ΑΛΕΚΟΣ ΛΟΥΝΤΖΗΣ
Προπαγάνδα. Κάποια γράμματα για κάποια πράγματα
εκδ. Στίλβη, 2025, σελ. 73
Το κλείσιμο των ιστορικών εκδόσεων Γαβριηλίδη, μετά τον θάνατο του Σάμη Γαβριηλίδη (2020), στέρησε την αγορά από αξιόλογα βιβλία, ανάμεσά τους την «Προπαγάνδα» του Λούντζη. Εκδόθηκε το 2015, απέσπασε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου του «Αναγνώστη», η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε γρήγορα και επανεκδόθηκε το 2016. Διασώθηκε με την υπό συζήτηση ιδιαίτερα προσεγμένη επανέκδοση από τη «Στίλβη»· έγιναν μικρές μορφολογικές αλλαγές στα παλιά ποιήματα, ενώ προστέθηκαν τρία νέα. Αυτό επιτρέπει και, υπό μία έννοια, επιβάλλει, να ξανασυζητήσουμε την «Προπαγάνδα». Το πρώτο βιβλίο περιείχε 45 «προπαγάνδες», όπως νομιμοποιούμαστε να τις αποκαλέσουμε συνοπτικά, αφού ο ποιητής τιτλοφορεί ανάλογα πολλά από τα ποιήματα της συλλογής: «Προσωπαγάνδα», «Προπαγάνδα από τα κάτω», «Προπαγάνδα γενεών», «Προπαγάνδα θείου βρέφους» κ.λπ.
Τα ποιήματα είναι αριθμημένα, ξεκινώντας όμως από το 0 («Προπαγάνδα σκέτη»), και όχι από το 1! Τα τρία ποιήματα-προσθήκες φέρουν διαφορετική αρίθμηση, με αρνητικό πρόσημο και κοινό τίτλο «ερχόμενη προπαγάνδα». Πριν, λοιπόν, την παλιά προπαγάνδα υπ’ αρ. 0, το βιβλίο εισάγεται με την υπ’ αρ. -1.1 «ερχόμενη προπαγάνδα», με τον εύγλωττο τίτλο «Ντιλίτ (μαύρη οθόνη)». Στη μέση της συλλογής παρεμβάλλεται η -1.2 «ερχόμενη προπαγάνδα» με τίτλο «Κοινό μυστήριο» και, πριν από την τελευταία από τις παλιές «προπαγάνδες», έχουμε την -1.3 «ερχόμενη προπαγάνδα» με τίτλο «Αποικίες εαυτού». Το είδος αυτό της αρίθμησης, ενεργό μέρος βέβαια της ποιητικής σκηνοθεσίας, παραπέμπει σε μια κατηγοριοποίηση που, με τη σειρά της, υπακούει, τάχα, σε κάποιο μαθηματικό μοντέλο· εκείνο, πάλι, σε συνδυασμό με τον όρο «προπαγάνδα» αλλά και με τα συγκεκριμένα περιεχόμενα των ποιημάτων, για τα οποία αμέσως πιο κάτω θα γίνει λόγος, υποβάλλει την ιδέα μιας ιστορικοκοινωνικής πραγματείας, που βασίζεται στην επισήμανση και στον ειρωνικό και πικρό σχολιασμό συγκεκριμένων μηχανισμών και πρακτικών.
Πρόκειται για μια πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα πολιτική ποίηση, με έμφαση στην ιστορική – πολιτισμική διάσταση του κοινωνικού φαινομένου. Η φωνή που μιλάει φλέγεται από την ανάγκη να αναμετρηθεί με τους κάθε λογής λόγους (=προπαγάνδες), που διατυπώνονται στον αστερισμό των αρχών της πρώτης χιλιετίας. Η επανέκδοση, καθώς συμπληρώνεται ήδη το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, μοιάζει να θέλει, με τις τρεις προσθήκες, αφενός να επικυρώσει τις παλιές «προπαγάνδες», αφετέρου να τις επικαιροποιήσει με βάση τα νέα δεδομένα. Ο Λούντζης, ασκημένος στο μεταξύ με επιτυχία στη συγγραφή λιμπρέτων για όπερα που, και αυτά, κινούνται στους ίδιους άξονες, από την ιστορία (λιμπρέτο για την όπερα του Δ. Μαραγκόπουλου «Οράματα και θάματα στρατηγού Μακρυγιάννη») μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη (λιμπρέτο για την όπερα «The Fall of the House of Commons» και «Τεχνητή Εμπιστοσύνη» του Ο. Παπαϊωάννου), είναι ένας δεξιοτέχνης του ρυθμού και του ύφους: «Ο 20ός αποκοιμήθηκε ονειρικός ελέω Φρόυντ/ Στην αγρύπνια δεν έφτανε το έλεος για κανέναν/». Υπάρχουν στίχοι που με έναν τρόπο δυστοπικό μοιάζει να συμπυκνώνουν τη σημερινή διεθνή επικαιρότητα: «Η Δύση επιτέλους άγγιξε το μύχιο ψηφίο/ Η Ανατολή έσβησε τον οριενταλισμό στο κομοδίνο// Η Δύση επιτέλους έστριψε εντός/ Και η Ανατολή ανατολικά// Η Δύση επιτέλους ανήκει ολοκληρωτικά στον εαυτό/ Η Ανατολή στον δυτικό ρεαλισμό//», γράφει στην τελευταία από τις καινούργιες «προπαγάνδες». Το ποίημα καταλήγει με ένα κρεσέντο, που παραμένει, για μένα τουλάχιστον, αίνιγμα αν είναι λυρικό, με λίγο κρυμμένο σπαραγμό, ή ψευδολυρικό, με μπόλικη δόση ειρωνείας: «Θα ’ναι άραγε ολόκληρος ετούτος ο αιώνας/ ή θα κοπεί στα δυο απ’ τη μηχανή/ Πώς να βρεθεί νοημοσύνη πιο τεχνητή/ από τη δική μας, αγάπη μου;».
Ξεχωρίζω, αντί πολλών άλλων, ένα από τα ποιήματα της παλιάς «Προπαγάνδας», το «Εξορία δωματίου». Εκεί, το λεξιλόγιο μιας πολιτικής ποίησης χρησιμοποιείται για να αφηγηθεί, στην πραγματικότητα, μιαν άτυχη ερωτική ιστορία. Και γράφοντάς το αυτό, αμέσως υποχρεώνομαι να συμπληρώσω ότι ισχύει και το αντίστροφο ακριβώς και, νοερά, να βάλω σε εισαγωγικά τη λέξη «πραγματικότητα», που μόλις χρησιμοποίησα. «Κάθε φορά που βρίσκομαι από τότε στα στενά/ Κάθε φορά που κάποιος μ’ αγγίζει άθελά του/ στη γωνιά ενός δρόμου/ κάτω από το σεντόνι/ στα βαγόνια μαζικής μεταφοράς/ τρέμω για τον τερματικό σταθμό/ τρέμω τι θα συμβεί μετά//…/στο παραμιλητό μου/ κάτω από το σεντόνι/ στα χέρια που έσμιξαν σφιχτά/…/ Δεν έχω ανάγκη ανταπόδοσης// η παλιά πληγή έχει δέσει/ άλλο δεν διψώ για εκδίκηση/ κι άλλο σ’ έχω συγχωρέσει». Το ποίημα διαβάζεται εξίσου έπειτα από έναν εμφύλιο, όπως και έπειτα από χωρισμό.

