Ο Ισλανδός πιανίστας Βίκινγκουρ Ολαφσον έχει ταξιδέψει σε πολλά μέρη στον κόσμο και έχει παίξει σε ιστορικές μουσικές σκηνές, δεν έχει όμως παίξει ποτέ στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού. Αυτό θα συμβεί στις 3 Ιουνίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.
«Αυτό θα είναι το ελληνικό μου ντεμπούτο», μου λέει κοιτώντας με μέσα από την οθόνη του υπολογιστή. Πίσω του έχει ένα μεγάλο παράθυρο. Μπορώ να διακρίνω τον ουρανό του Ρέικιαβικ. «Εχω περάσει μήνα του μέλιτος στην Κρήτη, αλλά δεν έχω παίξει ποτέ στην Ελλάδα. Είναι τρελό, το ξέρω. Η πρώτη μου φορά θα είναι κάτω από την Ακρόπολη, απίστευτο. Αυτή τη φορά θα έρθω με τους γιους μου και μετά τη συναυλία θα εξερευνήσουμε λίγο την Ελλάδα».
Γεννημένος το 1984 στο Ρέικιαβικ, ο Βίκινγκουρ σπούδασε στη Σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και πολύ γρήγορα η καριέρα του απογειώθηκε. Το 2016 υπέγραψε συμβόλαιο με την ιστορική δισκογραφική εταιρεία Deutsche Grammophon, παρουσιάζοντας σειρά άλμπουμ για σόλο πιάνο, από Ραμό και Μπαχ έως Μπετόβεν, Ντεμπισί και Φίλιπ Γκλας. Ο 42χρονος σήμερα πιανίστας προσεγγίζει κάθε έργο και κάθε συνθέτη με δέος και αυτό περνάει.
Στο Ηρώδειο, ο Ολαφσον θα παρουσιάσει ένα πρόγραμμα βασισμένο στο τελευταίο του άλμπουμ με τίτλο «Opus 109»: στο επίκεντρο βρίσκεται η μνημειώδης σονάτα υπ’ αριθμ. 30 σε μι μείζονα Εργο 109 του Μπετόβεν, πλαισιωμένη από έργα που την «προετοίμασαν» και άλλα που τη «συνέχισαν»: από την Παρτίτα υπ’ αριθμ. 6 του Μπαχ έως μία πρώιμη διμερή σονάτα του Σούμπερτ (σε μι ελάσσονα D 566) αλλά και μια σονάτα του ίδιου του Μπετόβεν που είχε προηγηθεί της 30ής, την υπ’ αριθμ. 27 σε μι ελάσσονα Εργο 90.
– Βίκινγκουρ Ολαφσον. Θα μπορούσε να υπάρξει πιο ισλανδικό όνομα από αυτό;
– Είμαι Βίκινγκ αλλά είμαι φιλειρηνικός Βίκινγκ. Οι Βίκινγκς διέπραξαν ειδεχθή εγκλήματα. Αλλά ήταν και δεινοί εξερευνητές. Είχαν επίσης υπέροχη λογοτεχνία, μαγείρευαν με κέφι και φυσικά έφτιαχναν τρομερές μπίρες.
– Ενας υπερ-βόρειος, λοιπόν, που τώρα θα εξερευνήσει τη Μεσόγειο. Τι θα ακούσουμε στις 3 Ιουνίου στο Ηρώδειο;
– Θα είναι ένα πρόγραμμα βασισμένο στο τελευταίο μου άλμπουμ, το «Opus 109». Εχω φτιάξει ένα σύμπαν γύρω από αυτό το έργο. Αυτό το άλμπουμ παρουσιάζω όλη τη σεζόν και τώρα θα κλείσω για το 2026 με αυτή τη συναυλία στην Αθήνα, κάτω από την Ακρόπολη. Το ιδανικό κλείσιμο.
– Κάθε άλμπουμ σου έχει ένα είδος concept, κάτι που συναντούμε πλέον σε πολλές δισκογραφικές (Harmonia Mundi, Alpha Classics, Pentatone κ.ά.). Σε σένα πώς προκύπτει; Το ρωτώ έχοντας κυρίως στον νου μου το άλμπουμ σου «Debussy-Rameau» (2020), όπου βρίσκεις υπόγειες διασυνδέσεις ανάμεσα σε έναν Γάλλο μετρ του μπαρόκ και έναν Γάλλο ιμπρεσιονιστή των αρχών του εικοστού αιώνα.
– Θα τα αποκαλούσα «αφηγηματικά άλμπουμ». Πάντοτε αναζητώ έναν άξονα, ένα αφηγηματικό νήμα που να συνδέει ορισμένα πράγματα. Πάντοτε αναζητώ διασυνδέσεις με την Ιστορία και πώς ένα μουσικό κομμάτι συνομιλεί με ένα άλλο από μια διαφορετική εποχή ακόμα. Βλέπω αυτά τα άλμπουμ σαν κολάζ. Μπορεί να έχουμε άλμπουμ με μια σονάτα του Σούμαν, τις «Εικόνες από μια Εκθεση» του Μουσόρσκι και σκόρπιες σπουδές του Σοπέν και δεν έχω πρόβλημα με αυτό. Το έχω κάνει κι εγώ. Απλώς θα πρότεινα πλέον ένα άλμπουμ που να εμπεριέχει αυτό ένα αφήγημα. Νομίζω το 1980, το 1990 και το 2000 τα αντίστοιχα μουσικά προγράμματα δεν ήταν και τόσο ενδιαφέροντα. Υπάρχουν εξαιρέσεις φυσικά αλλά έχω στον νου μου συλλογές με όλες τις σουίτες του Μπαχ ή όλα τα Νυχτερινά του Σοπέν. Θέλω να ακούσω όλα τα Νυχτερινά του Σοπέν σε ένα άλμπουμ; Οχι, δεν θέλω. Μου αρέσουν όμως τα Νυχτερινά του Σοπέν; Κάθε ένα! Δεν νομίζω όμως ότι ο Σοπέν είχε κατά νουν ότι θα καθίσει κάποιος να τα ακούσει όλα στη σειρά. Με τίποτα. Στον εικοστό αιώνα επικράτησε η αντίληψη του «καταλόγου».
– Τα άλμπουμ σου συνοδεύονται πάντοτε από εκτενή κείμενα που υπογράφεις εσύ.
– Είναι κάτι πολύ δικό μου. Πιστεύω ότι η εξειδίκευση στη μουσική που προέκυψε στα τέλη του εικοστού αιώνα δεν ήταν ό,τι καλύτερο. Το είχε γράψει και παλαιότερα ο Γκλεν Γκουλντ. Γενικά, πιστεύω ότι ο μουσικός θα πρέπει να είναι και ένα είδος αναγεννησιακού καλλιτέχνη. Ναι, το σημαντικότερο είναι η μουσική που ερμηνεύεις αλλά θα πρέπει να κοιτάξεις πέρα από αυτό: την ιστορία της μουσικής, για παράδειγμα. Η ιστορία της δυτικής μουσικής δεν είναι και τόσο παλιά. Κοίτα τώρα, θα έρθω να παίξω κάτω από την Ακρόπολη. Αποκαλούμε τη δυτική μουσική «κλασική», κλασική όμως είναι η Αθήνα και η Ρώμη. Διακόσια και τριακόσια χρόνια πριν δεν είναι παρά ένα βλεφάρισμα. Η απόσταση ανάμεσα στον Μπαχ και τους σύγχρονους συνθέτες είναι μάλλον μικρή. Οπότε τα μουσικά προγράμματα που επιλέγω τείνουν στο να εστιάζουν σε αυτό. Ανέφερες το άλμπουμ με τον Ραμό και τον Ντεμπισί: ναι, γεννήθηκαν με 180 χρόνια διαφορά αλλά θα μπορούσαν να είναι αδέλφια. Το άλμπουμ αυτό προσπαθεί να αναδείξει παραγνωρισμένα στοιχεία του μπαρόκ στον Ντεμπισί και το φουτουριστικό στοιχείο που είχε ο Ραμό. Το γράψιμο κειμένων στα άλμπουμ είναι ένας άλλος τρόπος να πω το ίδιο πράγμα. Γράφοντάς τα, μαθαίνω εγώ ο ίδιος.
Αποκαλούμε τη δυτική μουσική «κλασική», κλασική όμως είναι η Αθήνα και η Ρώμη. Διακόσια και τριακόσια χρόνια πριν δεν είναι παρά ένα βλεφάρισμα. Η απόσταση ανάμεσα στον Μπαχ και τους σύγχρονους συνθέτες είναι μάλλον μικρή.
– Το τόσο διακριτό αισθητικό στοιχείο στα άλμπουμ σου στην Deutsche Grammophon είναι δική σου πρωτοβουλία;
– Ναι, είναι και αυτό κάτι πολύ δικό μου. Oταν υπέγραψα στην DG, επέμεινα να φέρω τον δικό μου παραγωγό, τον δικό μου ηχολήπτη, έναν Γερμανό συνεργάτη από τη Λειψία, την ομάδα που είχα για τα εικαστικά στην Ισλανδία, όπως και τους φωτογράφους. Μου αρέσει να συνεργάζομαι με ανθρώπους που με ξαφνιάζουν για τις επιλογές τους.
– Κάτι άλλο που κάνεις πολύ είναι βιντεοκλίπ, π.χ., να παίζεις πιάνο σε ένα εργοστάσιο ιχθυέμπορων στην Ισλανδία ή να ανακαλύπτουμε, καθώς παίζεις σε ένα άλλο βίντεο, μια σειρά ανθρώπων με ιδιαίτερες προσωπικές συλλογές.
– Αυτό με το εργοστάσιο ήταν ένα είδος διαλόγου ανάμεσα στη μουσική και στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Η αρχική ιδέα ήταν δική μου. Να ακούγεται ο Μπαχ μέσα σε ένα περιβάλλον όπου επικρατεί μια ήσυχη επανάληψη συγκεκριμένων κινήσεων. Στο τέλος, ένας εργάτης βγαίνει από το εργοστάσιο και μπαίνει με μια βάρκα στη θάλασσα. Το άλλο βίντεο με τους συλλέκτες ήταν μια ακόμα συνεργασία μου με τον σκηνοθέτη Μάγκνους Λάρσον. Εκείνος ήθελε να φέρουμε στο προσκήνιο την ιδέα του πάθους. Κάποιος έχει πάθος με τα παλιά βιντεοπαιχνίδια, ένας άλλος με παλαιά βιβλία, δημιουργούν το δικό τους σύμπαν και από πάνω ακούγεται ο Ραμό. Είναι υπέροχο όταν κάποιος έχει ένα πάθος και το ακολουθεί πιστά. Ο Ραμό ήταν ακριβώς αυτό.
– Είσαι ένας καλλιτέχνης που τέλη του 2024 ξεπέρασε το ένα δισεκατομμύριο χτυπήματα σε streaming, μόνο για τη δουλειά που έχεις κάνει στην DG. Τελικά, η σημερινή είναι καλή εποχή για την κλασική μουσική;
– Αναλογίσου όταν ο Μπαχ συνέθετε, π.χ., τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ, τις είχε γράψει για ένα και μόνο πρόσωπο το οποίο ήθελε να τις ακούει για να τον παίρνει ο ύπνος. Και ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν, τι κοινό είχαν; Εγραφαν για 250 ανθρώπους, τέτοιο ήταν ένα sold out στη Βιέννη. Και τι ήταν αυτό το κοινό; Η ελίτ. Κάτι ανάλογο όπως είναι οι τεχνολογικοί κολοσσοί που έχουμε σήμερα. Κτηματίες, ευγενείς, αρχιεπίσκοποι, βασιλείς, αυτοκράτορες, πλούσιοι έμποροι, άντε κάποιοι δικηγόροι. Πιστεύω όμως ότι ήταν μουσική που γράφηκε για όλους εμάς. Για την ανθρωπότητα. Είναι μουσική γραμμένη για έναν μεγαλύτερο σκοπό. Αν κάποιος έλεγε στον Μπετόβεν ότι ένας Ισλανδός πιανίστας θα έπαιζε έργα του στην Αθήνα, κάτω από την Ακρόπολη, για ένα μεγάλο κοινό από ένα ευρύ κοινωνικό φάσμα ή ότι τη μουσική του σήμερα την ακούν εκατομμύρια άνθρωποι κάθε μέρα, θα του έλεγε «είσαι τρελός». Η μανία με το streaming δείχνει ότι ο κόσμος χρειάζεται τη μουσική και ότι την ψάχνει.
Ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν έγραφαν για 250 ανθρώπους, τέτοιο ήταν ένα sold out στη Βιέννη. Αν έλεγες στον Μπετόβεν ότι ένας Ισλανδός θα έπαιζε έργα του κάτω από την Ακρόπολη για ένα μεγάλο κοινό, θα του έλεγε «είσαι τρελός».
– Ο Μπαχ έχει κάτι τόσο παρηγορητικό αλλά δεν νομίζεις ότι σε πολλά σημεία, η μουσική του, μέσα σε αυτήν την απίστευτη αρμονία, έχει και κάτι παρανοϊκό; Σαν να σε φέρνει στα όρια της λογικής σου. Ενα επίμονο σόλο του πιάνου στο πρώτο μέρος του Κοντσέρτου σε ρε ελάσσονα BWV 1052, έχει κάτι οριακό…
– Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ έτσι, για να είμαι ειλικρινής. Ωστόσο, το ίδιο δεν νιώθεις με ένα θεατρικό του Σαίξπηρ; Ή με μια αρχαία ελληνική τραγωδία; Οτι αυτός που το έγραψε πρέπει να ήταν τρελός; Γιατί; Διότι οι συγγραφείς αυτοί είχαν την ικανότητα να αδράχνουν κάθε δυνατό ανθρώπινο συναίσθημα. Αλήθεια είναι ότι ακόμα και η πιο «ηλιόλουστη» μουσική μπορεί να έχει σκιές. Αυτές είναι οι στιγμές που μας είναι πιο πολύτιμες.
– To 2011 συνεργάστηκες και με την Μπιορκ. Πώς ήταν αυτό;
– Η Μπιορκ είναι φανταστική. Ηχογραφήσαμε ένα τραγούδι μαζί. Κάποια στιγμή θα κυκλοφορήσει. Είμαι κλασικός πιανίστας και παίζω στο Κάρνεγκι Χολ και μετά μπαίνω σε ένα στούντιο με την Μπιορκ και ηχογραφούμε μαζί ένα τραγούδι. Είναι μια πολύ φυσική διαδικασία. Δεν στεκόμαστε στις διαφορές. Μουσική είναι όλα.
– Εχεις διακριθεί και στην ερμηνεία έργων του Φίλιπ Γκλας. Νομίζω του άρεσε το παίξιμό σου.
– Θα πρέπει να τον ρωτήσετε γι’ αυτό. Ναι, συνεργαστήκαμε παλαιότερα. Παίζω τη μουσική του πολύ διαφορετικά από εκείνον, όμως ήταν πολύ γενναιόδωρος και μου επέτρεψε να είμαι ο εαυτός μου. Επαιζα, θυμάμαι, τη Σπουδή υπ’ αριθμ. 6 και μου λέει: «Κάποιος πρέπει να σου κόψει κλήση για υπερβολική ταχύτητα και αυτός δεν θα είμαι εγώ!». Πολύ μου άρεσε αυτό. Δεν πολυσυμφωνούσε με το πώς έπαιζα τη μουσική του και την ίδια στιγμή δεν θέλησε να μου το αλλάξει, διότι κατάλαβε ότι αυτό είναι το στυλ μου.
*Ο Βίκινγκουρ Ολαφσον θα εμφανιστεί στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στις 3 Ιουνίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

