ΡΕΝΑ ΛΟΥΝΑ
«Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα»
εκδ. Ικαρος, 2026
σελ. 464
Ελάχιστοι άνδρες επιλέγουν συνειδητά, ως ερωτικές συντρόφους, γυναίκες που κείνται νοητικά στο επίπεδο που οι ίδιοι αξιολογούν τον εαυτό τους. Η ευκαιριακή ικανοποίηση του σεξουαλικού αρπακτικού τείνει να είναι πολύ πιο παραγωγική, για την τόνωση του ναρκισσιστικού «εγώ», από οποιαδήποτε μακροχρόνια ερωτοτροπία με μια αξιακά ισοδύναμη σύντροφο. Η γοητεία που ασκεί ο μεσήλικος και παντρεμένος Σιμόν Ζιράντ, καταξιωμένος καθηγητής της Σορβόννης, στην ταλαντούχα πρωτοετή φοιτήτριά του θα σκιαγραφηθεί καταλεπτώς. Χωρίς ποτέ να συμβεί κάτι περισσότερο από αγγίγματα και βλέμματα, ο Ζιράντ θα κυριεύσει τον ψυχισμό της. Η ιδιότυπη δυναμική του επιστολικού μυθιστορήματος που προτάσσει η Ρένα Λούνα συνίσταται στην πολιορκία της ευειδούς φοιτήτριας. Διαβάζουμε, όμως, μόνο τη δική της πλευρά, γιατί ο καθηγητής σιωπά.
«Oταν κάποιος παραπονιέται πως έχει γίνει βορά της σαγήνης ενός άλλου, οι άλλοι τον αντιμετωπίζουν συγκαταβατικά, λες και είναι θύμα της περιττής υπερβολής του – σαν να ευθύνεται ο ίδιος που διασχίζει βερθερικές ημέρες».
Το λογοτεχνικό ταλέντο της θα αποτελέσει την κερκόπορτα της άλωσής της. Ο Ζιράντ θα χειραγωγήσει τη δίψα της για αναγνώριση και εμβριθείς συζητήσεις· θα οικειοποιηθεί ιδιοτελώς το ερωτικό στοιχείο που ενυπάρχει στην αναζήτηση της γνώσης. Η Λούνα αναδεικνύει το δυσώδες και δυσδιάκριτο, καθότι προϊόν κοινωνικού δαρβινισμού, ερωτικό δόκανο της καθηγητικής έδρας. Μέσω λογοτεχνικών αναφορών καθίσταται διακριτή, προς τέρψη του αναγνώστη, η «ευαλωτότητα της επιθυμίας»: ο μηχανισμός μέσα από τον οποίο διαχέεται η απόδοση ευθυνών και σε κάποιον άλλο, πέρα από την αφελή ερωτευμένη.
Το πεδίο του αισθητικού είναι, εξάλλου, ο κατεξοχήν χώρος όχι μόνο άμωμων (νοηματικών) συλλήψεων αλλά και ποικιλόμορφων διεισδύσεων, καθότι ουδέν αφροδισιακότερον (sic) της επίνοιας. Εξ ου και, όταν αρχίζει να συνειδητοποιεί τον εμπαιγμό, η ηρωίδα νιώθει την ανάγκη να πει «πρέπει να θυμίσω ξανά στον εαυτό μου: δεν είμαστε αφηγηματικοί χαρακτήρες». Η σάρκα της, που ταΐζεται και θωπεύεται με καλλιτεχνικά εδέσματα αξιώσεων, αισθάνεται την επιθυμία να μεταβεί στο πεδίο του πραγματικού· εισπράττει, όμως, την ψυχρότητα της «μαρμάρινης πλάκας» και την ταπείνωση των κατηγοριών. Ο Ζιράντ αντιλαμβάνεται ότι η συγκεκριμένη φοιτήτρια είναι αλλοπρόσαλλη: «Είχα σχέσεις με φοιτήτριες όλη μου τη ζωή, όμορφες, νέες, έξυπνες. Ακομπλεξάριστες. Πήδαγαν τον καθηγητή τους κι έπαιρναν δύναμη από αυτή την πράξη, όπως και θα έπρεπε. Εσύ δεν ήσουν μία από αυτές. […] Hσουν πάντα μαζεμένη, σκοτεινή και παραμεγαλωμένη, με έναν ασφυκτικό, αφύσικο τρόπο».
Η Λούνα τολμάει να εντρυφήσει στη διερευνητική αναλυτικότητα του μυθιστορήματος. Στον γόνιμο πλατειασμό που σωρευτικά και κυκλωτικά οικοδομεί τον πολύτιμο μυθοπλαστικό ορίζοντα, μέσα στον οποίο καλλιεργούνται οι δραματικές εντάσεις των ηρώων, με στόχο όχι, βέβαια, τον έμφυλο ακτιβισμό ή την επιστημολογική ακρίβεια, αλλά τη σαγήνη της ιστορίας.
Η συγγραφέας αποδελτιώνει εξαιρετικά την πορεία της ηρωίδας της από τον ενθουσιασμό στη συντριβή και, τελικά, στη μεστή επανάκτηση της αθωότητάς της: αυτό το ζηλευτό κράμα παιδιού και γυναίκας.
Το κείμενο, όμως, όσο κι αν διακρίνονται αρετές, είναι τραχύ. Προσομοιάζει περισσότερο σε μια μεταγραφή προφορικότητας παρά στο σμιλεμένο αποτέλεσμα που θα περίμενε κανείς από μια ταλαντούχα σπουδάστρια δημιουργικής γραφής που αρέσκεται να παραθέτει Βιρτζίνια Γουλφ και Σύλβια Πλαθ, ή που τολμάει –η ηρωίδα– να παραλληλίζεται συγγραφικά με έναν Τζέιμς Τζόις ή έναν Τόμας Γουλφ.
Τα παραθέματα και οι τόσες αναφορές σε συγγραφείς δυναμιτίζουν τη στιβαρότητα της ηρωίδας. Ο Ζιράντ, θέλει να πει η Λούνα, διακρίνει στη φοιτήτρια μια γυναίκα αντάξιά του και απλά την ακυρώνει· στρέφεται στο επόμενο «ακομπλεξάριστο» θύμα του. Η Λούνα δυσκολεύεται να διακρίνει ότι ο εγνωσμένου κύρους καθηγητής ήρωάς της είναι εξαιρετικά απίθανο να έβρισκε ενδιαφέροντα τα γράμματά της.
«Σίγουρα η ιδέα κρατιόταν μέσα μου καιρό, σαν νύχι γάτας πιασμένο σε ύφασμα. Ο πυρήνας της είναι η φαινομενολογία του νου […]», θα σχολιάσει η ηρωίδα για το μυθιστόρημά της. Η «Φαινομενολογία του νου», όμως, στο συγκείμενο, είναι ουσιαστικό και στυλιστικό ατόπημα για κάποιον σαν τον Ζιράντ: χωρίς αναφορά στον Χέγκελ είναι φαιδρή, ενώ η παρουσία της, κωμική.
Υπάρχει, δηλαδή, μια ασυνέπεια εξαιτίας της αδυναμίας της συγγραφέως να γεννήσει μια ηρωίδα αντάξια του καθηγητή της και άρα «ελαττωματική», για να ερεθίσει το σεξουαλικό αρπακτικό Ζιράντ. Η Λούνα καταβάλλει υπερπροσπάθεια να αναδείξει το ταλέντο και την προσωπικότητα της φοιτήτριας, με αποτέλεσμα, τελικά, να την υπονομεύει. Λίγη αυτοσυγκράτηση θα λειτουργούσε υποδειγματικά, καθώς θα εξισορροπούσε και τη δομική σιωπή του Ζιράντ, ο οποίος, σιβυλλικά, την αφήνει να συντάξει και να υπογράψει τη λεόντεια σύμβαση της παράδοσής της.
Το τέλος, βαθιά απολαυστικό, κλείνει παλιούς λογαριασμούς και εκβάλλει στο ανταριασμένο πέλαγος των δυνατοτήτων: «Η ελευθερία θα μου κόστιζε τα πάντα».

