Το κέικ της μικροκοινωνίας στον φούρνο του λαϊκισμού

Το κέικ της μικροκοινωνίας στον φούρνο του λαϊκισμού

Το «Κέικ» είναι ένα ελληνικό θεατρικό έργο που γράφτηκε το 2013 και ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο ένα χρόνο μετά

4' 43" χρόνος ανάγνωσης

Θέατρο Εμπορικόν(Σαρρή 11, Αθήνα)
«Κέικ»
Κείμενο: Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης
Σκηνοθεσία: Θανάσης Ζερίτης
Σκηνικά – κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Παίζουν: Φαίδρα Δρούκα, Ερρίκος Λίτσης, Γιάννης Λεάκος, Προμηθέας Νεραττίνι Δοκιμάκης
Εως τις 5 Απριλίου

Το «Κέικ» είναι ένα ελληνικό θεατρικό έργο που γράφτηκε το 2013 και ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο ένα χρόνο μετά. Είναι, δηλαδή, έργο της «κρίσης» (βλ. οικονομικής) η οποία, παρά τις καθαρές και έντονες αναμνήσεις που μας χάρισε, μοιάζει πια μακρινή, επειδή εμείς έχουμε «σιδερωθεί» από άλλα πανδημικά κι ενδημικά δεινά, ώστε οι «τσακίσεις» που μας επέφερε η τότε ισοπέδωση να μοιάζουν πια αποδεκτές και μόνιμες. Αν, δηλαδή, στο «Κέικ» μια μικροκοινωνία πολυκατοικίας φρίττει με το σαμποτάζ της επιθυμητής ευταξίας από κάποιον που πετάει τα σκουπίδια του από το μπαλκόνι, εμείς, σήμερα, ως μικροκοινωνίες πολυκατοικιών βρισκόμαστε στην πολύ πιο αισχρούτσικη φάση τού να μην μπορούμε να συνάψουμε την ελάχιστη ανίερη συμμαχία, προκειμένου να σώσουμε το κτίριό μας που διαλύεται, λόγω ηλικίας και αφροντισιάς.

Ομως, η τωρινή απόστασή μας από το «Κέικ» ίσως επιτρέπει να δούμε το έργο «νοσταλγικά» ή ως κάτι το «εξωτικό», επειδή αναφέρεται σε μια «καλύτερη-δυστυχισμένη ζωή», που, πλέον, μπορούμε να την κοιτάξουμε χωρίς περιορισμό του πεδίου της παρατήρησής μας από τις παρωπίδες που μας φορούσε τότε η βιωμένη εμπειρία. Και ίσως έτσι, αναγνωρίσουμε τις αμελητέες και αφαιρέσιμες ηθικές παραβάσεις στις οποίες αφηνόμαστε, με λιγότερες τύψεις ακόμη κι απ’ όταν γκαζώνουμε μπροστά στο κόκκινο φανάρι.

Γιατί το σπουδαίο στο «Κέικ» είναι ότι επικεντρώνεται στο έλασσον, για να μας προσφέρει ένα κάπως υποφερτό είδωλο του μείζονος. Επιπλέον, είναι έργο λεπτουργού συγγραφέα, που ρισκάρει να παραδώσει το παραπάνω που θέλει να εκφράσει, μέσα από τη φόρμα ενός «κραυγαλέου» ρεαλισμού που είναι ικανός να κάνει μια χαψιά αυτό το παραπάνω.

Κινούμενη άμμος

Ουσιαστικά, το «Κέικ» ανήκει σε ένα γένος θεατρικών έργων του οποίου καλό υπόδειγμα θα ήταν «Ο θεός της σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά, που έχει ανέβει αρκετές φορές στην Αθήνα και που η πλήρης δυναμική του φάνηκε με την κινηματογραφική μεταφορά του από τον Ρομάν Πολάνσκι. Η παράσταση ενός τέτοιου είδους έργου οφείλει να καθοδηγεί τον θεατή προς αυτό το παραπάνω, που είναι πάντα ένα πρόβλημα ηθικής τάξεως και το οποίο πρέπει να σκιαγραφείται ως αόρατο και αποκρουστικό «ζόμπι», που σέρνεται επί της μπαναλιτέ της ρεαλιστικής ιστορίας. Αν ο θεατής δεν αντιληφθεί το «ζόμπι», την παράσταση την καταπίνει η κινούμενη άμμος της μπαναλιτέ.

Στο «Κέικ», ο Πέτρος είναι διαχειριστής της πολυκατοικίας όπου διαμένει και φτιάχνει ένα ομώνυμο γλυκό για την κόρη του, που φτάνει από το εξωτερικό. Σε αυτήν τη σημαντική για εκείνον στιγμή, τον επισκέπτεται η Σάσα, μια συγγραφέας λαϊκής λογοτεχνίας και κάτοικος της πολυκατοικίας, ζητώντας του να λύσει το πρόβλημα με τον ένοικο που πετάει τα σκουπίδια του από το μπαλκόνι. Ο Μπάμπης και ο μετανάστης Ακμπάρ προσκαλούνται στην μίνι συνέλευση ενοίκων προς αναζήτηση του υπαιτίου. Ο Μπάμπης και η Σάσα αποζητούν να είναι φταίχτης ο Ακμπάρ και απαιτούν να στηθεί μονομελές λαϊκό δικαστήριο με πρόεδρο τον Πέτρο, ο οποίος όμως θέλει να παραμείνει δίκαιος με όλους.

Η έννοια λαϊκισμός έχει γίνει πια λάστιχο – τόσο πολύ που καταντά φλου. Κι εξαιτίας του «φλουταρίσματος» οι σοβαροί στοχαστές αρνούνται να του δώσουν «στενότερο» και ακριβέστερο ορισμό. Συνέπεια αυτού είναι ότι συνεχίζουμε να τον υπερ-χρησιμοποιούμε. Οπότε, για ποιο λόγο να μην τον αναγνωρίζαμε και στην παραγωγή πολιτιστικών προϊόντων σαν τις θεατρικές παραστάσεις; Σ’ ένα τέτοιο λαϊκίστικο πλαίσιο, δεν υπάρχει κάποιος περισσότερο και άλλος λιγότερο φταίχτης. Ολα εκτελούνται από ένα συμπαγές σχήμα λαϊκίστικης πυραμίδας, με τον παραγωγό στην κορυφή της, τον σκηνοθέτη με το επιτελείο του από κάτω και με τον θίασο στη βάση της. Αν συνέβαινε κάποια διάβρωση του συνδετικού στόκου της πυραμίδας, ίσως το αποτέλεσμα να μην ήταν όπως είναι.

Στην πράξη, ο λαϊκισμός εκφράζεται ως εφαρμοσμένος φιλισταϊσμός – πρόχειρος, άχαρος, εξαρχής εχθρικός και διαρκώς βίαιος προς την ορθή τάξη των πραγμάτων, επειδή την καθορίζει η «διεστραμμένη ελίτ» του πνεύματος (που, μοιραία, εκ των πραγμάτων, είναι ο συγγραφέας).

Ομως, το πιο λαϊκίστικο από όλα τα λαϊκίστικα που εφαρμόζει η «πυραμίδα» είναι να θεωρεί το κοινό όχι μόνο αθώο και ανήμπορο να καταλάβει το έργο, αλλά πάνω απ’ όλα «φουκαριάρικο» (υπό την έννοια που ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος αναπαριστούσε τη «φουκαριάρα τη μάνα»).

Και αυτό συμβαίνει σήμερα, που, αν κάτι έχει εκλείψει εντελώς, αυτό είναι οι «φουκαριάρηδες».

Χιούμορ νηπιαγωγείου

Ετσι, λοιπόν, στο «Κέικ» ο Αγκρόν του συγγραφέα μετονομάστηκε σε Ακμπάρ –μάλλον, για να διασφαλιστεί ότι είναι μουσουλμανο-ασιάτης–, ο Μπάμπης αφήνεται σε μη κόσμιες χοντράδες, με στόχο αυτές να βγάλουν γέλιο, ενώ θα μειδιούσαν με αυτές μόνο παιδάκια του νηπιαγωγείου. Η δε Σάσα είναι μια ανερμάτιστη, υστερική περσόνα που σχεδόν τη λυπάσαι, ενώ στην πραγματικότητα είναι πιο θύτης απ’ ό,τι θύμα.

Τα τρία αυτά δραματικά πρόσωπα παρουσιάζονται ως καρικατούρες, με στόχο το κοινό να εκλάβει το έργο ως κωμωδία. Δηλαδή, με σκοπό να εξαλειφθεί η πιθανότητα να το εκλάβει ως πικρή κωμωδία. Ενώ είναι. (Ομως, «γιατί να πικραθούν οι φουκαριάρηδες;»)

Ο δε Πέτρος είναι ένας διαρκώς ψύχραιμος σοφός, ενώ το έργο ξεκινά με αυτόν να παραδίδεται σε μια πολύ σκοτεινή ελεγκτική υστερία σχετιζόμενη με την άφιξη της κόρης του.

Τρία από τα δραματικά πρόσωπα παρουσιάζονται ως καρικατούρες, με στόχο το κοινό να εκλάβει το έργο ως κωμωδία. Δηλαδή, με σκοπό να εξαλειφθεί η πιθανότητα να το εκλάβει ως πικρή κωμωδία. Ενώ είναι.

Ωστόσο, ο Ερρίκος Λίτσης, ως Πέτρος, κάπως διασώζεται, επειδή παίζει με ηρεμία και καλή σύνδεση με τη ρεαλιστική διάσταση των πραγμάτων. Γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως ο Λίτσης αποσπάστηκε από την «πυραμίδα»; Ή μήπως οι θεατές παρακολουθούμε την παράσταση μέσα από την υποκειμενική ματιά του Πέτρου, που ενδεχομένως να βλέπει ως καρικατούρες τους συγκατοίκους του στην πολυκατοικία; Το ερώτημα μένει αναπάντητο, αλλά μακάρι να ισχύει το δεύτερο, γιατί οι υπόλοιποι ηθοποιοί αφήνονται με όλη τους την επαγγελματική ευσυνειδησία σε μια τηλεοπτικού επιπέδου υπεραπλούστευση της απόδοσης των χαρακτήρων που ερμηνεύουν.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT