Οι «Αναμοχλεύσεις» δεν είναι στήλη που ασχολείται συστηματικά με την κριτική βιβλίου. Κατά τα άλλα, ισχύει ό,τι και με άλλες ευκαιρίες έχω διευκρινίσει: όταν ένα βιβλίο με «ερεθίσει», θετικά ή αρνητικά, δεν παραλείπω να το σχολιάσω. Τέτοια είναι και η περίπτωση του «Φασισμός: η Ιστορία μιας ιδεολογίας» της Σώτης Τριανταφύλλου, βιβλίου που κυκλοφόρησε στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς από τις εκδόσεις Πατάκη.
Από μια άποψη, θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί γιατί ένα βιβλίο με θέμα τον φασισμό και την ιδεολογία του μπορεί σήμερα να προκαλεί το ενδιαφέρον; Θα έλεγα, εν συντομία, όχι μόνο επειδή η λέξη φασισμός και τα παράγωγά της (φασίστας, φασίστες, φασιστικό κ.λπ.) είναι και σήμερα παρούσα στον δημόσιο βίο, αλλά και για έναν ακόμα λόγο. Επειδή ενίοτε, σχεδόν κατά κανόνα θα έλεγα, η λέξη χρησιμοποιείται καταχρηστικά, σε βαθμό που τελικά να γίνεται ένα είδος πασπαρτού, κάτι σαν βρισιά με την οποία «λούζεται» όποιος ή όποια έχει απόψεις που αποκλίνουν από εκείνες του ομιλούντος ή του γράφοντος.
Τρανό όσο και χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάχρησης του όρου έχουμε, δυστυχώς, στη μόστρα της πολιτικής μας σκηνής. Μια κακομαθημένη κυρία δεν παραλείπει να επιδαψιλεύει τη φράση «είσαι φασίστας» (να τη γαβγίζει, για την ακρίβεια) σε όποιον διαφωνεί μαζί της ή τολμήσει να της ζητήσει να τηρήσει, έστω και με κάποια προσαύξηση, τον προβλεπόμενο χρόνο ομιλίας.
Και βέβαια, για να μη νομίζουμε ότι η κατάχρηση του όρου είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, υπάρχει και ο λεγόμενος Νόμος του Godwin (από το όνομα του Αμερικανού νομικού Mike Godwin), σύμφωνα με τον οποίο: «Oταν δύο άνθρωποι συζητούν σε υψηλό τόνο διαφωνώντας έντονα μεταξύ τους, είναι σχεδόν βέβαιο ότι, αργά ή γρήγορα, ο ένας θα αποκαλέσει τον άλλον ναζί». Πρόκειται, με άλλα λόγια, για το «επιχείρημα» της λεγόμενης redactio ad Hitlerum, αυτού που σε πολύ απλά ελληνικά θα λέγαμε «Πεσ’ τον, μωρέ, ναζί να ξεμπερδεύεις μαζί του».
Μια κακομαθημένη κυρία της πολιτικής σκηνής δεν παραλείπει να επιδαψιλεύει τη φράση «είσαι φασίστας» σε όποιον διαφωνεί μαζί της.
Θα αδικούσε, ωστόσο, ένα τόσο αξιόλογο και καλογραμμένο βιβλίο, όπως αυτό της Σώτης Τριανταφύλλου (στο εξής, Σ.Τ.), αν επέμενα στην κατάχρηση του όρου η οποία παρατηρείται στις μέρες μας. Για μία ακόμα φορά, λοιπόν, η Σ.Τ. αποδεικνύει ότι, είτε για μυθιστόρημα πρόκειται είτε για δοκίμιο, ξέρει να γράφει. Ξέρει «γράμματα», ξέρει καλά ελληνικά, ξέρει το θέμα με το οποίο καταπιάνεται, ξέρει γενικώς Ιστορία, ξέρει πώς να τεκμηριώνει τις απόψεις της, ξέρει πώς να κερδίζει τον αναγνώστη.
Δεν είναι «βαρύ» το βιβλίο της Σ.Τ., αλλά δεν είναι ‒ευτυχώς‒ και «ελαφρύ». Απαντά σε σχεδόν όλα τα ερωτήματα που είναι πιθανό να απασχολούν τον μέσο αναγνώστη αναφορικά με την ιδεολογία του φασισμού, αλλά και με το πώς γεννήθηκε, πώς ανδρώθηκε, πώς επικράτησε εκεί όπου επικράτησε, πόσο συγκρίσιμος είναι με τον ναζισμό αλλά και σε τι διέφερε από εκείνον. Oχι μόνο υπήρχαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στον φασισμό και τον ναζισμό (ανεξάρτητα αν για κάποια περίοδο ο Χίτλερ με τον Μουσολίνι συνέπλευσαν), αλλά και τα αυταρχικά ή δικτατορικά καθεστώτα της ίδιας λίγο-πολύ περιόδου, που συχνά τσουβαλιάζονται στον βολικό όρο «φασιστικά», διέφεραν αρκετά μεταξύ τους. Aλλο ο φασισμός του Μουσολίνι, άλλο ο εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ, άλλο το αυταρχικό καθεστώς του Φράνκο στην Ισπανία, άλλο το Estado Novo του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία, άλλο η 4η Αυγούστου του Μεταξά στην Ελλάδα. Με κοινά στοιχεία ασφαλώς, αλλά και με ουκ ολίγες διαφορές μεταξύ τους.
Εκτός από την ιστορική διαδρομή του ιταλικού φασισμού, που επαρκέστατα καλύπτεται από το βιβλίο, η Σ.Τ. δεν διστάζει να θέσει απαιτητικά, συχνά ακανθώδη, ερωτήματα. Ποια κοινωνικά στρώματα συγκινούσε η ιδεολογία του φασισμού και γιατί; Πώς οι αρχικά αντισυστημικοί και ρηξικέλευθοι φασίστες (όπως, άλλωστε, και οι ναζί στη Γερμανία) «τα βρήκαν» τελικά με το κατεστημένο της εποχής; Ποια η σχέση μεταξύ του φασισμού και του καλπάζοντος στις μέρες μας εθνολαϊκισμού; Ποια ήταν η σχέση του φασισμού με την Εκκλησία και ειδικότερα με το Βατικανό; Ηταν ο αντιελιτισμός και ο αντιφιλελευθερισμός η βασική κινητήρια δύναμη του φασισμού, τουλάχιστον στα πρώτα του βήματα; Πώς και πόσο επηρεάστηκε ο Μουσολίνι από το μείζον έργο του Γάλλου πρώην αναρχοσυνδικαλιστή Ζορζ Σορέλ «Réflections sur la violence» («Σκέψεις για τη βία»); Πώς και πόσο επηρεάστηκε από τους συμπατριώτες του Τζοβάνι Τζεντίλε και Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο; Γιατί ο Καζαντζάκης έγραφε το 1926 «Ο Μουσολίνης είναι ίσως πολύ μεγαλήτερος απ’ ό,τι ωστώρα συνηθίσαμε να θαρούμε»; Πώς συναντήθηκε και συμπορεύθηκε ο φασισμός του Μουσολίνι με τον φουτουρισμό του Μαρινέτι;
Γιατί ο Καζαντζάκης έγραφε το 1926 «Ο Μουσολίνης είναι ίσως πολύ μεγαλήτερος απ’ ό,τι ωστώρα συνηθίσαμε να θαρούμε»;
Θα κλείσω με ένα «επιδόρπιο», όπως συνηθίζω. Γράφει κάπου η Τριανταφύλλου: «Ο φασίστας είναι πάντοτε αυταρχική προσωπικότητα, ενώ ο συντηρητικός μπορεί και να μην είναι». Εις επίρρωσιν αυτού του ισχυρισμού, παραθέτει το σχόλιο του υπερσυντηρητικού Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ (1888-1918), εξορίστου μεταξύ 1918 και 1941 στην Ολλανδία: «Ο Ναζισμός με κάνει να ντρέπομαι που είμαι Γερμανός». Ενδιαφέρουσα δήλωση, τουλάχιστον για όσους δεν θεωρούν/με ότι στην Ιστορία είναι όλα μαύρα ή άσπρα. Οι αποχρώσεις, οι αντιφάσεις και οι ανατροπές είναι το κλειδί για την κατανόηση του κόσμου στον οποίο ζούμε.

