ΒIJOUX DE KANT HOOD ART SPACE (Πολυκλείτου 21, Αθήνα)
«Πανδοχείον η Φιλόξενη Ερημία»
Κείμενο: Ε. Χ. Γονατάς
Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης
Σκηνογραφία, κοστούμια: Νίκος Παπαδόπουλος
Δραματουργική επεξεργασία: Ασημένια Ευθυμίου
Παίζουν: Θανάσης Δήμου, Χάρης Χαραλάμπους- Καζέπης
Διάρκεια: 75΄
Γενική είσοδος: 16 ευρώ
Εως τις 5 Απριλίου 2026
Η παράσταση ξεκινάει από τον ανελκυστήρα. Δηλαδή μπαίνεις στο μικρό ασανσέρ, για να ανεβείς στον δεύτερο όροφο όπου βρίσκεται το θέατρο και είναι μέσα ο ένας εκ των δύο ηθοποιών, ως συντετριμμένο φάντασμα.
Και απ’ ό,τι φάνηκε, δεν ήταν όλοι οι θεατές έτοιμοι να το αντιμετωπίσουν αυτό. Δεν σημαίνει πως ήταν κάτι το ενοχλητικό, αλλά ήταν εύκολο να σαστίσεις. Κατ’ αρχάς, λόγω εγγύτητας με ένα φάντασμα. Αλλά κι επειδή, ρωτώντας το σε ποιον όροφο βρίσκεται το θέατρο, εκείνο δεν απαντούσε. Εξαιτίας της συντριβής του, σίγουρα. Αλλά, φυσικά, και επειδή το κοινό δεν δικαιούται να ζητάει πρακτικές συμβουλές από τους ηθοποιούς εν ώρα παράστασης.
Τέλος πάντων, τούτων λυθέντων, το δεύτερο φάντασμα περίμενε επί σκηνής. Προσπαθούσε να βολευτεί σε ένα κρεβατάκι τουλάχιστον τέσσερα νούμερα μικρότερο από εκείνο που θα ήταν αναπαυτικό.
Ομως, γιατί οι θεατές είναι εξαρχής τόσο σίγουροι ότι οι δύο ηθοποιοί υποδύονται τα φαντάσματα;
Μάλλον, καθοδηγούνται προς αυτήν την εικασία. Ενδυματολογικά, ας πούμε, φορούν και οι δύο νυχτικό, μακρύ έως τον αστράγαλο και σκουφί νυκτός, όπως γνωρίζουμε το εν λόγω συνολάκι από την εποχή του βωβού κινηματογράφου. Μετά είναι και οι προβολείς σκηνής πορτοκαλόχρυσου χρώματος, που παράγουν γλυκιά και θερμή αμυδρότητα του φωτισμού. Εν κατακλείδι, είναι σίγουρα ονειρώδες το περιβάλλον. Και κατά συνέπεια η αίσθηση του εξωπραγματικού –του πέραν των φυσικών νόμων και λογικών κανόνων– αφήνει περιθώρια για φαντάσματα. Κι έτσι, συμβιβάζεται ο θεατής με την ιδέα ότι όσα συμβαίνουν μπροστά του πιθανώς να είναι αποκύημα είτε φαντασίας είτε ονείρου ή να είναι μια κάπως τραβηγμένη χαριτωμένη παραδοξότητα της πραγματικότητας.
Τα πουλιά
Ο κύριος Αγάθης, μοναχικός και σταθερός πελάτης ενός πανδοχείου σε ερημιά, δεν καταφέρνει να κοιμηθεί, εξαιτίας κελαηδίσματος, το οποίο ακούει μόνον όποτε είναι έτοιμος να τον πάρει ο ύπνος. Ο συμπαθής πανδοχέας Θεοφάνης προστρέχει στον πελάτη του και διαπιστώνει μεν παραλείψεις στη φροντίδα του, αλλά και ότι δεν υπάρχει πουλί που κελαηδάει. Γίνεται ξεκάθαρο, δηλαδή, ότι ένας κύριος που «τα πουλερικά δεν περιλαμβάνονται στον κύκλο των δοσοληψιών» του, σαν τον κύριο Αγάθη, υποφέρει από ενύπνιες ακουστικές παραισθήσεις.
Τα δύο πρόσωπα παλεύουν ν’ ανακτήσουν την ψυχραιμία τους, που χάνεται, «επειδή έπεσαν πολλά γεγονότα μαζεμένα» κι ήταν «επόμενο να τσακίσεις». Βρίσκονται, δηλαδή, στην κρίσιμη καμπή όπου αντιφατικές «σκέψεις συνωθούνται μέσα στο κεφάλι» τους. Ωστόσο, ποτέ δεν σκοντάφτουν πάνω σε αυτές η μεγαλοφροσύνη και η ευγένειά τους.
Ο Θανάσης Δήμου ως «κύριος Αγάθης» και ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης ως «Θεοφάνης» αποδίδουν στο έπακρον το «ήμερο, ήπιο και φιλέρημο ήθος των δύο προσώπων», σε μια διασκευή και σκηνοθεσία «απιστεύτου ευστοχίας», όπως θα έλεγε ο Ε. Χ. Γονατάς.
Το «Πανδοχείον η Φιλόξενη Ερημία» είναι διασκευή του διηγήματος «Ο φιλόξενος καρδινάλιος» του ποιητή και πεζογράφου Επαμεινώνδα Χ. Γονατά (1924-2006), ενός σπουδαίου μετρ της συνάρθρωσης υπερρεαλιστικών στοιχείων με ρεαλιστικά. Κι επίσης, ενός μετρ της οικονομίας του λόγου, σε συνδυασμό με μια εντατική και ανάλαφρη ακριβολογία που καταπλήσσει.
Η Ασημένια Ευθυμίου ως δραματουργός και ο Γιάννης Σκουρλέτης ως σκηνοθέτης ξεκινώντας, μάλλον, από την πρόθεση το έργο να έχει μόνο δύο δραματικά πρόσωπα, κατόρθωσαν, με ρισκαδόρικες επιλογές, να «ξεκοκαλίσουν» το κείμενό τους από τη ρεαλιστική διάσταση του διηγήματος. Κι έτσι, ο δικός τους κύριος Αγάθης να είναι ένας καλοκάγαθος «Αμλετ» (από την άποψη ότι μιλάει πολύ, αντί να πράττει όσα θα όφειλε). Κωλυσιεργώντας, λοιπόν, γλιτώνει για λίγο από την ανάληψη της ευθύνης του να συνεφέρει το παρόν που τον δυσκολεύει. Και όταν φτάνει η ώρα που κάνει ένα βήμα πιο ενεργητικό, αυτό είναι ένα αναγκαίο κλείσιμο ψυχικής εκκρεμότητας από το παρελθόν.
Και είναι πράγματι σπουδαίο, γιατί ο κύριος Αγάθης, αποκαθιστώντας τη στερεότητα της ηθικής βάσης του, αποδεικνύει ότι πιστεύει πραγματικά αυτά που διατείνεται ότι πιστεύει.
Από αυτήν τη σκοπιά, ο κύριος Αγάθης της διασκευής θα άξιζε να είναι το ιδανικό εγώ κάθε ανθρώπου σήμερα. Γιατί η τόνωση της αυτοεκτίμησης, μέσω αποκατάστασης του ηθικού μας υποβάθρου, στηρίζει ουσιωδώς τον άνθρωπο. Οπως θα το έθετε ο πολιτικός στοχαστής Aλέξις ντε Τοκβίλ, το παρελθόν οφείλει να φορτίζει το μέλλον, γιατί αλλιώς το πνεύμα βαδίζει στο σκοτάδι.
Απ’ αυτή τη σκοπιά, λοιπόν, διασκευή και σκηνοθεσία είναι «απιστεύτου ευστοχίας», όπως θα έλεγε ο Ε. Χ. Γονατάς.
Κατά τα άλλα, ο Θανάσης Δήμου ως κύριος Αγάθης και ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης ως Θεοφάνης αποδίδουν στο έπακρον το «ήμερο, ήπιο και φιλέρημο ήθος των δύο προσώπων».
Υπάρχουν στιγμές που νομίζεις ότι ακολουθούν κωμικούς κώδικες του ανεπανάληπτου διδύμου Χοντρός – Λιγνός· και άλλες πάλι που αναφέρονται στους λαϊκούς κωμικούς των ’50 και ’60. Ο Θανάσης Δήμου είναι άψογος στον τόνο των λεονταρισμών του και στον τόνο των επιπλήξεων όταν εκφράζει την απογοήτευσή του, καθόσον το οικείο τού γίνεται όλο και πιο ανοίκειο. Ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης παίζει με ασύλληπτη επιμέλεια και σταθερότητα «το αρνίσιο βλέμμα» που ο κύριος Αγάθης περιγράφει ότι έχει, αλλά και όσα αυτό συνεπιφέρει.
Το σκηνικό
Ο τρίτος σπουδαίος πρωταγωνιστής στο έργο είναι η σκηνογραφία. Χάρη σε αυτήν επισφραγίζονται η ονειρώδης ατμόσφαιρα και η υπερρεαλιστική νότα της. Είναι έργο του –νεαρού σε ηλικία– εικαστικού καλλιτέχνη Νίκου Παπαδόπουλου, ο οποίος σχεδίασε και τα κοστούμια. Η «γοτθική» σόμπα, μια χειροποίητη χαρτονένια κατασκευή, μαγεύει με την άρνηση κάθε λειτουργικότητάς της και με τη μυστηριώδη επιβολή της δεσποτείας της απραξίας της στο δωμάτιο του κυρίου Αγάθη. Παρομοίως και η αναπαραγωγή του γνωστού έργου, με τίτλο «Καταφύγιο», του Marcel Duchamp –μια ομπρέλα χωρίς ύφασμα, μισάνοιχτη και αφύσικα στηριγμένη όρθια σε ένα σκαμπό, ένα ευανάγνωστο σύμβολο έλλειψης καταφυγίου.

