«Είναι νωρίς. Είναι όμως και η ώρα που γράφονται τα ποιήματα. Απόψε δεν κοιμάμαι, γιατί κάποιος πρέπει να φυλάει τα όνειρά σας, κάποιος πρέπει να λέει για τη ζωή σας και κάποιος πρέπει να μαζεύει τα αστέρια που πέφτουν». –Χρόνης, αρχιτσέλιγκας, αφηγητής
Ούτε ο ίδιος ο Δημήτριος Κορομηλάς ως εισηγητής του δραματικού ειδυλλίου δεν μπορούσε να διανοηθεί την τεράστια επιτυχία ενός ρομαντικού δράματος με πρωταγωνιστές τσέλιγκες και βοσκοπούλες, με σκηνικά τοπία των βουνών και των λόγγων, με ήρωες φουστανελάδες του κλέφτικου βίου. Η θεατρική κριτική του 19ου αιώνα υποδέχτηκε το «εράσμιον» και συγκινητικό «ειδύλλιον» του Μήτρου και της Μάρως με έκδηλη αμηχανία. Χωρίς να αμφισβητεί την ψυχογραφική δύναμη του Κορομηλά, διατύπωσε αντιρρήσεις ως προς τη σύνθεση της πλοκής και τις υπερβολές ως προς την πειστικότητα των χαρακτήρων, ιδίως ως προς τη διατήρηση του ερωτικού πάθους του Μήτρου προς τη Μάρω για είκοσι ολόκληρα χρόνια. Αλλωστε, όλοι οι θεατές γνώριζαν πόσο σπάνιοι ήταν οι τσελιγκάδες, «οι μετρούντες την ερωτική τους σταθερότητα κατά μήνας».
Ωστόσο η αντίπαλη μερίδα των κριτικών εγκωμίασε τον «Αγαπητικό» με σχόλια που παρομοίασαν την τεχνική της συγγραφής του με τη «σαιξπήρεια» τεχνική, ενώ η δεξιοτεχνία του συγγραφέα να επεξεργαστεί ένα πρωτόλειο θέμα και η ψυχογραφική διείσδυση στα δραματικά του πρόσωπα τους παρέπεμψαν στη μέθοδο του Εμ. Ζολά ή του Γκ. Φλομπέρ.
Ο Γιάννης Καλαβριανός τόλμησε να συστήσει ένα έργο γνήσιας «ελληνικότητας» μέσα από μια σύγχρονη, εντελώς καινοτόμο διασκευή του σε μιούζικαλ. Απέδειξε ότι το ειδύλλιο του 1891 έχει μια ποιητική ανθεκτικότητα και συγκινεί ακόμη και σε στιγμές που ρέπει προς το μελό ή την ηθογραφική κοινοτοπία. Περιόρισε τις πέντε πράξεις σε δύο και ανέδειξε ισότιμα τα δύο ερωτευμένα ζευγάρια δημιουργώντας ομόκεντρους δραματουργικούς κύκλους, με άξονα την αναζήτηση της αγάπης από το «τότε» στο «τώρα». Αφαίρεσε κάθε ίχνος ιστορικής σκόνης κι ενώ διατήρησε τον δραματουργικό καμβά του ρομαντισμού, (ξανα)έγραψε όλο το έργο από την αρχή και τους στίχους των τραγουδιών του σε έναν δυναμικό δεκαπεντασύλλαβο, διανθίζοντας την πρωτότυπη εκδοχή με σχόλια ειρωνικά, έντονα κωμικά, αλλά και εξαιρετικά επίκαιρα, κυρίως όσα αφορούν τη γυναικεία χειραφέτηση. Επεξεργάστηκε τη δραματική οικονομία με σχεδόν μαθηματική μέθοδο και οδήγησε σταδιακά στη λύση του δράματος και στην κορύφωση της αγωνίας παρά τον προβλέψιμο χαρακτήρα του τέλους.
Οι στίχοι των υπέροχων τραγουδιών πλαισιώνονται από τις πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις του Θοδωρή Οικονόμου σε μια εξαιρετική σύζευξη παραδοσιακών ήχων και σύγχρονων ηλεκτρικών, όπως παράγονται από τον διάλογο του κλαρίνου και του μπουζουκιού με το σοπράνο σαξόφωνο και το βιμπράφωνο. Το αποτέλεσμα είναι ένα γοητευτικό ηχητικό σύμπαν με αναφορές στην τζαζ και στη λυρική παράδοση του δημοτικού τραγουδιού. Γκάιντα, καβάλ, ηλεκτρικό μπάσο συνθέτουν ένα μουσικό τοπίο δημιουργικής συγχώνευσης του παλαιού με το καινούργιο.
Μερίδα κριτικών του 19ου αιώνα είχε εγκωμιάσει το ειδύλλιο του Δημητρίου Κορομηλά, συγκρίνοντάς το με τη «σαιξπήρεια» τεχνική, ενώ η γραφή του τους θύμιζε τη μέθοδο του Ζολά ή του Φλομπέρ.
Ο ρόλος του αρχιτσέλιγκα Χρόνη μετασχηματίστηκε σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές αφηγητή που συναντάμε στη νεοελληνική δραματουργία, στον ρόλο ενός ραψωδού – αφηγητή, που ερμήνευσε με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία ο Γιώργος Γλάστρας. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος σκιαγράφησε με απίστευτη φωνητική και κινησιολογική άνεση τον Μήτρο, τον αρχιτσέλιγκα που στέκεται αγέρωχος, γοητευτικός, ευαίσθητος, γενναιόδωρος και αξιοπρεπής, αφοσιωμένος σε ένα αίσθημα γνήσια ερωτικό. Στους ανδρικούς ρόλους, ευέλικτη και ζωηρή η ερμηνεία του Μάρκου Παπαδοκωνσταντάκη στον ρόλο του Λιάκου, δημιουργεί ένα ωραίο ντουέτο με τη συναισθηματική ευαλωτότητα της Ασημένιας Βουλιώτη, στον ρόλο της Κρουστάλλως. Η Ελένη Ουζουνίδου όπως και τα υπόλοιπα μέλη του θιάσου επέδειξαν ιδιαίτερες φωνητικές ικανότητες στο τραγούδι, ιδίως στη συγκινητική σκηνή του δημοφιλούς «Μια βοσκοπούλα αγάπησα».
Η Εύα Μανιδάκη έστησε ένα εντυπωσιακό σκηνικό δύο ορεινών όγκων, εξαιρετικά συμβολικών, ενώ οι στυλάτες τζιν φουστανέλες της Βάνας Γιαννούλα εκπλήσσουν με τους χρωματικούς συνδυασμούς τους, συνθέτοντας ένα εικαστικό υπερθέαμα απολύτως εναρμονισμένο με την αισθητική του σύγχρονου θεάματος.
Σαν πρώτο ραντεβού
Η παράσταση – μιούζικαλ του Καλαβριανού οδηγεί συνειρμικά σε μία παρατήρηση του Δ. Κακλαμάνου στο «Αστυ» (1.06.1892) για την τεχνική συγγραφής του «Αγαπητικού». Θεώρησε ότι η πρώτη συνάντηση του Κορομηλά με τα ήθη της υπαίθρου μπορεί να παρομοιαστεί με το πρώτο ερωτικό ραντεβού, όπου ο εραστής αρκείται μόνο σε ένα φίλημα της αγαπημένης του, οπότε «όσην διάθεσιν και αν έχη να παραδοθή αύτη» περιμένει ώσπου «αυτός να φανή αργότερα πλέον τολμηρός…».
*Η κ. Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ Ιστορίας – Δραματολογίας ΑΠΘ.

