Με την τέχνη της προκαλεί. Η εικαστική της γλώσσα είναι ωμή. Τα έργα της προκαλούν σε άλλους τη συγκίνηση και σε άλλους την αποστροφή. Η αναδρομική της Τρέισι Εμιν στην Tate Modern επαναφέρει το ερώτημα για το τι είναι (σύγχρονη) τέχνη. Τέσσερις γυναίκες που είδαν την έκθεση απαντούν.
Δεν θα αντέξει στο μέλλον
Μαρία Τοπάλη, ποιήτρια, μεταφράστρια
Από μόνη μου δεν υπήρχε περίπτωση να πάω στην Τρέισι Εμιν. Δεν μου αρέσει καν η εξομολογητική ποίηση, πόσο μάλλον η υπερβολική αυτοέκθεση του εικαστικού καλλιτέχνη. Αλλά μια καλή ζωγράφος, που εκτιμώ την κρίση της, τάχθηκε θερμά υπέρ και, τόσο γλαφυρά περιέγραψε τη συγκίνηση που την κατέλαβε στη θέα ενός βίντεο της Τρέισι Εμιν, που με μετάπεισε.
Λίγα λεπτά εντός της Tate Modern ήρκεσαν για να χάσω την υπομονή μου. Ασφαλώς κι εγώ θα κλάψω παρακολουθώντας ένα καλοφτιαγμένο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ ή ένα ντοκιμαντέρ. Η τέχνη, ωστόσο, είναι για να μας χειραφετεί και ταυτόχρονα να μας λυτρώνει, μέσα από τη συγκίνηση που προκαλεί και μοιράζεται. Οσο μεγαλύτερη είναι η τέχνη, τόσο σημαντικότερος ο αυτόνομος χώρος που δημιουργεί για χάρη μας: για να επιτελέσουμε οι ίδιοι/ες εκεί, σε συνομιλία μαζί της, τη συγκίνηση, την ενδυνάμωση και, εντέλει, την κάθαρσή μας. Φυσικά, υπάρχουν πάντα εξαιρέσεις, π.χ. ο ποιητής και συγγραφέας Οσεαν Βουόνγκ, που αυτοβιογραφείται, κάνοντάς μας όμως να το ξεχνάμε. Για την ακρίβεια, διαβάζουμε την αυτοβιογραφική λογοτεχνία του σαν να επρόκειτο για μυθιστόρημα. Αυτό, μάλιστα! Βιρτουόζικη και ιδιοφυής η αντιστροφή. Η Τρέισι Εμιν, στη μεγάλη υπό συζήτηση αναδρομική έκθεσή της ακολουθεί απλώς την πεπατημένη. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, ο κριτικός τέχνης Εντι Φράνκελ έγραψε στον Guardian (25 Φεβρουαρίου) περίπου ό,τι και η φίλη μου η ζωγράφος: ότι έκλαιγε, ότι έγινε κουρέλι παρακολουθώντας τα βίντεο με τις εξομολογήσεις των τραυματικών εμπειριών της καλλιτέχνιδας. Ομως, αμέσως πιο κάτω ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι πίνακες που εκτίθενται δεν είναι όλοι μεγάλη ζωγραφική(!), ότι τα γλυπτά και οι εγκαταστάσεις νέον είναι πραγματικά «κακές»(!!)… Συγκινήθηκε, λοιπόν, ανθρώπινα, αλλά δεν μπόρεσε και να γράψει ψέματα.
Το Λονδίνο είναι πολύ ακριβή πόλη. Με 20 λίρες, με το ζόρι πληρώνεις ένα πιάτο φαγητό και μια coca-cola στο κέντρο της. Η ζωή είναι μικρή· η μεγάλη τέχνη, πάλι, δεν χορταίνεται. Δεν θέλω να ξοδεύω χρόνο και χρήματα για να ακούω τη συγκινητική ιστορία αυτής της έξυπνης και μαχητικής γυναίκας, που εδώ και δεκαετίες πάει καβάλα στο κύμα της σύγχρονης βιομηχανίας και μουσειολογίας, αλέθοντας ιλιγγιώδη ποσά για κάτι που, στοιχηματίζω, ως τέχνη δεν θα αντέξει στο μέλλον.
Η ζωή είναι μικρή· η μεγάλη τέχνη, πάλι, δεν χορταίνεται. Δεν θέλω να ξοδεύω χρόνο και χρήματα για να ακούω τη συγκινητική ιστορία αυτής της έξυπνης και μαχητικής γυναίκας, που εδώ και δεκαετίες πάει καβάλα στο κύμα της σύγχρονης βιομηχανίας, αλέθοντας ιλιγγιώδη ποσά. -Μαρία Τοπάλη
Η «τσούλα» μπήκε στα μουσεία
Ξένια Κουναλάκη, δημοσιογράφος
Το έργο της Τρέισι Εμιν είναι η φεμινιστική απάντηση στον «Ουρητήρα» του Μαρσέλ Ντισάν στα τέλη του 20ού αιώνα. Παίρνει τη ζωή των γυναικών, την αναπλαισιώνει, την κάνει τέχνη και την «κρεμάει» στα μουσεία. Δεν είναι τυχαίο ότι οι γυναίκες που βλέπουν την έκθεση συγκινούνται τόσο. Είναι επειδή καθρεφτίζονται στο «κρεβάτι» της, στις πολαρόιντ στις οποίες κομματιάζει το σώμα της, στα βίντεο στα οποία μιλάει για τη χλεύη της μικρής κοινωνίας του Μάργκεϊτ, όπου μεγάλωσε αλλά και για τη φαλλοκρατική προσέγγιση των γιατρών απέναντι στην εγκυμοσύνη που δεν ήθελε. Θυμούνται τους μικρούς ή μεγάλους βιασμούς που υπέστησαν και δίνουν τον σωστό ορισμό: βιασμός – η λέξη είναι κεντημένη με δάκρυα πάνω στον καμβά της.
Μπορεί τώρα να πουλάει πάνινες τσάντες στο πωλητήριο του μουσείου δίπλα στον Τάμεση, να βγάζει χρήματα και να τα δίνει πίσω στο Μάργκεϊτ, το παρηκμασμένο αγγλικό θέρετρο των εφηβικών της χρόνων. Τα παλιά λουτρά της πόλης έχουν μετατραπεί σε σχολή εικαστικών τεχνών, που προσφέρει residencies σε καλλιτέχνες. Το έργο της γίνεται κτήμα όλων, η «δημόσια» γυναίκα με έναν τρόπο επιστρέφει το σώμα της στο κοινό. Εκείνοι που την κατασπάραζαν επειδή ζούσε «προκλητικά» μπορούν τώρα να στείλουν τα παιδιά τους να σπουδάσουν καλές τέχνες στο ίδρυμά της.
Η αναδρομική της έκθεση στην Tate Modern είναι μια ωδή στην «τσούλα» που χορεύει ελεύθερη κι απαριθμεί τα ονόματα των κακοποιητών της. Το κρεβάτι ΤΗΣ είναι το κρεβάτι ΜΑΣ, είναι οι άγρυπνες νύχτες που αγωνιούσαμε να ξεχωρίσουμε την επιθυμία από την αμαρτία, τον πόθο από την ενοχή. Η αυτοαναφορικότητά της μας αφορά γιατί οδηγεί στη χειραφέτηση. Μιλώντας για το τραύμα της περιγράφει τη συλλογική γυναικεία εμπειρία. Το σώμα που φθείρεται κι αλλάζει, από αντικείμενο ερωτισμού γίνεται πειραματόζωο γιατρών, γεμίζει τρύπες. Τα «ελαφρά ήθη» της γίνονται κακοήθειες. Με τα αραιά, άναρχα δόντια και τον αταξινόμητο λόγο της αναφέρεται τελικά στην ανθρώπινη κατάσταση.
Οι ζωγραφιές της με κόκκινο χρώμα δεν είναι σαφές αν απεικονίζουν τον έρωτα, τη βία ή τον θάνατο ή όλα αυτά μαζί. Το βέβαιο είναι ότι φιλοτεχνούν τη μοναξιά. «Μετά από αυτό, έζησε μόνος». Είναι η τελευταία σπαρακτική πρόταση της «Σάρκας» του Ντέιβιντ Σολόι (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Ψυχογιός 2026), που μιλάει για έναν άνδρα.
Ο πόνος παίρνει μορφή
Αγγέλικα Παναγιωτίδου, εικαστικός
Είναι ωμή, αβάσταχτα ειλικρινής, με μια εφηβική τρυφερότητα και αγωνία. Ομολογώ ότι δεν ήμουν φαν της Τρέισι Εμιν. Η τέχνη της μου φαινόταν υπερβολικά εκτεθειμένη, σχεδόν ναρκισσιστική μέσα στη διαρκή ανακύκλωση του τραύματος. Κι όμως, περιμένοντας στην ουρά της έκθεσης στην Tate Modern συνειδητοποιούσα ότι κάτι συμβαίνει εδώ. Μπήκα κρατώντας αποστάσεις. Βγήκα έπειτα από δυόμισι ώρες με κόκκινα μάτια και χαρτομάντιλα στην τσάντα, προσφορά ενός αγνώστου που έκλαιγε δίπλα μου.
«Το σεξ είναι εύκολο, είναι απλό». Δεν είναι όμως ποτέ το ίδιο για τον άνδρα και τη γυναίκα. Η διείσδυση προϋποθέτει ασφαλές έδαφος· αλλιώς γίνεται εισβολή. «Μη με φοβάσαι / μη με φοβάσαι / μη με φοβάσαι», η επανάληψη λειτουργεί σαν παράκληση. Είναι βιασμός κάθε εισχώρηση που δεν συναντά επιθυμία. Είναι βιασμός κάθε αποπροσωποποίηση του σώματος. Και αφήνει πίσω ένα κενό, όταν προορίζεσαι για χρήση.
Από την άλλη, το δικαίωμα στη χαρά και την απόλαυση για τη γυναίκα δαιμονοποιείται. Η επιθυμία ευτελίζεται, γίνεται πεδίο ντροπής. Η ιστορία της Εμιν –κακοποίηση, έκθεση, απώλεια– δεν είναι μεμονωμένη. Τέμνεται με εμπειρίες πολλών γυναικών.
Κι όμως, δεν είναι η συγκίνηση που κάνει το έργο της σημαντικό. Είναι ότι σε «τσιμπάει». Σε πιάνει από το μανίκι. Γίνεται κομμάτι της μνήμης και της ταυτότητάς σου.
Αυτό που πιστεύω ότι κάνει το έργο της τόσο δυνατό δεν είναι τόσο το θέμα της, είναι ότι ρισκάρει κάτι που λίγοι καλλιτέχνες αντέχουν: δεν προστατεύεται. Δεν «σκηνοθετεί» τον εαυτό της για να γίνει αποδεκτή. Εκτίθεται χωρίς φίλτρο, αλλά με επίγνωση. Και μέσα από αυτήν τη σχεδόν ακραία ειλικρίνεια καταφέρνει να μετατρέψει το βαθιά προσωπικό σε καθολικό. Δεν βλέπεις μόνο τη δική της ιστορία· αναγνωρίζεις κομμάτια της ανθρώπινης εμπειρίας.
Η Εμιν μετατρέπει τον πόνο σε μορφή. Το προσωπικό γίνεται κοινό. Εκεί βρίσκεται και η δύναμη της τέχνης της: όχι στην εξομολόγηση, αλλά στην ικανότητα να παίρνει κάτι άμορφο –τραύμα, ντροπή, επιθυμία– και να του δίνει εικόνα, παρουσία, φωνή.
Περιμένοντας στην ουρά της έκθεσης στην Tate Modern, συνειδητοποιούσα ότι κάτι συμβαίνει εδώ. Μπήκα κρατώντας αποστάσεις. Βγήκα έπειτα από δυόμισι ώρες με κόκκινα μάτια και χαρτομάντιλα στην τσάντα, προσφορά ενός αγνώστου που έκλαιγε δίπλα μου. -Αγγέλικα Παναγιωτίδου
Η Εμιν είναι ένα είδωλο
Τίνα Σωτηριάδη, επιμελήτρια εκθέσεων και κριτικός τέχνης
Η Τρέισι Εμιν είναι από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές της βρετανικής σύγχρονης τέχνης. Το κακό παιδί της βρετανικής σκηνής της δεκαετίας του ’90 συνεχίζει να προκαλεί, να συγκλονίζει και να κάνει αίσθηση στον χώρο της σύγχρονης τέχνης. Η μεγάλη έκθεσή της στην Tate Modern είναι ανάμεσα στα top picks.
Εργα αφηγηματικά, αυτοβιογραφικά, συναισθηματικά φορτισμένα, μιλούν για τον έρωτα, τις αμβλώσεις, τα τραύματα της παιδικής της ηλικίας και τη θνητότητα μετά την πάλη της με τον καρκίνο, με άμεσο, αποκαλυπτικό τρόπο. Οσα της συμβαίνουν γίνονται ιστορίες, βίντεο, κείμενα με νέον, που καταγράφουν τις εμπειρίες της. Η ωμή ειλικρίνεια που μετατρέπει τις προσωπικές της εμπειρίες σε δημόσιο διάλογο, αθετούν το ανδρικό βλέμμα και μας προκαλούν έντονα συναισθήματα.
Εργα διαποτισμένα με σχεδόν ηλεκτρική ένταση, όπως το φιλμ «Why I Never Became A Dancer» (1995) που αποτυπώνει το κλίμα εκφοβισμού και σεξισμού της εφηβείας της και το φιλμ «How It Feels» (1996) που μιλάει για μια έκτρωση που πήγε στραβά, έρχονται σε αντιπαράθεση με τεχνικά αδύναμες δουλειές, όπως τα πιο πρόσφατα ζωγραφικά έργα της στα τελευταία δωμάτια της έκθεσης.
Ο αυτοσαρκασμός, σε συνδυασμό με τον αισθησιασμό κινητοποιούν την ενσυναίσθηση και την αλληλεπίδραση στη σημερινή οικονομία της προσοχής, ενώ η εσωτερική αλήθεια που προσφέρουν τα έργα της είναι σε αντίστιξη της εποχής των «fake news» και των κοινωνικών δικτύων. Η Εμιν είναι ένα είδωλο. Φλερτάρει με τα μέσα ενημέρωσης, κάνει δηλώσεις που δίνουν τροφή στα ταμπλόιντ και φιγουράρει στα πρωτοσέλιδα. Η τέχνη της είναι στενά συνυφασμένη με το σελέμπριτι στάτους της – η έκθεσή της αποτελεί μια ασφαλή επιλογή για να προσελκύσει ένα ευρύτερο κοινό, καθώς οι πόροι έχουν συρρικνωθεί και τα μουσεία αιμορραγούν.
Η Εμιν ενίσχυσε τον μύθο της ως απρόβλεπτη και παρορμητική, ενώ ο τίτλος της έκθεσης «Δεύτερη ζωή» συνδέεται με την προσωπική της αναγέννηση. Το μπρούντζινο γλυπτό «Ascension» (2024) και οι πρόσφατοι μεγάλης κλίμακας πίνακες φέρουν μια υπερβατική ποιότητα, μια ωδή στην αποθέωσή της. Το ερώτημα είναι αν η σύγκρουση ανάμεσα στον ναρκισσισμό και το σώμα ως πεδίο μάχης υπονομεύει την αυθυπαρξία του έργου της και αν θα της δώσουμε μια δεύτερη ζωή.

