Αριστερά και σοβιετική λογοτεχνία

«Οποιος επιθυμεί να γνωρίσει την κοινωνική και πολιτική ζωή της Ρωσίας πρέπει να μελετήσει τη λογοτεχνία της»

4' 25" χρόνος ανάγνωσης

«Οποιος επιθυμεί να γνωρίσει την κοινωνική και πολιτική ζωή της Ρωσίας πρέπει να μελετήσει τη λογοτεχνία της». Οταν ο ακαδημαϊκός Χαράλαμπος Θεοδωρίδης έγραφε αυτά τα λόγια το 1946, έχοντας κατά νουν τη Σοβιετική Ενωση σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη βίωνε την εκτόξευση ενός (βραχύβιου) φιλοσοβιετικού ενθουσιασμού, δεν ενέδιδε σε ρητορική υπερβολή. Στην αυτοπροβολή της ως κράτους, η Σοβιετική Ενωση έδινε πάντοτε ιδιαίτερη αξία στη λογοτεχνία. Αυτό κατέστη ιδιαιτέρως εμφανές στο συνέδριο των Σοβιετικών συγγραφέων του 1934, το οποίο, με διεθνή συμμετοχή και τη διακήρυξη του καλλιτεχνικού δόγματος του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού», αποτέλεσε λογοτεχνικό γεγονός με βαθιές επιπτώσεις στην πολιτισμική αυτοαντίληψη της παγκόσμιας Αριστεράς. Εκτοτε, για να χαίρει ένα λογοτεχνικό έργο της έγκρισης του σοβιετικού καθεστώτος και των οπαδών του, όφειλε να ακολουθεί τα προτάγματα του νέου δόγματος, συνοπτικά: η σαφή προώθηση των κομμουνιστικών αξιών και η απεικόνιση της πραγματικότητας στην «επαναστατική της πορεία». Κατ’ επέκτασιν, ο τρόπος με τον οποίο κανείς σχετιζόταν με τα «επίσημα» σοβιετικά λογοτεχνικά κείμενα επηρέαζε τελικά τη συνολική σχέση του με το ίδιο το σοβιετικό εγχείρημα.

Η επιρροή της λογοτεχνοκεντρικής πολιτικής της ΕΣΣΔ εξακολουθεί να διακρίνεται, ιδίως σε χώρες που ιστορικά κατατάχθηκαν στον λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο». Στην Ελλάδα, πολλοί κομμουνιστές συνεχίζουν να τρέφουν υψηλή εκτίμηση για τα έργα των «επίσημων» Σοβιετικών συγγραφέων. Αρθρα που εγκωμιάζουν κατά τ’ άλλα λησμονημένους Σοβιετικούς συγγραφείς, όπως ο Μπόρις Πολεβόι και ο Νικολάι Οστρόφσκι, ή που υπερασπίζουν τον, κατά τα άλλα ευρέως αποδοκιμασμένο σήμερα ως αισθητικά ευτελή, σοσιαλιστικό ρεαλισμό, εξακολουθούν να αφθονούν σε έντυπα και διαδικτυακούς τόπους που συνδέονται με το ΚΚΕ.

Αυτό που σίγουρα δεν μπορεί κάποιος να καταλογίσει σε τέτοιες αναρτήσεις είναι η ασυνέχειά τους με τον ιστορικό χαρακτήρα της εγχώριας Αριστεράς. Πράγματι, η σημασία της σοβιετικής λογοτεχνίας για την ελληνική Αριστερά κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα υπήρξε άκρως σημαντική. Αυτό ισχύει ιδίως για την περίοδο κατά την οποία η αριστερή σκηνή στην Ελλάδα επηρεάστηκε βαθιά από τις μεθοδεύσεις του ΚΚE, από τον μεσοπόλεμο έως την διάσπαση του κόμματος το 1968. Ηδη από την εδραίωση της σοβιετικής εξουσίας και ιδίως μετά το συνέδριο του 1934, ένα «επικυρωμένο» λογοτεχνικό έργο που προερχόταν από τη Σοβιετική Ενωση αναμενόταν από τους σοβιετόφιλους Ελληνες κομμουνιστές να ενσαρκώνει το «πνεύμα» του νέου σοσιαλιστικού κράτους. Δεδομένης αυτής της ιδιότητας, λειτουργούσε ως «οδηγός» για τους συμπαθούντες παρατηρητές της ΕΣΣΔ στον μη σοσιαλιστικό κόσμο, αλλά και ως πολιτισμικό αντίβαρο στα αστικά λογοτεχνικά γούστα και θεωρητικά θεμέλια.

Μετά το συνέδριο του 1934, ένα «επικυρωμένο» λογοτεχνικό έργο αναμενόταν από τους Ελληνες κομμουνιστές να ενσαρκώνει το «πνεύμα» του σοσιαλιστικού κράτους.

Σοβιετικά λογοτεχνικά κείμενα υπερτερούσαν κατ’ επέκτασιν σε όλα τα κύρια αριστερά περιοδικά της περιόδου, από έντυπα αυστηρής κομματικής γραμμής έως σαφώς πιο ανοιχτόμυαλες εκδόσεις. Ακόμα, η πλειονότητα των μεγαλύτερων ονομάτων της ελληνικής αριστερής πεζογραφίας και ποίησης του 20ού αιώνα, όπως η Μέλπω Αξιώτη και ο Γιάννης Ρίτσος, συνέθεσαν έργα καθαρά επηρεασμένα από την κρατικά προωθούμενη λογοτεχνία της Σοβιετικής Ενωσης και το επίσημο δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

Μάλιστα, η επιρροή και η πρόσληψη λογοτεχνικών έργων από τον σοβιετικό και τον «ρωσικό» χώρο θεωρείται τόσο μεγάλη για τους Ελληνες σοβιετόφιλους κομμουνιστές, ώστε η ίδια η πρόσληψή τους στην Ελλάδα γενικότερα κατά τον 20ό αιώνα να χαρακτηρίζεται, κατά τα λόγια της σλαβολόγου Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, ως «διαχειριζόμενη από την Αριστερά». Κάτι διόλου αμελητέο, αν αναλογιστεί κανείς ότι η κατανάλωση της ρωσόφωνης λογοτεχνίας στην Ελλάδα σε αυτήν την περίοδο ήταν κάθε άλλο παρά περιθωριακή.

Εξαιτίας αυτού του «μονοπωλίου», φιλοσοβιετικοί παράγοντες υπήρξαν καθοριστικοί για την ερμηνευτική πλαισίωση της ρωσόφωνης λογοτεχνίας. Συχνά αντιγράφοντας κατά γράμμα σοβιετικές θεωρητικο-ιδεολογικές διακηρύξεις, Ελληνες αριστεροί απέκλειαν και αντιμάχονταν ό,τι ξεπερνούσε τα όρια της ερμηνευτικής «γκάμας» του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Αυτό γινόταν ιδιαίτερα εμφανές όταν επρόκειτο στην πρόσληψη κειμένων Σοβιετικών αντιφρονούντων, όπως ο περιβόητος (και, κατ’ επέκτασιν, κατασυκοφαντημένος) «Δρ Ζιβάγκο» του Μπορίς Παστερνάκ. Με λίγες εξαιρέσεις, όπως αυτή του ρωσόφωνου μεταφραστή Αρη Αλεξάνδρου, όσοι εντός του κύριου αριστερού άξονα ΚΚΕ – ΕΔΑ έτρεφαν αντιρρήσεις για τον δογματισμό έτειναν να αυτολογοκρίνονται για το «καλό» της ενότητας του κινήματος. Ταυτόχρονα, η ταύτιση του «ρωσικού» με του «αριστερού» είχε ως αποτέλεσμα η ρωσόφωνη λογοτεχνία, σοβιετική ή μη και ανεξαρτήτως ποιότητας ή πολιτικού μηνύματος, να βρίσκεται πρώτη στο στόχαστρο της Ασφάλειας και των λογοκριτών όταν το ελληνικό πολιτικό εκκρεμές μετατοπιζόταν προς την άκρα Δεξιά. Αυτή η «Σκύλλα και η Χάρυβδη» της σχετικής κυριαρχίας της ιδεολογικής ακαμψίας των «σοβιετόφιλων» και της «ρωσοφοβίας» του ελληνικού κράτους μπορεί να θεωρηθεί ως βραχυπρόθεσμα επιζήμια για την ανάπτυξη βαθύτερων συζητήσεων γύρω από τη ρωσόφωνη λογοτεχνία στη χώρα.

Με την άνοδο της γενιάς του Πολυτεχνείου, το λογοτεχνικό ενδιαφέρον των προοδευτικών και επαναστατικών παραγόντων της χώρας είχε πλέον μετατοπιστεί. 

Δεν ήταν παρά μόνον το 1968, με την εσωτερική διάσπαση του ΚΚΕ και την επακόλουθη γενικευμένη αποξένωση από το σοβιετικό καθεστώς μετά την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το ίδιο έτος, που η επίσημη σοβιετική λογοτεχνία εκθρονίστηκε από την ηγεμονική θέση της. Μόνο τότε μπορούσε πλέον να εκφραστεί ανοιχτά ο σκεπτικισμός απέναντι στην ΕΣΣΔ, στις ιδεολογικές επινοήσεις της και στα πολιτισμικά προϊόντα της, χωρίς τον φόβο της απομόνωσης από το κύριο πολιτικό σώμα της Αριστεράς. Με την άνοδο της γενιάς του Πολυτεχνείου, το λογοτεχνικό ενδιαφέρον των προοδευτικών και επαναστατικών παραγόντων της χώρας είχε πλέον μετατοπιστεί. Οσο για τον ολοένα και πιο απηρχαιωμένο σοβιετικό λογοτεχνικό κανόνα και τον φανφαρισμό του επίσημου σοσιαλιστικορεαλιστικού θεωρητικού λόγου, αυτοί σταδιακά παραδόθηκαν στα χέρια πολιτισμικά σκληρωτικών νοσταλγών, όπου και παραμένουν.

*Ο κ. Νικόλαος Παράσχης είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Τμήμα Ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου στη Φλωρεντία.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT