Η κωμική όψη του Τσέχοφ

Ο «Βυσσινόκηπος» σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου από το Εθνικό Θέατρο

3' 53" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Ο αγαπημένος, ο πανέμορφος κήπος μου, η τρυφερή αγκαλιά του!… Αντίο ζωή μου, νιάτα μου, ευτυχία μου, αντίο!…». (Λιουμπόφ Αντρέγεβνα).

Η ζωή τέλειωσε στο πατρικό σπίτι της Λιουμπόφ Αντρέγεβνα. Δεν θα ξαναρχίσει ποτέ. Τα ανέμελα παιχνίδια, τα τραγούδια, οι χορευτικές φιγούρες, οι αθώες και πονηρές σκανταλιές, τα ερωτικά σκιρτήματα, οι μυρωδιές των λουλουδιών, οι γλυκές γεύσεις των φρούτων, οι ανατολές και οι δύσεις, οι χρυσές αποχρώσεις του ήλιου πάνω στα φυλλώματα των δέντρων, οι εναλλαγές των εποχών, οι θερινές ώρες της ραστώνης σε αυτήν την πανέμορφη ρωσική «ντάτσα» με θέα τον υπέροχο βυσσινόκηπο, όλα χάθηκαν. Ολα τέλειωσαν για την αριστοκράτισσα Αντρέγεβνα. Πνιγμένη στα χρέη, συμπεριφέρεται ωστόσο σαν να μη συμβαίνει τίποτα. «Το κτήμα σας πουλιέται! Κι εσείς δεν κάνετε τίποτα!», την ταρακουνάει ο Λοπάχιν, ο γιος των μουζίκων που αγοράζει τον Βυσσινόκηπο για να υλοποιήσει τα επιχειρηματικά του σχέδια της κατασκευής παραθεριστικών κατοικιών. Η νέα τάξη πραγμάτων θριαμβεύει. Και οι πτωχευμένοι αστοί πρέπει να εγκαταλείψουν το πολύτιμο υλικό της μνήμης, να ξεχάσουν το βίωμα της οικειότητας στο σπίτι, να εξασκήσουν τη γεύση, την όσφρηση, την όραση και την αφή τους, ώστε να μη ζουν πια με τις αισθήσεις ή τις αναμνήσεις αλλά να ζήσουν σε μία καινούργια, λιγότερο ποιητική και χωρίς ψευδαισθήσεις πραγματικότητα.

Υπάρχουν πολλών ειδών αποχαιρετισμοί. Αλλοτε σκληροί, επώδυνοι και μελοδραματικοί, άλλοτε χαλαροί, συναινετικοί ίσως και κωμικοί. Στον «Βυσσινόκηπο» (1903) ο αποχαιρετισμός είναι συμβολικός και ιστορικά μετωνυμικός. O Εκτορας Λυγίζος επέλεξε να τον αναγνώσει σκηνικά ως έναν ανάλαφρο αποχαιρετισμό, αποδραματοποιώντας το τσεχοφικό φορτίο, υπερτονίζοντας την κωμική υφή του, τηρώντας κατά γράμμα τον υπότιτλο «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις». Ενορχήστρωσε το αστικό δράμα σαν μία παρτιτούρα, η σημειογραφία της οποίας αποδίδει έναν μουσικό ρεαλισμό (μουσικός σχεδιασμός Λίνα Ζάχαρη) διανθισμένο με τους στίχους του δημοφιλούς γαλλικού τραγουδιού «Le temps des cerises», δίνοντας ένα νοσταλγικό τόνο σε μια παράσταση όπου το συναισθηματικό ρετρό είναι απολύτως περιορισμένο.

Η σκηνοθεσία έχει άποψη, θέση και γνώμη πάνω στην τσεχοφική δραματουργία. Κυρίως όμως διαθέτει στόχευση προς μία διευρυμένη ερμηνεία αυτού του αστικού δράματος, απόλυτα εναρμονισμένη με ένα οργανωμένο σύστημα σκέψης και σύγχρονης αντίληψης ενός έργου με τόσα κοινωνικά, πολιτικά και ψυχογραφικά σημαινόμενα. Ο σκηνοθέτης ζύγισε το νοηματικό βάρος κάθε λέξης σε αυτήν την ακριβόλογη, μελετημένη ώς και την τελευταία της λεπτομέρεια, «διαμαντένια» μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη. Παρενέβη «κόβοντας» τον ρόλο της θαυματοποιού αλλά και μετασχηματίζοντας τον υπηρέτη Φιρς σε γυναικείο ρόλο, ίσως κάπως αυθαίρετα, αφού ο σωματώδης Φιρς ήταν το «στήριγμα» της οικογένειας.

Ο σκηνοθέτης ανίχνευσε το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και της κοινωνικής συμβίωσης, διερευνώντας το κωμικό στοιχείο που πηγάζει μέσα από αυτό.

Ο Λυγίζος ανίχνευσε το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και της κοινωνικής συμβίωσης, διερευνώντας το κωμικό στοιχείο που πηγάζει μέσα από αυτό το παράλογο. Εσβησε τις μαγικές τσεχοφικές σιωπές, τις παύσεις και τα δίκτυα των εσωτερικών φωνών αυτών των δυστυχισμένων υπάρξεων, των καταδικασμένων στην αφόρητη πλήξη και στην αδιέξοδη μοναξιά. Τοποθέτησε τη δράση στα μέσα της δεκαετίας του ’70, με σκηνικά αντικείμενα και κοστούμια (Αλκηστη Μάμαλη) μιας μεταβατικής εποχής. Κι ενώ το σκηνικό αποτέλεσμα στηρίχτηκε περισσότερο στην κίνηση παρά στην έκφραση του συναισθήματος, παρ’ όλα αυτά αποκαλύφθηκαν στα μάτια του σύγχρονου θεατή οι τρεις εγκιβωτισμένες πτυχές του «Βυσσινόκηπου», όπως θα γινόταν αν παίζαμε με μία πελώρια «μπαμπούσκα»: η αληθινή, συγκινητική και ανθρώπινη ιστορία μιας οικογένειας δεμένης με ισχυρούς δεσμούς, η ιστορική συγκυρία της πτώσης των Ρώσων γαιοκτημόνων και της ανόδου της νέας αστικής τάξης και τέλος η διαχρονική μοίρα της ανθρώπινης νομοτέλειας που διέπει τη ζωή και τον θάνατο, την ακμή και την παρακμή.

Οι σκηνοθετικές προθέσεις υλοποιούνται σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά σκηνικά που έχουν συνομιλήσει με τον «Βυσσινόκηπο» στην ελληνική σκηνή. Το σκηνικό της Μυρτώς Λάμπρου συνδυαστικά με τις χρωματικές εναλλαγές του φωτισμού που επιμελήθηκε ο Δημήτρης Κασιμάτης, ορίζουν το υψηλό εικαστικό επίπεδο της παράστασης.

Το σκηνικό της Μυρτώς Λάμπρου συνδυαστικά με τον φωτισμό του Δημήτρη Κασιμάτη, ένα από τα πιο εντυπωσιακά που έχουν συνομιλήσει με το έργο του Τσέχοφ.

Οι ηθοποιοί με πολύ χιούμορ, γρήγορους ρυθμούς και αυτοσαρκασμό κινούνται με ευελιξία. Η Αμαλία Μουτούση ως Λιουμπόφ Αντρέγεβνα επιχειρεί με κάθε τίμημα να παρατείνει τον αποχαιρετισμό, να τον ζήσει στην πληρότητά του. Η Σοφία Κόκκαλη ως Βάρια είναι το σοβαρό αντίβαρο στην κωμική σκηνική ατμόσφαιρα. Ο Φοίβος Συμεωνίδης απολαυστικός ως «Γκαντέμοβιτς», η Υβόννη Μαλτέζου ώριμη και νοσταλγική κυρία Φιρς και ο Εκτορας Λυγίζος ως αεικίνητος και δραστήριος Λοπάχιν, έξοχος στη σκηνή που δεν κάνει την πρόταση γάμου στη Βάρια.

Οταν η οικογένεια της Αντρέγεβνα εγκαταλείπει το σπίτι, το τσεκούρωμα των βυσσινιών έχει ήδη αργήσει. Η σκηνή αδειάζει, οι πόρτες κλειδώνονται και οι άμαξες αναχωρούν. Ο μόνος ήχος που ακούγεται, είναι ο χτύπος των τσεκουριών πάνω στα δέντρα. Ενας ήχος μοναχικός και μελαγχολικός. Τα σύμβολα καταρρέουν.

*Η κ. Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ Ιστορίας – Δραματολογίας ΑΠΘ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT