Σύγχρονο Θέατρο (Ευμολπιδών 45, Κεραμεικός).
Μέχρι τις 5 Απριλίου.
Το «Ψέμα του Μυαλού», του Σαμ Σέπαρντ.
Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη
Παίζουν: Μελέτης Γεωργιάδης, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Κατερίνα Γιαμαλή, Ορέστης Τζιόβας, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Βαγγέλης Αμπατζής, Ηβη Νικολαΐδου, Μαρία Δαμασιώτη.
Ο Σαμ Σέπαρντ, που πολλοί τον περιέγραφαν ως «Ευγένιο Ο’Νηλ ντυμένο καουμπόη», θεωρήθηκε εξαρχής σουρεαλιστικός δραματουργός. Αυτό ισχύει, αλλά εν μέρει. Γιατί ο Σέπαρντ επιτρέπει στον γνήσιο σουρεαλισμό να εισβάλει ορμητικά μόνο κατά στιγμές και στις λεπτομέρειες της «ατμόσφαιρας του ετοιμόρροπου» της ανθρώπινης συνθήκης. Δηλητηριάζει τον ατόφιο ρεαλισμό του διαρκούς Φαρ Ουέστ της Αμερικής με σβέλτες υπερδόσεις της αίσθησης ενός ονειρώδους στοιχείου, που μοιάζει οργανικά ενσωματωμένο στην πραγματικότητα των δραματικών προσώπων του. Eτσι, ο θεατής αιφνιδιάζεται από σύντομες κωμικές ακυρώσεις κάθε αξίας που ίσως αναγνωρίζει σ’ αυτά.
Στην πορεία, οι ήρωές του επιβεβαιώνουν με κάθε τρόπο ότι είναι θύματα των βεβαιοτήτων τους – κάτι που ούτε συνειδητοποιούν ούτε παραδέχονται εκ των υστέρων. Κι έτσι, καταστρέφονται, έχοντας παραμείνει αμετάπτωτοι στον δρόμο προς την ήττα τους. Πέφτουν υπερασπιζόμενοι πεισματικά το προσωπικό τους τίποτα – που τελικά διασώζεται αγρατζούνιστο.
Αγάπη με όρια
Ο Σέπαρντ ωστόσο αγαπά τα δραματικά πρόσωπα που δημιουργεί. Βέβαια, η αγάπη του έχει όρια. Ας πούμε, δεν τους χαρίζεται. Είναι δίκαιος απέναντί τους, όπως μόνο ένας μισάνθρωπος γίνεται ακριβής στο ζύγιασμα της περί δικαίου αίσθησης. Κι έτσι, αποδίδει τα πρόσωπα αυτά σε όλη τους τη διάλυση, χωρίς εξαιτίας της να μειώνεται η περιορισμένη αγάπη του για κείνα.
Το «Ψέμα του Μυαλού» είναι ένας άτλας χαρτογράφησης των παραπάνω.
Oμως, σπάνια συγκαταλέγεται στη λίστα με τα καλύτερα έργα του. Μάλλον επειδή κάνει «κοιλίτσες» καθόσον διάφορα παράπλευρα δεδομένα εισάγονται, χωρίς ευκρινή σύνδεση με την κύρια πλοκή για να φαίνεται ότι την προάγουν. Παραδείγματα: Ποια είναι ακριβώς η σχέση του κεντρικού ζεν πρεμιέ Τζέικ με τη μητέρα του Λορέιν και την αδελφή του; Και ποια η σχέση αυτής της μητέρας με τα τρία παιδιά της; Τι ενώνει και χωρίζει τον Τζέικ από τ’ αδέλφια του Φράνκι και Σάλι; Γιατί είναι αδιέξοδη η σχέση του Μάικ (δηλαδή του κύριου αντίμαχου του Τζέικ) με τον πατέρα του Μπέιλορ; Γιατί οι δευτερεύουσες πτυχές της ιστορίας επιβραδύνουν την επιδίωξη του Τζέικ να βρει τη γυναίκα του Μπεθ, επειδή, μετά την απόπειρά του να τη σκοτώσει λόγω ζήλιας, οι γονείς της –Μπέιλορ και Μεγκ, με φύλακα τον Μάικ– την κρατούν σπίτι τους; Oλα αυτά και ο εσωτερικός διχασμός που προκαλούν στα δραματικά πρόσωπα βαραίνουν με πληροφορίες τον θεατή, που φτάνει να νιώσει ότι κάτι είναι απροσπέλαστο για κείνον ώστε να σχημάτιζε μια καθαρότερη γενική εικόνα.
Γι’ αυτό και δεν αποκλείεται να φύγει κάποιος λίγο κατσούφης από το θέατρο.
Ευτυχώς όμως για κείνον, η σκέψη του παραμένει αιχμάλωτη του συμφυρμού δευτερευόντων στοιχείων. Κι έτσι, παίρνοντας το αίνιγμα στο σπίτι, του δίνει τελικά μια λύση, που, κατά πάσα πιθανότητα, την έχει πλέξει με νήμα την «τρελαμάρα» – μια λέξη λαϊκότροπη και απαραίτητη. Γιατί αν η «τρέλα» εκφράζει με ακρίβεια την παθολογική ανατροπή της διανοητικής ισορροπίας, δεν περιγράφει την κατάσταση, όπου η διανοητική ισορροπία θεμελιώνεται σε μια ήρεμη παραφροσύνη και συνιστά την «τρελαμάρα». Τη μόνη διασάλευση που συντροφεύει απαλά τη ζωή και φανερώνει στους άλλους ότι κάποιος δεν σκέφτεται λογικά, ενώ δείχνει λογικός.
Το έργο ανέβηκε πρώτη φορά στην Αμερική το 1985, μερικούς μήνες μετά την επανεκλογή του Ρόναλντ Ρέιγκαν στην προεδρία των ΗΠΑ. Και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, επειδή ιχνογραφεί μια θλιμμένη καρικατούρα της ρεπουμπλικανικής ψυχής, που ζει συμβιβασμένη με την τρελαμάρα της.
Είναι σοφή η απόφαση της Ελένης Σκότη να το ανεβάσει τώρα στην Αθήνα, η οποία χρειάζεται μια (καθησυχαστική;) ερμηνεία της συνθήκης MAGA και των ευρωπαϊκών αντανακλάσεών της. Παρουσιάζει μια «καταγωγή» των φαινομένων και ανιχνεύει το κυρίαρχο αίτιό τους, καθιστώντας πιο υποφερτό το γκροτέσκο που μας ταράζει καθημερινά στη διεθνή ειδησεογραφία.
Η μετάφραση στα ελληνικά ρέει υποβασταζόμενη από τους ηθοποιούς. Καθότι, αν το μεταφρασμένο κείμενο ήταν μαρτιάτικος αγρός, οι αγγλισμοί του θα ήταν τ’ ανθισμένα αγριολούλουδα και ο θεατής θα αποχωρούσε μ’ ένα μεγάλο σαν αγκαλιά μπουκέτο από «εκεί έξω» (βλ. out there).
Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη προσφέρει τη μεγάλη της αναγνωρισμένη «σπεσιαλιτέ»: ένα επίπεδο υποκριτικής πολύ ανώτερης βαθμίδας από τον μέσο όρο στο ρεαλιστικό θέατρο. Ωστόσο κλωτσάει λίγο το «παρκάρισμα» των ηθοποιών στο εκάστοτε από τα δύο σκηνογραφικά περιβάλλοντα, όπου δεν συμβαίνει κάποια δράση.
Αξιόλογες ερμηνείες
Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης, ως Τζέικ, κρατιέται στο κρίσιμο σημείο μπροστά από το κατώφλι της υπερβολής, χωρίς να αφεθεί στον πειρασμό να το δρασκελίσει. Η επιτυχημένη αυτοσυγκράτησή του κάνει τον ρόλο ακόμη πιο αβανταδόρικο και εξ αυτού ο θεατής κινδυνεύει να μην παρατηρήσει πόσο σημαντικός είναι ο Βαγγέλης Αμπατζής στον αινιγματικό ρόλο του Φράνκι. Δύσκολος και αινιγματικός είναι και ο ρόλος της Μεγκ, η οποία απαντά στην πραγματικότητα με καθολική άρνησή της. Προσποιείται ότι όλα βαίνουν καλώς, ενώ αυτό δεν ισχύει. Είναι σαν αόρατη, επειδή το πρόσωπό της είναι μια μάσκα που απεικονίζει το πρόσωπό της. Για να διακρίνει ο θεατής τη μάσκα που κρύβει αυτό που συγχρόνως δείχνει, χρειάζεται λεπτότητα στον απότομο χειρισμό των εναλλαγών από την υποταγή στην κυνική αντίδραση σ’ αυτήν, που η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη την έχει στο τσεπάκι της.
Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη προσφέρει τη μεγάλη της αναγνωρισμένη «σπεσιαλιτέ»: ένα επίπεδο υποκριτικής πολύ ανώτερης βαθμίδας από τον μέσο όρο στο ρεαλιστικό θέατρο.
Η Κατερίνα Γιαμαλή, στον ρόλο της Λορέιν, στέκεται ως «πρώτο βιολί» που δίνει τον σωστό τόνο της «τρελαμάρας» και «κουρδίζει» την παράσταση πάνω σε αυτόν.
Ο Μελέτης Γεωργιάδης, ως Μπέιλορ, προσθέτει μια κορυφαία στιγμή στην καριέρα του. Με κατεβασμένη τη φωνή του στο έπακρο, παίζει έναν πολύ σύνθετο ρόλο, που περιλαμβάνει στοιχεία από: «οικιακό Τραμπ», «ρουστίκ άρχοντα», «ΜAGA με χρονοκαθυστέρηση, λόγω επικοινωνίας διαμέσου έντυπης αλληλογραφίας» και «ιδεοψυχαναγκαστική νευρωσάρα που θανατώνει εξ αμελείας». Μαζί με τη Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη πετυχαίνουν μία άξια μεταφορά στη θεατρική σκηνή, του «American Gothic», ενός από τα πιο γνωστά κι αξιοθαύμαστα πορτρέτα της αμερικανικής ζωγραφικής, που φιλοτέχνησε, το 1930, ο Γκραντ Γουντ.

