Καλλίφωνος Ταρζάν σε «βιολογικό» μιούζικαλ

Φτάνοντας στη θέση του ο θεατής, προτού ξεκινήσει η παράσταση, αντικρίζει δύο σκηνογραφικά στοιχεία που μοιάζουν με σύμβολα προθέσεων της σκηνοθεσίας

4' 51" χρόνος ανάγνωσης

LOCANDIERA
Του Κάρλο Γκολντόνι
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας

Φτάνοντας στη θέση του ο θεατής, προτού ξεκινήσει η παράσταση, αντικρίζει δύο σκηνογραφικά στοιχεία που μοιάζουν με σύμβολα προθέσεων της σκηνοθεσίας. Το πρώτο είναι ένα κόκκινο χαλί επί σκηνής που δείχνει να υπόσχεται λαμπρότητα – τουτέστιν, glam δίχως πλαφόν. Και το δεύτερο, μια ρεπροντιξιόν του «Θριάμβου της Γαλάτειας», του Ιταλού ζωγράφου του 18ου αι. Κοράντο Τζακίντο, η οποία καλύπτει, ως πόστερ, τα φύλλα συρόμενης πόρτας που διαχωρίζει σκηνή και φουαγιέ. Αυτό θα έστεκε ως αλληγορική απεικόνιση της κεντρικής δραματουργικής επιδίωξης ότι η Locandiera, που στα ιταλικά σημαίνει ιδιοκτήτρια πανδοχείου, υπήρξε «κρυπτο-πρωτο-φεμινίστρια», η οποία, ακριβώς όπως η Νηρηίς Γαλάτεια, θα κατατρόπωνε κάθε Κύκλωπα Πολύφημο, που θα επιχειρούσε να της επιβάλει την αφεντιά και τη βίαιη αγάπη του. 

Αν ο Γκολντόνι διάβαζε την εικασία που διατυπώνει η προηγούμενη πρόταση είναι πιθανό ότι θα ανατρίχιαζε. Ωστόσο, η «Locandiera» –η πιο πολυπαιγμένη από τις 120 κωμωδίες του– έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι είναι κείμενο «πρωτεϊκό», δηλαδή πρόσφορο για μεταμορφώσεις. Δεν χάνει τη φόρμα του όποτε προσπαθεί κάποιος να το ξεχειλώσει, επειδή οι δεύτεροι ρόλοι είναι φρουροί της κωμικής του φλόγας. Αυτοί την γλιτώνουν από τη βίαιη εξόρυξη ή κατάχωση νοημάτων ξένων προς τον Γκολντόνι κι έτσι, το κοινό σπάνια δυσαρεστείται. Ως εκ τούτου, μία ακόμη φιλοφεμινιστικής πρόθεσης ανάγνωση αυτής της κωμωδίας θα μπορούσε και να στέκεται.

Μια γυναίκα, 2+1 άνδρες

Η υπόθεση του έργου είναι απλή. Η Μιραντολίνα έχει ένα πανδοχείο στη Φλωρεντία. Με την αλεγρία της τσαπερδόνας που την καθορίζει, ξεγλιστρά με πονηριά και χάρη από το επίμονο κόρτε δύο πελατών της. Ο ένας είναι μαρκήσιος χρεοκοπημένος κι ο άλλος νεόπλουτος κόμης – με αγορασμένο τον τίτλο ευγενείας.

Η Μιραντολίνα αποδέχεται μεν τα δώρα των δύο μουστερήδων, αλλά δεν προσφέρει τα ανταλλάγματα στα οποία εκείνοι αποβλέπουν. Πελάτης είναι επίσης ένας ιππότης, απίστευτα μαγκωμένος ως ψυχοσύνθεση, καθότι πρόκειται για υπερθωρακισμένο μονομπλόκ μισογυνισμού. Εν τω μεταξύ, δύο απένταρες θεατρίνες προστίθενται στους ενοίκους και η Μιραντολίνα τις δρομολογεί προς τον μαρκήσιο και τον κόμη για ν’ αποσπάσει από πάνω της την προσοχή τους. Ετσι, με τη συνεπή υποστήριξη του βαλέ της, Φαμπρίτσιο, μπορεί, απερίσπαστη πλέον, να βάλει στη θέση του τον μισογύνη που την ταπεινώνει επιδεικτικά.

Ο Ιβάν Σβιτάιλο, που παίζει τον ιππότη, είναι ίσως ο καταλληλότερος για τον ρόλο. Ακολουθώντας τις υποδείξεις του σκηνοθέτη, δημιουργεί ένα μενίρ αρρενωπότητας παλαιάς κοπής. Οσοι θεατές πιστεύουν ότι οι άνδρες δεν υπάρχουν πια –επειδή θα τους πάτησε κάποιο τρένο– είναι πιθανό να αναφωνήσουν: «Ωρέ, ιδού! Ανδρες υπάρχουν!» και θα λατρέψουν την παράσταση. Αλλοι θεατές, που κλίνουν προς την άποψη ότι η αρρενωπότητα (όπως και η θηλυκότητα) είναι μια «παράσταση ρόλου», με την έννοια που στην ψυχολογία το θέτει ο αγγλικός όρος «performance of identity», ίσως και να ξεκαρδιστούν με το αντριλίκι ως μπλόφα, που ξεγελά ακόμα και τον ίδιο τον μπλοφαδόρο. Οπότε και αυτοί θα περάσουν τέλεια. Μόνο ένα πρόβλημα απομένει: ο Ιβάν Σβιτάιλο δεν ελέγχει αρκετά τη δυνατή φωνή και την άρθρωσή του. Κι έτσι, όταν ανεβάζει ένταση –ίσως και λόγω του χειλόφωνου ή/και της ακουστικής του χώρου– προκύπτουν στιγμές που δεν διακρίνεται τι λέει. Παράγεται μόνο μια αίσθηση κραυγής. Σαν του Ταρζάν. Ωστόσο, όσο έδαφος χάνει ο ιππότης στην πρόζα το ανακτά τραγουδώντας, χάρη στην καλλιφωνία του.

Θεατές που κλίνουν προς την άποψη ότι η αρρενωπότητα (όπως και η θηλυκότητα) είναι μια «παράσταση ρόλου», ίσως και να ξεκαρδιστούν με το αντριλίκι ως μπλόφα, που ξεγελά ακόμα και τον ίδιο τον μπλοφαδόρο.

Κι είναι γεγονός ότι η παράσταση είναι μιούζικαλ. Με ζωντανή ορχήστρα. Θα το έλεγε κάποιος «βιολογικό μιούζικαλ», σε σύγκριση με τις εισαγόμενες ξένες παραγωγές που είναι άψογες σαν επεξεργασμένα τρόφιμα, τίγκα στα βελτιωτικά γεύσης.  

Η μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου πατάει στα πρότυπα της Ιταλο-ποπ του ’60 και του ’70. Είναι καλή αυτή η επιλογή, επειδή υπογραμμίζει την ελαφρότητα και την αφρίζουσα ευδαίμονα διάθεση που επιδιώκει να έχει η παράσταση. Ομως, ενώ όλα τα τραγούδια είναι ευχάριστα, κανένα δεν αποπλανά αρκετά το αυτί του θεατή, ώστε να το συγκρατήσει, όπως είναι ευκταίο σ’ ένα μιούζικαλ. 

Επιπλέον, η πρόζα σκοντάφτει πάνω στα τραγούδια και περιμένει να τελειώσουν για να συνεχίσει. Οσο για τη φόρμα του hip hop –«ως ήχο της σκέψης» της Μιραντολίνας– αυτή κι αν ξενίζει εισβάλλοντας, χωρίς να προκαλεί δραματουργική έξαψη.

Ενδυματολογική πανδαισία

Η Βερόνικα Δαβάκη, που παίζει τη Μιραντολίνα, έχει μπρίο, φωνή και χάρη στον χορό. Αποδίδει με ανέμελη αλεγρία την καπατσοσύνη της ηρωίδας και τον αμοραλισμό της (καθότι αποδέχεται δώρα χωρίς να ανταποδίδει). Κερδίζει τον θεατή κι ας κουβαλά το φορτίο μιας λιγωτικής ενδυματολογικής πανδαισίας, της οποίας ο επιθεωρησιακός οίστρος κορυφώνεται στα μακριά φορέματα, που δείχνουν «αποβεβλημένα» από την ντουλάπα της κ. Ζωζώς Σαπουντζάκη

Είναι, επίσης, βέβαιο ότι η Βερόνικα Δαβάκη επιφορτίζεται να βγάλει από την τρύπα το δραματουργικό φίδι που δεν είναι εκεί. Δηλαδή να πείσει ότι η Μιραντολίνα είναι μια αυτόνομη, δυναμική, ανεξάρτητη, εργαζόμενη γυναίκα, όπως θα την αντιλαμβανόμασταν σήμερα. Ενώ ο Γκολντόνι, με το τέλος που είχε δώσει στο έργο του, την θεωρούσε υποταγμένη όχι μόνο στον πατέρα της, αλλά και στη μνήμη του λόγου του. Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς, η τωρινή διασκευή του έργου «εκτροχιάζεται» κι αφήνει μετέωρη τη σκηνή της ταπείνωσης του ιππότη από τη Μιραντολίνα, η οποία, ενώ είναι δικαιολογημένη στο κείμενο του Γκολντόνι, εδώ δείχνει αθεμελίωτη κι ακατανόητη, παρότι βαρύνουσα.

Κατά τα άλλα, τα δευτερεύοντα πρόσωπα του έργου συγκρατούν το σκάφος στην επιφάνεια των υδάτων. Οι ηθοποιοί που τα ερμηνεύουν είναι όλοι καλύτεροι απ’ όσο απαιτούν οι περιστάσεις. Ωστόσο η Βάσια Λακουμέντα ξεχωρίζει χάρη στο τραγούδι της και ο μαρκήσιος Αλέξανδρος Ζουριδάκης παρασύρει το κοινό στο γέλιο, χάρη στις ελατηριακές εκτινάξεις, τόσο του λόγου του, όσο και του σώματός του.

Βέβαια, το όλον μοιάζει τελικά με πολυαγαπημένο τραγούδι σε πάρτι, που ο θεατής το έχει ακούσει άπειρες φορές και χαίρεται επειδή το ξανακούει, αλλά και το βαριέται προτού τελειώσει.

*Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν
Σκηνή Φρυνίχου
Τετάρτη & Κυριακή: 19.00
Πέμπτη & Παρασκευή: 21.00
Σάββατο: 18.00, 21.00
Τιμές εισιτηρίων: Από 12 ευρώ

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT