«ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ – Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ»
Κείμενο: Ζαχαρένια Πετράκη
Σκηνοθεσία-επιμέλεια κειμένου: Νικορέστης Χανιωτάκης
Θέατρο ΗΒΗ, Σαρρή 27, Ψυρρή.
Παραστάσεις μέχρι 5 Απριλίου.
«ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ»
του Ιάκωβου Καμπανέλλη
Σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας
Ελληνικός Κόσμος – ΘΕΑΤΡΟΝ (Αιθ. Αντιγόνη), Πειραιώς 254, Ταύρος.
Παραστάσεις μέχρι 15 Μαρτίου.
Η απαίτηση για τηλεοπτική απλότητα στο λαϊκό θέατρο ποτέ δεν λύγισε. Τουναντίον, μεταλλάχθηκε σε σκληρότερη απαίτηση για απλοϊκότητα.
Η απλοϊκότητα πάλι δείχνει μεν να κανακεύει τη λαϊκότητα, αλλά, στην πράξη, περιορίζει τον αυθορμητισμό της. Κυρίως, όμως, την κρατά σφηνωμένη σε στενά καλούπια έκφρασης, χυτευμένα από τον συντηρητισμό, όπως τον σέρβιρε ο ελληνικός εμπορικός κινηματογράφος, προτού παρακμάσει κατά τη Μεταπολίτευση. Τα καλούπια αυτά, ωστόσο, επειδή δεν αφήνουν περιθώρια για απορίες, καθοδηγούν αποτελεσματικά τον θεατή σε ξεκάθαρα συμπεράσματα. Κι έτσι, αποτελούν την πιο αποδοτική τακτική, όταν η επιδίωξη είναι π.χ. να «αγιοποιηθεί» ένα πρόσωπο, όπως στο έργο «Νίκος Ξυλούρης, ο Αρχάγγελος της Κρήτης» – ένα λαμπρό υπόδειγμα της ιδιομορφίας που αποτελεί μια μουσική παράσταση με «σχισμές» πρόζας. Πρόκειται για φόρμα παράξενη, επειδή κάθε τραγούδι βυθίζει στη λήθη το στιγμιότυπο πρόζας που προηγήθηκε. Ταυτόχρονα, όμως, χωρίς την πρόζα, το μουσικό σκέλος μόνο του ίσως να μην ξεσήκωνε το κοινό όσο τώρα. Ωστόσο, όσο αμέριμνος κι αν παρακολουθεί, ο θεατής αντιλαμβάνεται την υπεραπλούστευση χαρακτήρων και περιστάσεων να αγγίζει τα όρια του κυνισμού.
Η «μπουάτ»
Για παράδειγμα, ο Ξυλούρης «δυσκολεύεται» με τη λέξη «μπουάτ». Τη βρίσκει υπερβολικά ξενική. Μοιραία, αυτό ωθεί τη σκέψη του θεατή στο ότι και ο τραγουδιστής θα υπήρξε αδιάσταλτος ελληνάρας, όπως τόσο πολλοί σήμερα. Αλλού πάλι, ο Ξυλούρης παρουσιάζεται σαν να έμπλεξε εξ ευηθείας στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, καθότι ήταν απλώς ένας άβουλος «Βενιζελικός». Γενικά, η πρόζα δημιουργεί ένα «εικόνισμά» του, αφαιρώντας αιχμές που θα δίχαζαν τους θεατές – με τίμημα, ο Ξυλούρης να φαντάζει αξιαγάπητος και μονοδιάστατος όσο ο Aγιος Φανούριος.
Και κάπως έτσι, η παράσταση πετυχαίνει τον στόχο της ως «προσκυνηματικό θέατρο» (εκ του «προσκυνηματικός τουρισμός»).
Αλλά και στενεύει σαν κορσές τους ηθοποιούς. Eτσι, φτωχοί και «δύσκαμπτοι» που είναι όλοι οι ρόλοι δεν αφήνουν περιθώρια σε ικανούς ηθοποιούς να τους αναπτύξουν υποκριτικά. Ως ορθοπαιδικός γύψος λειτουργεί και ο πανταχού παρών στην πρόζα σεξισμός –καίτοι άχρηστος– που μεγαλύτερο θύμα του είναι ο ρόλος της γραμματέως της δισκογραφικής.
Oμως, το κοινό δεν πτοείται, γιατί μάλλον φτάνει ενήμερο ότι θα δει μια πρωτίστως μουσική παράσταση. Κι έτσι, σιγοτραγουδά από την πρώτη στιγμή – δικαίως, γιατί το μουσικό σκέλος είναι άψογο.
Είναι πολύ καλοί όλοι όσοι τραγουδούν. Καθότι τα τραγούδια του Ξυλούρη είναι μοιρασμένα σε πολλές φωνές κι αυτό συνιστά εύστοχη σκηνοθετική απόφαση, που αναδεικνύει πόσο κοινό κτήμα υπήρξε και παραμένει το έργο του.
Aψογη είναι και η Aλκηστις Πρωτοψάλτη, παρά τη φανφάρα του λίγο ιερατικού και πένθιμου φορέματος που φοράει. Τα καταφέρνει, επειδή είναι παρούσα και συνεπής, ανά πάσα στιγμή, στη σκηνή – αληθινή όταν απευθύνεται στο κοινό και συγκινητική όταν τραγουδάει.
Μια αναλόγως σπουδαία παράσταση σήμερα είναι «Το μεγάλο μας τσίρκο».
Eργο περίφημο που ανέβηκε πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1973 από τον πολυμελή θίασο Τζένης Καρέζη και Κώστα Καζάκου και με τον Νίκο Ξυλούρη να ερμηνεύει τα μοναδικά τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου. Προκαλούσε τότε ταραχή στη χούντα. Κι εμψύχωνε το δημοκρατικό κοινό, που, λίγους μήνες αργότερα, συμμετείχε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Η τωρινή δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια ακολουθεί πιστά το θεατρικό κείμενο και το επικαιροποιεί, χωρίς φόβο και πάθος, με αναφορές όπως π.χ. εκείνην στα Τέμπη. Η διαύγεια και η λεπτότητα του λόγου του Ιάκωβου Καμπανέλλη, που είναι αξιοθαύμαστες ποιότητες του έργου, γίνονται απολύτως αισθητές. Οι ηθοποιοί είναι άψογοι και κάθε ένας έχει τη δική του στιγμή που εκπλήσσει το κοινό, προσφέροντας κάτι παραπάνω από αυτό που εκείνο περιμένει. Ο Κώστας Τριανταφυλλίδης ερμηνεύει τα τραγούδια του Ξαρχάκου, μ’ ένα απρόσμενο μέταλλο από βελούδο στη φωνή – αν προκύπτει κάποιο νόημα από αυτήν την περιγραφή.
Αψογη είναι η Αλκηστις Πρωτοψάλτη στην παράσταση για τον Ξυλούρη, το κείμενο του Καμπανέλλη ακολουθεί πιστά και επικαιροποιεί ο Πέτρος Ζούλιας.
Η Ελεωνόρα Ζουγανέλη πετυχαίνει άνετα τους τελειοθηρικούς στόχους της. Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος γοητεύει το κοινό, προσφέροντας συμπάθεια και χάρη, αλλά κυρίως με το απίστευτο εύρος και την τελειότητα της φωνής του όταν τραγουδάει. Κι αν ο αείμνηστος Διονύσης Παπαγιαννόπουλος έβλεπε τον Γιάννη Ζουγανέλη να παίζει τον Κολοκοτρώνη και τον Καραγκιόζη, που εκείνος είχε ερμηνεύσει μοναδικά πριν από 53 χρόνια, θα του έβγαζε το καπέλο.
Το αναπάντεχο κλου είναι τα κοστούμια. Πανέμορφα, χαρούμενα, παιχνιδιάρικα κι όμως εξίσου υποβλητικά της ιδέας ότι πάνω στο σήμερα «βγάζει φύτρες» το χθες και ότι κανένα εκ των δύο δεν θα αποδεσμευτεί ποτέ από το άλλο. Υψηλού επιπέδου είναι και τα σκηνικά – όμορφα, με μαγικές λειτουργίες κατά στιγμές.
Κάτι «κλωτσάει»
Αν όμως είναι όλα τόσο τέλεια, τι «κλωτσάει» τελικά στην παράσταση; Η απάντηση θα ήταν ότι δεν εκτελεί το πολιτικής τάξεως καθήκον της, για το οποίο γράφτηκε το έργο. Η επικαιροποίηση των δεινών που πιέζουν τον λαό δεν αρκεί, όταν απουσιάζει από σκηνής η υποδαύλιση μιας πολιτικής αντίδρασης, με την οποία θα συντασσόταν το κοινό.
Oταν ένα έργο δεν αναλαμβάνει καθαρά την πολιτική θέση που προάγει, τότε στέκει ως φιοριτούρα. Ας υπογραμμιστεί εδώ ότι στην παράσταση «Νίκος Ξυλούρης, ο Αρχάγγελος της Κρήτης», στο σημείο που αναφέρεται στη συμμετοχή του στο «Μεγάλο μας Τσίρκο» του 1973, εμφανίζονται στη σκηνή ηθοποιοί που κρατούν πλακάτ με συνθήματα που υιοθετήθηκαν αργότερα κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και παραμένουν ηχηρά. Επιπλέον, οι ηθοποιοί κατεβαίνουν μ’ αυτά στην πλατεία και τα περιφέρουν, ως εάν ήταν πολιτικά αιτήματα του κοινού.
Στο τωρινό ανέβασμα του «Μεγάλου μας Τσίρκου» μια τέτοια τοποθέτηση απουσιάζει.
Κι αυτή η απουσία το καθιστά θεατρικό ανάλογο του Μαυσωλείου του Λένιν, στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας. Δηλαδή, ένα όμορφο, επιβλητικό μνημείο, για κάτι που δεν αναπνέει πια.
Ως εκ τούτου, η παράσταση υπάγεται αυτόματα στο προσκυνηματικό θέατρο. Προσφέρει στο κοινό μια γερή καθησυχαστική δοξολογία σε μια δυναμική, που εκείνο κάποτε απέκτησε εκφράζοντας την πολιτική του επιθυμία και που τώρα, μοιάζει να μη διαθέτει πια.

