«Τσιμεντενέσεις» νοήματος για να βαρύνει ο Ιονέσκο

«Τσιμεντενέσεις» νοήματος για να βαρύνει ο Ιονέσκο

Οι «Καρέκλες», περίπου 75 ετών σήμερα, υπήρξαν ένα χτύπημα καράτε που έσπασε τον τσιμεντόλιθο της σειράς κωμωδιών του Ιονέσκο, με τις οποίες ανέτειλε το άστρο του

4' 43" χρόνος ανάγνωσης

ΟΙ ΚΑΡΕΚΛΕΣ 
Του Ευγένιου Ιονέσκο 
Σκηνοθεσία: Πάνος Παπαδόπουλος, Μαρία Διακοπαναγιώτου  
 
Θέατρο του Νέου Κόσμου, Αντισθένους 7  
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Κυριακή, Παρασκευή 21.15
Τετάρτη, Σάββατο 18.15
Τιμές εισιτηρίων: από 17 ευρώ    

Οι «Καρέκλες», περίπου 75 ετών σήμερα, υπήρξαν ένα χτύπημα καράτε που έσπασε τον τσιμεντόλιθο της σειράς κωμωδιών του Ιονέσκο, με τις οποίες ανέτειλε το άστρο του. Ακόμη και οι αθορύβητοι ενώπιον του θεάτρου του Παραλόγου σάστιζαν λίγο βλέποντας το μπουρλέσκο να κατρακυλά προς την «τραγική φάρσα». Σε αυτήν, ένας «γέρος» και μια «γριά», αμφότεροι άνω των 90 ετών, ζουν σε έναν ακαθόριστο τόπο, κυκλωμένο από νερό. Στη ζωή τους γνώρισαν μόνο απογοητεύσεις και χρυσώνουν το χάπι της ματαίωσής τους με το να διηγούνται τις ίδιες ιστορίες και να φλυαρούν με φανταστικούς επισκέπτες. Είναι μια ιστορία στο στυλ Ιονέσκο, αλλά με περισσότερα σημεία να μοιάζουν να παράγουν κάποιο νόημα. Γι’ αυτό και οι πρώτοι που ανέβασαν το έργο –και όσοι τους σχολίασαν– διέκριναν σε αυτό εμμονές του συγγραφέα: τη νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, τη σύζυγο-μητέρα ως πεπρωμένο, τον τρόμο του θανάτου και τη ματαιότητα κάθε συστήματος και ύπαρξης.

Για τον Ιονέσκο το θέατρο ήταν ένα εργαλείο στρέβλωσης όσων αποδεχόμαστε, βιωματικά, ότι ισχύουν. Χάρη σε αυτή την αναίτια και άρα παράλογη στρεβλότητα, το θέατρό του κατάφερνε τότε να «φρεσκάρει» –με μικρά σοκ– την αίσθηση της πραγματικότητας. Κατ’ επέκτασιν, ο Ιονέσκο απαιτούσε την αποφυγή κάθε είδους ψυχολογίζουσας ερμηνείας των κειμένων του, επειδή προσκαλεί τον ρεαλισμό στη σκηνή και αυτός προκαλεί πλήξη καθώς και ακινητοποίηση της φαντασίας.

Διάλογος τύπου βόλεϊ

Ο «Καρέκλες» επιχειρούσαν να γοητεύσουν, όπως και τα υπόλοιπα πρώιμα έργα του, χάρη στη σκηνική αξιοποίηση της απουσίας νοήματος, που εκδηλώνεται, κυρίως, με ένα είδος «διαλόγου τύπου βόλεϊ». Ακριβώς όπως στο άθλημα, τα δραματικά πρόσωπα ανταλλάσσουν «μπαλιές», με τη διαφορά ότι, αντί μπάλας, πετούν το ένα στο άλλο λεκτικά κλισέ.

Είναι μια μέθοδος που απορρίπτει τη γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας και έκφρασης. Την ανάγει σε κάτι σαν «ξένη» ουσία, η οποία «εκκρίνεται» απρόθετα και ασυναίσθητα στη σκηνή από τα ομιλούντα πρόσωπα, που βρίσκονται σε μια κατάσταση εκστατική και συγχρόνως παραληρηματική – ήπιων τόνων, ωστόσο, ως εάν ήταν η κανονική ανθρώπινη συνθήκη.

Η κρίσιμη αυτή κατάσταση της γλώσσας –κατ’ επέκτασιν και της σκέψης– αποκαλύπτει, κατά τον Ιονέσκο, ότι οι νόρμες της μπουρζουά συγκαταβατικότητας κρύβουν μέσα τους την τρέλα, που εξηγεί την άνευ συμπτωμάτων διάλυση, χωρίς προγνωστικά ανάνηψης, της ανθρώπινης προσωπικότητας. Στην πράξη, το κλου για να γίνει η γλώσσα «μπάλα του βόλεϊ» είναι η επανάληψη λέξεων, παραφθορών τους, ομοηχιών, κάποιας αναιτιολόγητης ρίμας και λοιπά ανάλογα μοτίβα, που θα πρόσφεραν μια φρενίτιδα παρηχήσεων. Στις «Καρέκλες», σπουδαία στιγμή παρηχήσεων είναι εκείνη όπου –στα γαλλικά– η παραφθορά της λέξης «καταφθάνει» (βλ. ο θάνατος) είναι ομόηχη με τη λέξη «γελάσαμε». Ωστόσο, την κορύφωση της αίσθησης μιας παράλογης κατάστασης τη φέρνει η εισβολή αντικειμένων (βλ. καρέκλες) επί σκηνής.

Ουσιώδες θα ήταν να ακουστεί μια κραυγή μεταφυσικού άγχους, αντί κοινότοπων ψιθύρων για τη συνείδηση της θνητότητας και το προκαταβαλλόμενο πένθος γι’ αυτήν.

Αλλά και πάλι, το «τρομερό» στον Ιονέσκο είναι πάντα εγγεγραμμένο στο «γλυκούλι». Οπως και η φρίκη του θανάτου, που θα μπορούσε να κάνει είσοδο στη σκηνή, από τις πόρτες του σκηνικού ενός μπουλβάρ. Στις «Καρέκλες», μάλιστα, ο Ιονέσκο είχε συμπεριλάβει ως σκηνική οδηγία μια κάτοψη σκηνής με έναν ημικυκλικό τοίχο στο βάθος της, την κοίλη πλευρά του προς το κοινό και δέκα πόρτες που θα ανοιγόκλειναν, ακριβώς όπως σε έργο του Φεϊντό. Ο στόχος της ταύτισης του δράματός του με μια κωμωδία του μπουλβάρ ήταν να «ξεκουνήσει» από την απάθεια τους μπουρζουά θεατές.

Σήμερα, όμως, που όλοι φθάνουν στο θέατρο πολύ πιο θωρακισμένοι με βεβαιότητες, οπότε δεν υπάρχει η πρόθεση τα έργα του Ιονέσκο να ανεβούν μόνον ως μουσειακά εκθέματα, τότε χρειάζονται «τσιμεντενέσεις» για να επιβάλουν το βάρος τους. Χωρίς αυτές να οδηγούν σε προσθήκη νοήματος. Γιατί τότε η υπερβατικότητα της απουσίας νοήματος που κάνει Ιονέσκο τον Ιονέσκο θα αναιρείτο. Η μόνη λύση, λοιπόν, θα ήταν η εκάστοτε τωρινή σκηνοθεσία να παίρνει μια οριστική θέση αποφασίζοντας τι λέει το κείμενο, πέρα από την αφομοιωμένη πλέον πρόθεσή του να μην παράγει νόημα.

2026 σαν 1952

Οι «Καρέκλες» των Πάνου Παπαδόπουλου και Μαρίας Διακοπαναγιώτου, που μαζί σκηνοθετούν και παίζουν, ακολουθούν επιλογές ανάλογες εκείνων στα αρχικά ανεβάσματα του έργου στο Παρίσι. Δηλαδή αναλώνονται στη μικροκλίμακα των λεπτομερειών που παράγουν νόημα και επιτρέπουν στους ηθοποιούς να αναδείξουν βατά στοιχεία, όπως το συναίσθημα. Κι έτσι προσθέτουν πολύ υποκριτική δεινότητα στην παράσταση, που σίγουρα θα αρέσει στους θαυμαστές τους. Αλλά, με τόση υπερεστίαση, η υπερβολική αφοσίωση στο έλασσον δεν εξυπηρετεί κάποιο μείζον.

Είναι το αντίστοιχο του να βλέπεις δύο σπουδαίους πιανίστες να εκτελούν με πομπώδη τρόπο, σε σημαντική για εκείνους συναυλία, ένα πρόγραμμα μόνο από ασκήσεις προθέρμανσης δαχτύλων. Θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος ότι αυτό περιέχει την πεμπτουσία του θεάτρου του Ιονέσκο και θα ήταν σωστή η παρατήρηση. Μόνο που δεν περιλαμβάνει και τη βασικότερη πρόθεση του έργου να ταράξει την εκάστοτε μπουρζουά αμεριμνησία.

Κατά τα άλλα, η μετάφραση του Αντώνη Γαλέου παραβλέπει τη σημασία των παρηχήσεων στον λόγο – είναι σαν να τις έχει αφήσει εντελώς κατά μέρος, για κάποια άλλη φορά. Το δε σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, που αποδίδει τέλεια την αίσθηση του απόκοσμου και του γηρασμένου, προσθέτει νόημα αντί κάποιας πρόκλησης της συναισθητικής ικανότητας του θεατή.

Ωστόσο, η βασική σκηνοθετική υπεκφυγή συμβαίνει με την εμφάνιση του Ρήτορα. Το σημείο όπου κανονικά κορυφώνεται η αδυναμία της γλώσσας να επιτελέσει τη λειτουργία της έχει υποκατασταθεί με ένα εντυπωσιακό αίνιγμα για τα μάτια. Γενικότερα, η παράσταση κερδίζει τις μάχες των εντυπώσεων, αλλά χάνει τον πόλεμο για ουσία. Και σήμερα, ουσιώδες θα ήταν να ακουστεί μια κραυγή μεταφυσικού άγχους, αντί κοινότοπων ψιθύρων για τη συνείδηση της θνητότητας και το προκαταβαλλόμενο πένθος γι’ αυτήν. Από τη στιγμή που αυτό δεν συμβαίνει, η παράσταση –όσο όμορφη κι αν είναι– φαντάζει σαν αναπαλαιωμένο μουσειακό έκθεμα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT