Ψυχικά εξουθενωμένος στον λάκκο των τρωκτικών

Ψυχικά εξουθενωμένος στον λάκκο των τρωκτικών

Τίποτα δεν πάει καλά για τον Ιβάνοφ. Η ζωή τον καταπίνει και το μυαλό του, ενώ το χρειάζεται, είναι κάπου χαμένο

4' 52" χρόνος ανάγνωσης

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
«ΙΒΑΝΟΦ!» του Αντον Τσέχοφ
Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς
Διασκευή – σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Μουσική: Blaine Reininger
Πρωταγωνιστούν: Αργύρης Ξάφης, Γιάννης Νταλιάνης, Μαρία Σκουλά, Νίκος Χατζόπουλος, Κατερίνα Λυπηρίδου, Αλεξάνδρα Καζάζου, Πηνελόπη Τσιλίκα, Χάρης Φραγκούλης, Θανάσης Δόβρης, Νικόλας Χανακούλας, Ευάγγελος Βογιατζής.

Τίποτα δεν πάει καλά για τον Ιβάνοφ. Η ζωή τον καταπίνει και το μυαλό του, ενώ το χρειάζεται, είναι κάπου χαμένο. Η σύζυγός του έχει φυματίωση και σίγουρα ο καθαρός αέρας της Κριμαίας θα της έκανε καλό, αλλά δεν υπάρχουν χρήματα επειδή η περιουσία του είναι υποθηκευμένη και τον βαρύνουν περαιτέρω χρέη. Η σύζυγος του φίλου του Λεμπέντεφ, η Ζιναΐντα, που είναι κύρια δανείστριά του, λόγω τσιγκουνιάς, δεν αντέχει να φανεί επιεικής στα ζητήματα αποπληρωμής δανείων και τον πιέζει. Ομως και οι υπόλοιποι γύρω του βρίσκονται στην ίδια κατάσταση αναισθησίας και αναλγησίας για τον πόνο του άλλου. Εχουν «προσαράξει» στην επίκτητη σκυθρωπότητά τους και στη συμφυή μικρότητά τους. «Ακτινοβολούν» κατάθλιψη, την οποία απλώς ξεπλένουν με βότκα. Ενώ το γρανάζι που κινεί τη ρουτίνα τους είναι τα αξιολύπητα κουτσομπολιά.

Ο Ιβάνοφ είναι κι αυτός βυθισμένος στην κατάθλιψη και εξαντλημένος από την κενότητα της ύπαρξής του κι εκείνης των άλλων. Τίποτα δεν τον δένει με τις περιστάσεις που βιώνει. Ωστόσο, προσπαθεί να βρει τα χρήματα που χρειάζεται, χωρίς τελικά να τα καταφέρνει.

Οι υψηλοί στόχοι

Ο Αντον Τσέχοφ, στο πλαίσιο μιας αλληλογραφίας, με αντικείμενο την τέχνη της συγγραφής, που διατηρούσε με τον φίλο του Αλεξέι Σουβόριν –μεγιστάνα τότε του Τύπου– συμπεριέλαβε και μια επιστολή, με την οποία αναφέρεται στον Ιβάνοφ, ως δραματικό πρόσωπο, λέγοντας ότι η «ψυχική κόπωση» που τον βασανίζει οφείλεται στο ότι θέτει στον εαυτό του στόχους υπεράνω των δυνάμεών του. Κι αυτό θα εξηγούσε τον γενικευμένο σκεπτικισμό του, τα παράπονά του που μόνο διαιωνίζονται και την κατάθλιψή του. Οι μεταβολές που ο Ιβάνοφ αναγνωρίζει ότι έχει υποστεί ως προσωπικότητα νιώθει να προσβάλλουν την τιμιότητά του, δηλαδή τον πυρήνα της ηθικής βάσης του και ειδικότερα το ιδανικό του της αντιμετώπισης όλων με ειλικρίνεια. Ψάχνει τότε στους άλλους την αιτία, αλλά δεν την βρίσκει. Οπότε στρέφεται εντός του, όπου αναγνωρίζει μόνο ένα αόριστο συναίσθημα ενοχής, που προστίθεται στην «κόπωση» και στην πλήξη του. Και τελικά, αυτοί οι παράγοντες δυστυχίας του συγκολλούνται με την εξίσου δυσάρεστη μοναξιά που νιώθει.

Δηλαδή, ο Τσέχοφ απέδιδε τη δυστυχία του πρωταγωνιστή του στην ασταμάτητη απομύζηση της ψυχικής του ενέργειας από τους άλλους. Και ως εκ τούτου, ο Ιβάνοφ οδηγείται στην εσωτερική διερώτηση: Τι πρέπει να κάνω με τον εαυτό μου; Στην οποία απαντά, με τιμιότητα, αυτοκτονώντας.

Η διασκευή του έργου από τον Γιάννη Χουβαρδά δεν βλέπει διαφορετικά τον Ιβάνοφ, αλλά «ξεγυμνώνει» περισσότερο τους άλλους που τον πιέζουν να υπακούσει στη δική τους λογική.

Ο θεατής συνειδητοποιεί ότι η πιο φρικτή «εξορία» από την κοινωνία σήμερα είναι το πεδίο μιας αργόσυρτης μάχης μέχρις εσχάτων, όπου ο κάθε Ιβάνοφ οφείλει να υπερασπίζεται την ηθική του βάση, επειδή περιστοιχίζεται από αδαείς αμοραλιστές που τον πιέζουν «εγκάρδια» να γίνει σαν αυτούς – να συνταχθεί με την πεζότητά τους, να οικονομοποιήσει κάθε πτυχή της αξίας της ανθρώπινης ζωής.

Η πιο φρικτή «εξορία» από την κοινωνία είναι το πεδίο της μάχης, όπου ο κάθε Ιβάνοφ υπερασπίζεται την ηθική του βάση από αμοραλιστές που τον πιέζουν «εγκάρδια» να γίνει σαν αυτούς.

Ισως γι’ αυτό να προστέθηκε ένα θαυμαστικό που κάνει τον τίτλο «Ιβάνοφ!» – για να διαβάζεται ως εάν ο κύριος χαρακτήρας «κλητεύεται» συνεχώς, προκειμένου να βάλει επιτέλους μυαλό.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Μαρία Σκουλά, ως Ζιναΐντα, παράγει τον απόλυτο «αντι-Ιβάνοφ». Τον άνθρωπο που βιώνει συνεχώς το ανομολόγητο και μη συνειδητοποιημένο δράμα τού να πιστεύει σε μία μόνο αξία και αυτή να είναι εμπράγματη: το χρήμα. Επίσης παίζει άψογα το ότι επιβιώνει, επειδή ματαιώνει τους γύρω της – ξεκινώντας από την ίδια την κόρη της, τη Σάσανκα, την οποία ωστόσο αγαπάει, έστω και με μια αγάπη λειψή. Η Πηνελόπη Τσιλίκα με τη σειρά της, στον ρόλο της κόρης, παράγει άψογα έναν «Ιβάνοφ στην ψυχή», που στο τέλος όμως προδίδει την αλήθεια του και παραδίδεται στον κοινωνικό κλοιό. Και οι δυο τους αφήνουν τον θεατή με το στόμα ορθάνοιχτο, χάρη στην ακρίβεια και στη δύναμη με τις οποίες αποδίδουν τους ρόλους τους.

Ο Αργύρης Ξάφης είναι ένας αξιοθαύμαστα ζυγισμένος Ιβάνοφ, που αναδεικνύει στον σωστό μέγιστο βαθμό (ώστε να μη χάσει τη στήριξη της πλατείας) και τη μισανθρωπία που περιέχει αυτός ο ρόλος.

Γνήσια τραγικωμωδία

Σπουδαίο δραματουργικό κλου είναι ότι στον Χάρη Φραγκούλη έχει ανατεθεί ο ρόλος της Αβντότια Ναζάροβνα, όχι για να ξεδώσει –γελώντας, σαν σε μπαλ μασκέ– ο κόσμος, αλλά επειδή η Ναζάροβνα ως ρόλος είναι ενσάρκωση του συντηρητισμού. Ως εκ τούτου, ο Φραγκούλης δεν παίζει ένα πρόσωπο, αλλά μια έννοια: τον καταπιεστικό μικροαστισμό. Και το καταφέρνει άψογα, στη στιγμή που όλοι γελούν, ενώ είναι η πιο δραματική. Δηλαδή, όταν προσποιείται ότι εξηγεί την αξία του γάμου μασώντας κυριολεκτικά τα λόγια του όταν οφείλει να προβάλει υποστηρικτικά επιχειρήματα. Κι έτσι, παραδίδει στον θεατή μια πλήρη αίσθηση του τι εστί γνήσια τραγικωμωδία.

Κατά τα άλλα, συνεπικουρείται από τον Ευάγγελο Βογιατζή που παίζει τον Γιεγκόρουσκα και που η παρουσία του στη σκηνή είναι μια αποκάλυψη. Μαζί, κατά στιγμές, συνθέτουν ένα δίδυμο που επιδίδεται σε απίστευτες κλοουνερί χαμηλών τόνων, που αφήνουν σπουδαίες εντυπώσεις και σκιαγραφούν τη θρασυδειλία και την κενότητα του κόσμου τους.

Ομως, όλοι οι ηθοποιοί της παράστασης είναι εξαιρετικοί, επειδή παραμένουν διαρκώς στον σωστό τόνο. Για παράδειγμα, η Αλεξάνδρα Καζάζου, ως φυματική σύζυγος, δεν γλιστράει ποτέ στο μελό. Ενώ η Κατερίνα Λυπηρίδου, σχηματίζοντας τον ρόλο της Μπαμπάκινα, εμπνέεται στον σωστό βαθμό από τη γνωστή ξανθιά ιντερνετική ιεραπόστολο της ψευδαίσθησης ότι η ευτυχία δεν είναι παρά μια προαπόφαση, που πρέπει να καθαρογράφεται καθημερινά στην ατζέντα με τις καταναλωτικές και λοιπές αυτοθαυμαστικές υποχρεώσεις μιας σύγχρονης γυναίκας.

Ο Blaine Reininger των Tuxedo Moon είναι ένας τεράστιος guest star. Και μακάρι να κυκλοφορήσει σύντομα το άλμπουμ με τα εκπληκτικά τραγούδια του για την παράσταση. Η δε Ιωάννα Τσάμη –τι πιο φυσικό;– αποδίδει πλήρως τη δραματουργία του έργου με τα κοστούμια που σχεδίασε.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT