ΦΡΑΓΚΙΣΚΗ ΑΜΠΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ
Ε.Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες
εκδ. Πατάκη, 2025, σελ. 349
Ο ολιγογράφος Ε.Χ. Γονατάς (1924-2006) δεν ανακίνησε το ενδιαφέρον των ομηλίκων του. Ευτύχησε όμως να αποκτήσει από το 1980 και μετά, πολλούς νεότερους θαυμαστές στους οποίους δίδαξε τη μαγεία της μικρής λογοτεχνικής φόρμας και της παράξενης, ασυνήθιστης ιστορίας. Με αυτά τα λόγια μάς παρουσιάζει η μελετήτρια, ποιήτρια και μεταφράστρια Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου τον «ερημίτη της Κηφισιάς», όπως συχνά ονομάστηκε ο συγγραφέας που, αν και για μεγάλο διάστημα παρέμεινε στο περιθώριο της ελληνικής λογοτεχνικής ζωής, αγωνίστηκε όσο λίγοι προκειμένου να αναπλάσει με το καλλιτεχνικό έργο του αυτό το απροσδιόριστο, το θαυμαστό, το άφατο που αποτελεί την ουσία της τέχνης· και να το αναδείξει με τη βοήθεια μεταφράσεων, ανθολόγησης και δοκιμίων.
Το έργο του Γονατά
Ποιο υπήρξε το έργο του Γονατά; Επτά μικρά ποιητικά και πεζά κείμενα στη διάρκεια μιας εξηκονταετίας: ο «Ταξιδιώτης» (1945), «Η κρύπτη» (1959), «Το βάραθρο» (1963), «Οι αγελάδες» (1963), «Ο φιλόξενος καρδινάλιος» (1986), «Η προετοιμασία» (1991) και το «Τρεις δεκάρες» (2006). Δεν είναι ομοιογενή τα γραπτά αυτά. Ο «Ταξιδιώτης», μάς λέει η μελετήτρια, είναι πεζό που έλκει την καταγωγή του από το «παραμύθι» της ρομαντικής λογοτεχνίας. «Η κρύπτη» είναι μικρές ποιητικές πρόζες που τείνουν προς το παράδοξο, ενώ στο «Βάραθρο» προστίθεται και η ονειρική διάσταση. Οι «Αγελάδες» πάλι είναι διηγήματα με έμφαση στο παράδοξο. Η Αμπατζοπούλου ανασκευάζει τη θέση των ομηλίκων του συγγραφέα, οι οποίοι τον αντιμετώπισαν στη δεκαετία του ’60 ως αισθητιστή που αδιαφόρησε για τη μεταπολεμική υπαρξιακή αγωνία και τα μεγάλα ηθικά διλήμματά της. Ειρωνικός απέναντι σε όλες τις ορθοδοξίες, ο Γονατάς, μας εξηγεί, έδωσε έναν αγώνα υπέρ της απεξάρτησης της τέχνης από την ιδεολογία και την πολιτική στράτευση. Αυτονομία της τέχνης δεν σημαίνει όμως αδιαφορία για την πραγματικότητα, αλλά αντιθέτως εμβάθυνση στην ουσία της· δεν προϋποθέτει αποκλεισμό σε ελεφάντινο πύργο αλλά αφοσίωση στη ζωή του πνεύματος, όπως μόνον η τέχνη μπορεί να την πετύχει, με όλες δηλαδή τις τραγικές αντιφάσεις της. Καθώς η Μεταπολίτευση δεν είχε παρόμοιες έγνοιες, το σπουδαιότερο γραπτό του Γονατά,
«Ο φιλόξενος καρδινάλιος», όπως και «Η προετοιμασία» αναγνωρίστηκαν ως αυτό που ήταν: λιτά και κρυστάλλινης διαύγειας πεζά τα οποία αποκαλύπτουν το θαυμαστό και το παράδοξο της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο Ε.Χ. Γονατάς εξέδωσε επίσης δύο τεύχη του παραδειγματικού περιοδικού «Πρώτη ύλη» (1959-1961). Μετέφρασε Ιβάν Γκολ, Γκιστάβ Φλομπέρ, Αντόνιο Πόρτσια, Σάμουελ Τέιλορ Κόλριτζ, Πιερ Μπετενκούρ, κινεζική ποίηση και μαλαισιακά τραγούδια. Και ανθολόγησε σε έντεκα μικρά τομίδια με γενικό τίτλο «Ασυνήθιστες ιστορίες» (1987-1990) σύντομα διηγήματα προγενέστερων Ελλήνων πεζογράφων στους οποίους θεώρησε πως συναντάμε το μοντέρνο μέσα στο παλαιό. Αιρετικός και τελειομανής, ο δεινός αυτός θηρευτής του θαυμαστού υπήρξε επίσης βαθύς γνώστης της τυπογραφίας.
Υβριδικό κείμενο
Η εργασία της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου είναι κείμενο υβριδικό. Η ερευνήτρια συνάντησε τον Ε.Χ. Γονατά το 1979 κατά τη μελέτη της για τον ελληνικό υπερρεαλισμό που οδήγησε στην έκδοση της εμβληματικής ανθολογίας της «…δεν άνθησαν ματαίως». Εισήλθε έτσι στον στενό πνευματικό, οικογενειακό και φιλικό κύκλο του. Το βιβλίο της έχει επομένως πολλαπλό χαρακτήρα. Προσφέρει ανάλυση των έργων του μαζί με την κριτική υποδοχή τους. Παρακολουθεί την ανέλιξη του βίου του συνθέτοντας τη βιογραφία του. Αναμειγνύει αναμνήσεις από τη φιλία τους και τις συναντήσεις τους με πνευματικές προσωπικότητες. Περιλαμβάνει υλικό από τη μελέτη σχετικών αρχείων. Επισκέπτεται με όλες αυτές τις αφορμές τα έργα αρχαίων, Γερμανών και Γάλλων κλασικών, καθώς και θεωρητικών της λογοτεχνίας που σχετίζονται με το έργο του Γονατά. Κάνει παρεκβάσεις παραθέτοντας στοιχεία από τη ζωή του Γάλλου Γκολλ και του Αργεντινού Πόρτσια, το έργο των οποίων τον σημάδεψε. Προσθέτει τέλος σημειώματα στα οποία επανέρχεται σε ζητήματα που θεώρησε πως χρειάζονται περαιτέρω ανάπτυξη, έχοντας υπόψη της, ως καλή παιδαγωγός, τους νεότερους αναγνώστες και το ενδιαφέρον τους για το παρελθόν.
Καθώς λοιπόν αγωνίζεται να συλλάβει τον αγώνα ενός πρωτοπόρου αλχημιστή που πάλεψε να μετατρέψει τις λέξεις στο ευγενές μέταλλο της ποίησης, ανασταίνει παράλληλα μιαν εποχή, ενώ συγχρόνως πλάθει μια διιστορική πνευματική κοινότητα η οποία παλεύει να απαντήσει σε πρωταρχικά ερωτήματα όπως, τι είναι η ποίηση, ποια είναι η σχέση της με την πραγματικότητα, και πώς υπερβαίνουμε την πραγματικότητα αυτή χάρη στην ενόραση. Ανακινεί έτσι ζητήματα που έχουν ταλανίσει και την ίδια.

