ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
Κτίριο Τσίλλερ
Σκηνή Νίκος Κούρκουλος
«Ιεροτελεστία»
Μετάφραση: Δήμητρα Κονδυλάκη
Δραματουργική επεξεργασία: Χρήστος Θεοδωρίδης – Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου
Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια: Χρήστος Θεοδωρίδης
Oταν, καιρό μετά τη δολοφονία του συζύγου της, η Τζάκι Ω άρχισε να επιστρέφει στα κοσμικά σαλόνια, οι παρευρισκόμενοι την παρατηρούσαν κατάπληκτοι να αφήνεται σε μία εμμονική αφήγηση, που επαναλαμβανόταν απαράλλακτη σε κάθε ευκαιρία – σαν θεατρικός μονόλογος με θέμα την κύρια αντίδρασή της τη στιγμή του φρικτού περιστατικού. Δηλαδή το να ακολουθήσει ένα κομματάκι οστού του Τζον Κένεντι, που αντιλήφθηκε με την περιφερειακή της όραση, να αποσπάται από το κρανίο του προέδρου, μαζί με ένα «τμηματάκι» του εγκεφάλου του, το οποίο, κολλημένο στο εκτιναγμένο θραύσμα, έμοιαζε με την ουρά ενός μικροσκοπικού «κομήτη» σε ξέφρενη παραβολική τροχιά προς το οδόστρωμα.
Εξηγούσε η Τζάκι ότι κινήθηκε σχεδόν μπουσουλώντας προς το πίσω μέρος του αυτοκινήτου, όχι για να γλιτώσει από επόμενη σφαίρα, αλλά για να πιάσει στον αέρα τον μικρό «κομήτη», ελπίζοντας να ανασυγκολληθεί αργότερα στο προεδρικό κρανίο. Η Τζάκι αφηγείτο λεπτομερώς την απόπειρά της, σαν αυτή να ήταν ό,τι πιο ουσιώδες συνέβη εκείνη τη μέρα. Κι επιπλέον, η αφήγησή της ηχούσε κενή συναισθήματος, σαν να εξιστορούσε κάτι το εντελώς μπανάλ – ας πούμε, το ότι έψαχνε ένα κομματάκι από παζλ, που κάπου χάθηκε κάτω από έπιπλο.
Η ψυχρότητα της περιγραφής της πάγωνε όσους την άκουγαν. Καταλάβαιναν μεν ότι αποτελούσε μέρος των αντισταθμιστικών της ψυχικών μέτρων για ν’ αντέξει το πένθος της, αλλά, ενώ είχαν σαφή αντίληψη όσων εκείνη έλεγε, δεν κατανοούσαν ούτε τι ακριβώς πενθούσε ούτε το ότι θα μπορούσε πράγματι να πενθεί κι ας μη διακατεχόταν από τα προσήκοντα συναισθήματα.
Οι άνθρωποι εκείνοι θα όφειλαν να συμπονέσουν την Τζάκι και υπ’ αυτούς τους όρους. Αλλά, τους ήταν αδύνατον. Ακόμη κι αν έκαναν την αυθυπέρβαση να το επιχειρήσουν, θα γλιστρούσαν μέσα στο δικό της κενό συναισθήματος και αυτό θα τους κατάπινε.
Κάπως έτσι, η παράσταση «Ιεροτελεστία», στο Εθνικό Θέατρο, καταφέρνει να κάνει τους θεατές να νιώσουν. Μπροστά τους παρελαύνει κάτι που θα μπορούσε να είναι μια μίνι UNESCO της παγερής θρηνωδίας και παραμένουν απροσπέλαστοι απ’ αυτήν.
Το έργο, που είναι γαλλικό, προέκυψε από την παραδοχή ότι η καραντίνα κατά την πανδημία, προκάλεσε μια μείζονα ανθρωπολογική τομή που επήλθε μέσω δύο υγειονομικών περιορισμών: α) της απαγόρευσης συμμετοχής κόσμου στις κηδείες, οι οποίες αποτελούν βασικό συντελεστή έκφρασης και συνειδητοποίησης της πτυχής μας που περιγράφουμε ως ανθρώπινη και τελευταία ονομάζουμε «ανθρωπινότητα» και β) του κλεισίματος των θεάτρων, στα οποία η ανθρωπινότητα θέτει σε δοκιμασία τις ηθικές αξίες που την καθορίζουν, δεδομένου ότι το θέατρο είναι καθρέφτης που δείχνει το είδωλό μας.
Επί του πρακτέου, η δραματουργός Λορέν ντε Σαγκαζάν συμφώνησε με τον συγγραφέα Γκιγιόμ Πουά ότι θα ξεκινήσουν συλλέγοντας συνεντεύξεις απλών ανθρώπων, σχετικά με το πώς βίωσαν την πανδημία. Από το υλικό που προέκυψε συνειδητοποίησαν ότι για τους συνεντευξιαζόμενους ήταν καίριο το ζήτημα της θνητότητας. Και συσχετιζόταν με το ότι ο θάνατος γίνεται όλο και πιο «αόρατος» στη Δύση (κάτι που ωστόσο δεν φόρτωναν στην COVID). Επιπλέον, ζητούσαν από το θέατρο να αναδημιουργήσει μια «ιεροτελεστία», εκεί όπου, στις «προηγμένες» κοινωνίες, τα τελετουργικά κήδευσης έχουν χάσει τη δύναμή τους να καθιστούν τον θάνατο «αποτελεσματικό» και «καθοριστικό».
Η προσθήκη τριών μονολόγων στο έργο έγινε ένα διαπασών διδακτισμού με το οποίο συντονίστηκε το όλον. Το αποτέλεσμα σπρώχνει την πλατεία μακρύτερα από τη σκηνή.
Η μέθοδός τους έδειχνε ενδιαφέρουσα, μέχρι που αποφάσισαν ότι οι συνεντεύξεις θα ήταν όσες οι μέρες της καραντίνας. Δηλαδή έθεσαν ένα όριο στην έρευνά τους, με βάση ένα κριτήριο τυχαίο κι ασυνάρτητο με την αλήθεια που αναζητούσαν. Κάτι έστεκε πια ως δεισιδαιμονικής φύσης τρικλοποδιά στον δρόμο μιας τεκμηρίωσης. Αλλά, παρέμεινε εκεί, με άλλοθι ότι θα προκαλούσε από σκηνής ένα πνιγμένο αναφιλητό, εφετζίδικο σαν λυπημένη φανφάρα.
Οι δύο Γάλλοι συνδημιουργοί επιδίωξαν επίσης να ξεφύγουν απ’ την ανεπαρκή και κίβδηλη αναπαράσταση της πραγματικότητας, δημιουργώντας, μέσω μιας παραστατικής φόρμας, ένα σκηνικό αποτέλεσμα που θεωρούσαν ισοδύναμο με το πραγματικό του τραύματος που προκαλεί ο θάνατος. Και ως παραστατική φόρμα επιλέχθηκε η σταθερή μετωπική τοποθέτηση των δραματικών προσώπων προς το κοινό. Με αποτέλεσμα, όμως, να μοιάζει με TEDx αυτολύπησης.
Η μεταφράστρια Δήμητρα Κονδυλάκη αναγνώρισε παρ’ όλα αυτά μια ποιητικότητα στο έργο και του πρόσφερε μια εντυπωσιακά ρέουσα και λεπτεπίλεπτη μετάφραση στα ελληνικά.
Παρέμβαση
Ο σκηνοθέτης Χρήστος Θεοδωρίδης, όμως, μάλλον δεν αντιμετώπισε το υλικό ως ένα ποιητικό όλον, παρά ως κακό γαλλικό μεταβολισμό των γερμανικών προτύπων στο θέατρο. Δηλαδή, ως άρνηση των Γάλλων δημιουργών να υποδεχθούν στη σκηνή ολόκληρη την ωμότητα της πραγματικότητας και να προχωρήσουν σε εντατική αποτοξίνωση από τον παραδοσιακό τους και προαιώνιο μπαρόκ στόμφο. Και δεν είχε άδικο ο σκηνοθέτης, γιατί είναι γεγονός πως το έργο του Γκιγιόμ Πουά φέρει μια δυναμική που βρίσκεται ταυτόχρονα στο μίνιμουμ και στο μάξιμουμ της – δηλαδή, χωρίς περιθώριο αποκλίσεων από το προδιαγεγραμμένο. Γι’ αυτό και πρότεινε στη συνδραματουργό του Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου να γράψει και να εντάξει τρεις νέους μονολόγους εντόπιας προβληματικής (βλ. μεταναστευτικό, διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και απορριπτικό φουντάρισμα επιβάτη στη θάλασσα). Οι προσθήκες όμως έγιναν ένα διαπασών διδακτισμού με το οποίο συντονίστηκε το όλον. Και το αποτέλεσμα σπρώχνει την πλατεία μακρύτερα από τη σκηνή, αντί να τη φέρνει κοντύτερά της.
Κατά τα άλλα, η μουσική επιμέλεια είναι καλή, με μία, ωστόσο, σημαντική αστοχία: την επιλογή γνωστού τραγουδιού του Τζο Ντασέν που ηχεί σαν το αντίστοιχο ενός χαδιού με γυμνό χέρι σε μόλις αποψυγμένο άψητο φιλέτο σολομού. Οι δύο ηθοποιοί που παίζουν τους μουσικούς είναι άψογοι σ’ αυτό που κάνουν, αλλά από δραματουργικής και ενδυματολογικής σκοπιάς παράγουν μια ακολουθία από φανφάρες ασύνδετες με τη λειτουργία της μουσικής στην παράσταση.
Γενικότερα, οι ηθοποιοί παίζουν όλοι καλά. Και είναι βέβαιο ότι αρκετοί από τους νεότερους σύντομα θα διακριθούν. Τα σκηνικά εντυπωσιάζουν χάρη στην ολύμπια κλίμακά τους που ιχνογραφεί κάτι σαν κενοτάφιο για το ίδιο το πένθος.

