος που, αιώνες μετά τις Θερμοπύλες, ο ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής Αρης Αλεξάνδρου (1922-1978) επέλεξε να κλείσει την τελευταία του ποιητική συλλογή, «Ευθύτης οδών» (1959), με το δίστιχο «Υποσημείωση», όπου διαβάζουμε τα παρακάτω συνταρακτικά: «Φίλε ή αντίπαλε μην τ’ αναγγείλεις πουθενά/Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος». Είναι σαν να έχει προηγηθεί και εδώ κάτι τρομερό, ακολουθούμενο από τέτοια υπαρξιακή αγωνία, που οδήγησε τον ποιητή σε μια κατάφαση με αξιακό κέντρο βάρους τη ζωή πλέον, έστω και εκείνη που ορίζεται εσωτερικά.

Η «Υποσημείωση» επέχει «θέση κατακλείδας στο εν Ελλάδι ποιητικό του έργο», λέει στην «Κ» η Ελένη Κεχαγιόγλου. Φιλόλογος και επιμελήτρια μιας νέας έκδοσης με τα ποιητικά άπαντα του Αλεξάνδρου Ποιήματα 1941-1974», εκδ. Πατάκη), σημειώνει ότι το συγκεκριμένο δίστιχο του ποιητή πιστοποιεί πως, μετά την προσωπική του πανωλεθρία στον βωμό της Ιστορίας, εκείνος παραμένει μόνο των «ένδον ρημάτων» δέσμιος. Στην περίπτωση μάλιστα του Αλεξάνδρου, τα «ένδον ρήματα» συμπυκνώνονται στο αίτημα της αδιάλλακτα ελεύθερης συνείδησης, της δυσπιστίας απέναντι στις δογματικές βεβαιότητες, της κριτικής προς κάθε είδους ορθοδοξία. «Και, πάνω από όλα», προσθέτει, «στο αίτημα ενός ουμανισμού που πειθαρχεί μόνο στις εσωτερικές του επιταγές, έστω κι αν το τίμημα είναι η μοναξιά, κάτι που γνώριζε καλά αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος, όπως έχει πει ο Μαρωνίτης, “δεν βολεύτηκε ποτέ σε τούτο τον κόσμο”».

Ο Αλεξάνδρου πρωτοείδε το φως στο Λένινγκραντ, το 1922, γεννημένος από Ρωσίδα μητέρα και Ελληνα πατέρα, οι οποίοι το 1928 εγκαταστάθηκαν μαζί του στην Ελλάδα. Ο κατά κόσμον Αριστοτέλης Βασιλειάδης έμαθε ελληνικά τόσο γρήγορα και τόσο καλά, που μετά τις ανολοκλήρωτες σπουδές στην ΑΣΟΕΕ άρχισε να εργάζεται ως μεταφραστής, έργων του Γκόρκι, του Τσέχοφ, του Ο’Νιλ, της Μπακ και φυσικά του Ντοστογιέφσκι. Στην Κατοχή προσχώρησε στο ΕΑΜ, αλλά αποχώρησε διαφωνώντας με τη συκοφάντηση συντρόφων του, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ο ίδιος θα γλίτωνε την εξορία ή την καταδίκη από το μετεμφυλιακό κράτος για ανυποταξία. Αμέσως μετά το απριλιανό πραξικόπημα εγκαταστάθηκε, με τη σύντροφό του, Καίτη Δρόσου, στο Παρίσι. Το μυθιστόρημά του, «Το Κιβώτιο» (Κέδρος, 1975), αποτέλεσε σταθμό στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία, καθώς κατέγραφε με αφηγηματικά καθοριστικό τρόπο την τραυματική απογοήτευση ενός αριστερού. Και παρότι οι πιο πολλοί τον γνωρίζουν για αυτό το έργο, δεν είναι λίγοι όσοι αγαπούν και τις τρεις ποιητικές του συλλογές: «Ακόμα τούτη η άνοιξη» (1946), «Αγονος γραμμή» (1952) και, βέβαια, «Ευθύτης οδών» (1959).

«Σπάνια περίπτωση»

Για μια «σπάνια περίπτωση» στα γράμματα, όπου «έργο και άνθρωπος συμπίπτουν απόλυτα σχεδόν», κάνει λόγο ο κριτικός λογοτεχνίας Δημήτρης Ραυτόπουλος (1924-2025), στο βιβλίο του «Αρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος» (εκδ. Σοκόλη, 1996). Πώς τεκμηριώνει η εξέλιξη της ποιητικής του αυτή τη σύγκλιση; Από τον ιδεολογικά φορτισμένο λόγο της Αντίστασης («Ακόμα τούτη η άνοιξη»), στην οδυνηρή εμπειρία της εξορίας και στον προβληματισμό για τη μοίρα του ανθρώπου που αναζητά νόημα σε έναν κόσμο κοινωνικών και πολιτικών αναταράξεων («Αγονος γραμμή»), και από εκεί στην πλήρη ρήξη με την κομματική στράτευση («Ευθύτης οδών»), η Ελένη Κεχαγιόγλου βλέπει την ευδιάκριτη τροχιά που διήνυσε ο ποιητής και η οποία, μαζί με το «Κιβώτιο» προφανώς, «γίνεται μάρτυρας του οράματος που σταδιακά διαλύεται, της απομάγευσης της κομματικής ορθοδοξίας». Οπως συμπληρώνει η επιμελήτρια, ο Αλεξάνδρου, «παρότι είχε “αυτοδιαγραφεί” από το ΕΑΜ ήδη από το 1942, δήλωνε πάντα “κομμουνιστής” στις Αρχές, με αποτέλεσμα από τα 25 έως τα 35 του χρόνια να μπαινοβγαίνει σε στρατόπεδα και φυλακές. Κι εκεί, όμως, εκφράζοντας ανοιχτά τις διαφωνίες του με το Κόμμα, απομονωνόταν από τους συντρόφους του ως “ύποπτος”, “ηττοπαθής” και “ασταθές διανοούμενο στοιχείο”. Υπήρξε, πάντα, όπως έγραφε στο ποίημα “Η πρώτη πέτρα”, “προδότης για τη Σπάρτη, για τους είλωτες Σπαρτιάτης”».

Ενα άλλο ποίημά του, με τίτλο «Νεκρή ζώνη», ξεκινάει με την προτροπή «Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός/όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο». Τι μας φανερώνουν τέτοιοι στίχοι για τη σχέση του με τη γλώσσα; Η κ. Κεχαγιόγλου αναφέρει ότι όταν ο Αλεξάνδρου ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία έξι ετών, μιλούσε μόνο ρωσικά. Σύμφωνα με μαρτυρία της Καίτης Δρόσου, «πέρασε σχεδόν δυο χρόνια της ζωής του κυριολεκτικά μουγγός, κι έτσι βίωσε σαν θαύμα την πρώτη καταγραφή των σκέψεών του στα ελληνικά». Τελικά, στα συνολικά 64 ποιήματά του, «με μια γλώσσα λιτή και, ταυτόχρονα, πυκνή νοήματος, αναζητούσε, επίμονα, τη διαύγεια της ακρίβειας των λέξεων», σημειώνει η επιμελήτρια. «Διόλου τυχαία, στη “Νεκρή ζώνη” οι λέξεις ανάγονται σε ζήτημα ζωής και θανάτου, ο ποιητής σε “τραυματιοφορέα” τους και η ποίηση σε μια μοναχική διάσωση του νοήματος. Το ποίημα σήμερα διαβάζεται ως μάθημα αντοχής σε όποιον νιώθει εξόριστος μέσα σ’ έναν παράλογο κόσμο, αλλά και ως αντίδοτο στον λαϊκισμό», εκτιμά η κ. Κεχαγιόγλου.

«Στη “Νεκρή ζώνη” οι λέξεις ανάγονται σε ζήτημα ζωής και θανάτου, ο ποιητής σε “τραυματιοφορέα” τους και η ποίηση σε μια μοναχική διάσωση του νοήματος», υπογραμμίζει η φιλόλογος και επιμελήτρια Ελένη Κεχαγιόγλου.

Προσέρχεται στην ποίηση «με προφανή τη μαθητεία του στον Γιάννη Ρίτσο». Απηχείται επίσης, λέει η επιμελήτρια, η επίδραση του Σεφέρη, ενώ συνομιλεί και με τον Μαγιακόφσκι, τον Ελιοτ, με την ειρωνεία και τα προσωπεία του Καβάφη, με το πνεύμα και το ήθος του Καρυωτάκη, με την ασφυξία του Λόρκα. Υπάρχει ακόμα ένας υπόγειος διάλογος με την ηθική δοκιμασία των Ρώσων κλασικών, με την υπαρξιακή αγωνία των Σαρτρ και Καμύ, με άλλους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. «Χάρη στο πλούσιο μεταφραστικό του έργο βρισκόταν σε συνεχή συνομιλία με ευρύ φάσμα δημιουργών», προσθέτει η κ. Κεχαγιόγλου.

Η Αριστερά, ο Ντοστογιέφσκι, τα ένδον ρήματα-1Και βέβαια, είναι οι μεταφράσεις του Ντοστογιέφσκι. Οπως εξηγεί ο εκδότης των «Αντιπόδων» και μεταφραστής Κώστας Σπαθαράκης, «αυτό που κατάφερε ο Αρης Αλεξάνδρου είναι να συγκροτήσει ένα “ύφος Ντοστογιέφσκι”, το οποίο εντυπώνεται στον αναγνώστη». Ο Αλεξάνδρου, εξηγεί ο κ. Σπαθαράκης, «είχε μια πολύ ζωντανή αίσθηση του ιδεολογικού περιεχομένου και της γλωσσικής έντασης των ντοστογιεφσκικών μυθιστορημάτων» και μέσα από τις τροπικότητες, την προφορικότητα του ύφους ή ακόμα και τις προσφωνήσεις των ηρώων, «είναι σαν να μετέγραψε τον Ντοστογιέφσκι στα ελληνικά». Τέτοιες μεταφράσεις, συνεχίζει ο εκδότης, χαρακτηρίζονται από μια θερμότητα διαφορετική από ό,τι θα τολμούσε ένας σύγχρονος μεταφραστής και έτσι αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της εγχώριας γραμματείας.

Οπως όμως ισχύει και για πολλές άλλες μεταφράσεις του Αλεξάνδρου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Ρέκβιεμ» της Αννα Αχμάτοβα, που κυκλοφορούσε υπογείως στη Σοβιετική Ενωση, αλλά πρωτοεκδόθηκε στα ρωσικά στη Γερμανία το 1963. Στην Ελλάδα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Δοκιμασία», το 1973 σε μετάφραση του Αλεξάνδρου. «Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος επανέρχεται από την εξορία, έχοντας μείνει σχεδόν δέκα χρόνια πίσω από τα σύρματα, αλλά κρατάει τόσο ζωντανή την επαφή με τη ρωσική λογοτεχνία και τα ευρωπαϊκά γράμματα, μου φαίνεται συγκινητικό», λέει ο Κώστας Σπαθαράκης. «Από πολύ νωρίς εξάλλου, ο Αλεξάνδρου δεν ξεχωρίζει ανάμεσα στα στρατόπεδα της Δεξιάς, από τα οποία πέρασε ο ίδιος, και στα στρατόπεδα των κομμουνιστικών καθεστώτων, από τα οποία πέρασαν οι λογοτέχνες που αγάπησε. Είναι ευαίσθητος δέκτης αυτής της “στρατοπεδικής λογοτεχνίας”, πριν εκείνη αποκτήσει το ιδεολογικό και πολιτικό βάρος που απέκτησε στη δεκαετία του ’70 και προτού η Αριστερά την αναγνωρίσει και καταλάβει περί τίνος επρόκειτο», συμπληρώνει ο κ. Σπαθαράκης.

Ερωτας και ιδεολογία

«Κάτι που συνήθως θεωρείται υποδεέστερο, είναι ότι βασικό ρόλο στην ποίησή του έχει και ο έρωτας», λέει η φιλόλογος και διδάσκουσα στο τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Πάτρας, Θάλεια Ιερωνυμάκη. Τα παραδείγματα που αναφέρει είναι το ποίημα «Αννα» με τους στίχους «Θα σε βρω./ Οπου πατάς/ πέφτουν πράσινα φύλλα», καθώς και ένα απόσπασμα από το ποίημα «Ανεπίδοτα γράμματα», όπου διαβάζουμε: «Σύντροφε, κοιμάσαι;/ Ηθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού/ που να βουλιάζουνε οι λέξεις στο χαρτί/ σαν τη σιωπή μου/στις κόρες των ματιών της;». Η κ. Ιερωνυμάκη προσθέτει ωστόσο ότι «ο έρωτας στα ποιήματα του Αλεξάνδρου είναι πάντα συνδυασμένος με την ιδεολογία και την πολιτική κατάσταση». Από την ποίηση του Αλεξάνδρου άλλωστε, όπως τη διαβάζει η ίδια, προκύπτει μια «στάση χειραφετημένης συνέπειας», με τον ποιητή να «κρατά μια απόσταση από τον κομματικό μηχανισμό, όχι όμως και από το όραμα».

«Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος επανέρχεται από την εξορία, έχοντας μείνει σχεδόν δέκα χρόνια πίσω από τα σύρματα, αλλά κρατάει τόσο ζωντανή την επαφή με τη ρωσική λογοτεχνία και τα ευρωπαϊκά γράμματα, μου φαίνεται συγκινητικό», λέει ο Κώστας Σπαθαράκης. 

Αραγε δηλαδή, δεν ισχύει εκείνη η περιγραφή του εαυτού ως «δεσμώτη» των «ένδον ρημάτων», την οποία ο Αλεξάνδρου εμπνεύστηκε από το επίγραμμα των τριακοσίων νεκρών Σπαρτιατών; Δεν είναι ασφαλέστερο να πούμε ότι ο ίδιος αισθανόταν μακριά από κάθε κέντρο, είτε αυτό ήταν οι Αρχές είτε το Κόμμα; «Ναι, είναι έκκεντρος ο Αλεξάνδρου και οι δύο λέξεις που θα τον περιέγραφαν είναι, νομίζω, “δεσμώτης” και “εξόριστος”», λέει η κ. Ιερωνυμάκη. Ο Κώστας Σπαθαράκης συμφωνεί ότι κάποιος που αισθάνεται «δεσμώτης», δεν πρέπει να νιώθει ακριβώς ευτυχής. «Αλλά πρέπει να σημειώσουμε τη μεταστροφή του “κείμεθα” σε “ίσταμαι”, δηλαδή στέκομαι, δεν είμαι πεσμένος», λέει και καταλήγει: «Είναι μεγάλη μετατόπιση. Δεν είναι πεθαμένος ο Αλεξάνδρου. Το δικό του επίγραμμα, είναι επίγραμμα για ζωντανό».

*ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
«Ποιήματα 1941-1974»
επιμ. Ελένη Κεχαγιόγλου
εκδ. Πατάκη, 2026, σελ. 188.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT