Κόβοντας την τράπουλα του Πούσκιν βγαίνει πάντα ο φάντης μπαστούνι

Κόβοντας την τράπουλα του Πούσκιν βγαίνει πάντα ο φάντης μπαστούνι

Ο Αλεξάντερ Πούσκιν είναι ο εθνικός ποιητής της Ρωσίας επειδή από τα έργα του αναδύεται η ρωσική ψυχή, με στεγνωμένα στα μαγουλάκια της τα δάκρυα μιας απελπισίας που δεν έχει γεύση βότκας

4' 54" χρόνος ανάγνωσης

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ
«Ντάμα Πίκα» του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν
Απόδοση – διασκευή: Ελσα Ανδριανού
Σκηνοθεσία – δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός
Σκηνικά – κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου
Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Νίκος Αλεξίου, Παναγιώτης Καμμένος, Εύα Σιμάτου, Γιάννης Σύριος, Δήμητρα Χατούπη
Παραγωγή: Θεατρική Εταιρία ΠΡΑΞΗ

Ο Αλεξάντερ Πούσκιν είναι ο εθνικός ποιητής της Ρωσίας επειδή από τα έργα του αναδύεται η ρωσική ψυχή, με στεγνωμένα στα μαγουλάκια της τα δάκρυα μιας απελπισίας που δεν έχει γεύση βότκας.

Η ενασχόλησή του με την πεζογραφία έπεται κατά πολύ εκείνης με την ποίηση. Τα πεζά του δεν είναι μεγαλόστομα, ούτε συναισθηματικά, ούτε διδακτικά. Μέσω αυτών εκείνος απολάμβανε να γελοιοποιεί, ειρωνευόμενος με λεπτότητα, κάθε είδους αλαζονεία – π.χ. την πόζα του ηρωισμού, έναν προσποιητό συναισθηματισμό ή τις επιδείξεις γνώσεων. Επιπλέον, είναι θαυμάσια η συντομία τους και οι ατμόσφαιρες που δημιουργούν. Ειδικά στην «Ντάμα Πίκα», ο αναγνώστης ξαφνιάζεται από μια αίσθηση ακραίας έντασης που τον καταλαμβάνει, παρά το ότι, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει με κομψή κι ανεκδοτική «ιστοριούλα» ικανή να προκαλεί μικρές άνισες ανατριχίλες στα σαλόνια της τσαρικής πρωτεύουσας, ως εάν στερείτο φιλοσοφικού, ψυχολογικού και ιστορικού βάθους.

Ομως, το νόημα που ο Πούσκιν μεταφέρει στον αναγνώστη δεν οριοθετείται. Οχι επειδή υστερεί κάπου η δική του συγγραφική εστίαση, αλλά επειδή το νόημα επεκτείνεται σε κάτι πιο ευρύ για να οριστεί ρητά. Οπότε, καταλήγει να υπονοείται. Για τους παραπάνω λόγους, υπάρχουν κριτικοί της λογοτεχνίας που διατείνονται ότι η «Ντάμα Πίκα» είναι το κατ’ εξοχήν πεζό του που αγγίζει το επίπεδο βάθους της ποίησής του.

Μια επιδερμική ανάγνωσή της θα ήταν ότι η νουβέλα ακολουθεί την πορεία ενός νεαρού αξιωματικού, ονόματι Χέρμαν, που ξαφνικά επιθυμεί να πλουτίσει μέσω του τζόγου, αλλά χωρίς να πάρει ρίσκο. Πληροφορείται λοιπόν πως μια ηλικιωμένη κόμισσα (η Ντάμα Πίκα) κατέχει μυστικό μαγικό συνδυασμό τραπουλόχαρτων που πάντα κερδίζει και προκειμένου να την προσεγγίσει κορτάρει την κηδευομένη νεαρή συγγενή της, Λιζαβέτα. Κι έτσι, επωφελείται για να εισβάλει στα ιδιαίτερα διαμερίσματα της ηλικιωμένης γυναίκας και να την πιέσει να του παραδώσει το μυστικό της, με απροσδόκητες εξελίξεις.

Η «καθηγήτρια» του Κακού

Στη νουβέλα του Πούσκιν η επίρριψη κάθε ευθύνης του Κακού στον Διάβολο, αν και δεν τίθεται ευθέως, είναι σαφής για τον αναγνώστη. Το στοιχείο αυτό στην παράσταση στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας αναδεικνύεται με την εμφάνιση ενός δραματικού προσώπου που περιγράφεται με τον υπέροχα αποφλοιωμένο από κάθε θρησκευτική όψη του Διαβόλου προσδιορισμό ως «ένα μοχθηρό πνεύμα». Η Δήμητρα Χατούπη το αποδίδει άψογα, προσθέτοντας στο παίξιμό της την πτυχή ότι πλήττει, ως «καθηγήτρια» του Κακού, επειδή τα άλλα πρόσωπα του έργου (πλην της κόμισσας) είναι αρχάρια στη μοχθηρία και θα χαθούν προτού προλάβουν να γίνουν αξιοσημείωτα κακοί.

Μια αλληγορία για κάθε είδος «πανούργων και καρχαριών», που υπόσχονται πρόσβαση στο χρήμα, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που προφέρουν είναι φρούδες ελπίδες.

Η δραματουργική και σκηνοθετική απόφαση να αποδεσμευτεί το διαβολικό στοιχείο από την «ιερή ανιερότητά του» συνδυάζεται με τα ακόλουθα συμβολικά στοιχεία υπερρεαλιστικού χαρακτήρα: α) το σκηνικό, που μοιάζει με ένα τεράστιο στρογγυλό κουτί ζαχαρωτών ή μπισκότων, που τίθεται σε περιστροφή (σαν ρουλέτα, ας πούμε) από όλα τα πρόσωπα του έργου, αλλά πρωτίστως από το «πνεύμα της μοχθηρίας», β) το υπερβολικό μακιγιάζ του προσώπου της κόμισσας που το κάνει να δείχνει σαν μάσκα – ως εάν εκείνη δεν είναι ένα πραγματικό πρόσωπο, αλλά μια μυστηριώδης αφανής εξουσία, γ) το φόρεμα της κόμισσας, διακοσμημένο με τραπουλόχαρτα – όλα τους «καλότυχες» κούπες, τη στιγμή που η κόμισσα είναι «μπαστούνι» και συνεπώς δυσοίωνη, δ) το σκουφί νυκτός της κόμισσας, που είναι υπερβολικά μεγάλο και φουσκωτό ώστε ο θεατής δικαιολογημένα να φαντάζεται πως ο Χέρμαν, όταν πλησιάζει την κόμισσα στο δωμάτιό της, γίνεται ο ίδιος Κοκκινοσκουφίτσα που αντικρίζει τον λύκο μεταμφιεσμένο σε γιαγιά.

Ολα αυτά τα στοιχεία, λοιπόν, μπορούν να οδηγήσουν τον θεατή στην εικασία ότι, σ’ αυτήν την παράσταση, η κόμισσα –η Ντάμα Πίκα– είναι μια αλληγορία για κάθε είδους και κάθε επιπέδου συνεταιρισμό «πανούργων και καρχαριών», που έχουν πείσει τον κάθε ανώνυμο κι ανίσχυρο Χέρμαν ότι θα του προσφέρουν μια πραγματική ευκαιρία να αποκτήσει πρόσβαση στη μόνη αξία που ο άνθρωπος, σήμερα, αποδέχεται να υπερασπίζεται: το χρήμα. Ενώ, στην πραγματικότητα, το μόνο που προσφέρουν είναι φρούδες ελπίδες. Κι έτσι, όσοι τις πιστεύουν χάνονται, γιατί δεν διαθέτουν ηθική βάση.

Υπό αυτό το πρίσμα, η εν λόγω θεατρική μεταφορά της «Ντάμας Πίκα» δεν είναι μόνο πολύ όμορφη, αλλά και συγκινητική, όπως όλα τα έργα τέχνης που είναι γοητευτικά σχήματα μεταφοράς του κοινωνικοπολιτικού πυρήνα τους.

Ερμηνείες

Οι ηθοποιοί είναι όλοι στο ύψος των περιστάσεων. Η Ντάμα Πίκα, για την Μπέττυ Αρβανίτη, είναι ρόλος που θα περιγράφαμε ως «για πρωινό». Ομως, εκείνη στέκεται σ’ αυτόν και τον εξυψώνει με περισσοτεχνία. Ο θεατής τη νιώθει παρούσα στη σκηνή σε κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου με την ενέργεια μιας λανθάνουσας αλλά και θελκτικής απειλής. Επίσης, δεν υπερβαίνει ποτέ τον σωστό τόνο επιθετικότητας προς τη Λιζαβέτα. Τον ανεβάζει στο μέγιστο γράδο, ώστε αυτός να γίνεται πλεονασματικά αισθητός, χωρίς να ξεφεύγει από τα όρια του chic, που μόνο μια εξουσιαστική περσόνα σαν την Ντάμα Πίκα τα ανιχνεύει σωστά, επειδή γνωρίζει ότι δεν υποπίπτει ποτέ σε ηττοπαθή θέση, στο πλαίσιο της αντιπαλότητάς της με μιαν ανίσχυρη.

Η Εύα Σιμάτου καταφέρνει το αξιοθαύμαστο, να παίζει μεγάλο μέρος του ρόλου της υψωμένη στις πουέντ της και πείθοντας τον θεατή ότι ο πόνος της ψυχής της είναι μεγαλύτερος από την καταπόνηση των ακροδακτύλων της. Ο Νίκος Αλεξίου προσθέτει την πιο ευπρόσδεκτη βεντάλια παιχνιδιάρικων αποχρώσεων της ψυχραιμίας, ενόσω επιδιώκει να τη διατηρήσει με χάρη κι ενώ βρίσκεται υπό πίεση – κάτι που γίνεται ιδιαιτέρως αισθητό στον ρόλο του χαρτοπαίκτη Τσεκαλίνσκι.

Κατά τα άλλα, τα σκαρφαλώματα των ηθοποιών στις τσιμεντοκολόνες του θεάτρου είναι φόρμες που στη συγκεκριμένη παράσταση δεν διακρίνεται ποια είναι η δραματουργική λειτουργία τους κι έτσι φαντάζουν ως διακοσμητικού χαρακτήρα. Το ίδιο ισχύει και για την επιλογή τα δραματικά πρόσωπα να μιλούν για τον εαυτό τους στο τρίτο πρόσωπο. Είναι ένα σχήμα που δεν μπορεί να εκληφθεί ως δημιουργική «απόσταση» του ηθοποιού από τον ρόλο, επειδή είναι πια συνυφασμένο με μια πολύ μπανάλ μόδα που καθιερώθηκε στα πεδία του πρωταθλητισμού.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT