ΧΑΡΟΛΝΤ ΜΠΛΟΥΜ
«Ο Δαίμων ξέρει. Λογοτεχνικό μεγαλείο και το Αμερικανικό Υψηλό»
μτφρ.: Ευάγγελος Τζιγκουνάκης
εκδ. Gutenberg, 2025, σελ. 608
Σε τι συνίσταται το Αμερικανικό Υψηλό σύμφωνα με τον σπουδαίο κριτικό Χάρολντ Μπλουμ (1930-2019) στο εμβληματικό «Ο δαίμων ξέρει» (2015); Συνίσταται, όπως ο 85χρονος συγγραφέας εισαγωγικά παρατηρούσε, στην αδιάκοπη προσπάθειά μας να υπερβούμε το ανθρώπινο χωρίς να απαρνηθούμε τον ανθρωπισμό. Ή όπως προκύπτει από την ανάγνωση του έργου, στον διαρκή αγώνα ενός μοναχικού Εγώ να υπερβεί τα όριά του. Ετσι ορίζει ο Μπλουμ το υψηλό στην αμερικανική λογοτεχνία σε αντιπαραβολή θα έλεγε κανείς προς την ευρωπαϊκή εκδοχή του υψηλού που, σύμφωνα με τον Λογγίνο, συνδέεται με τα μεγαλόφρονα νοήματα σε μια γλώσσα που συγκλονίζει, ή σύμφωνα με τους Καντ και Εντμουντ Μπερκ με το δέος που νιώθουμε ενώπιον της φύσης και της ιδέας του απείρου. Στο «Ο Δαίμων ξέρει», ο Μπλουμ εξετάζει το υψηλό σε δώδεκα Αμερικανούς συγγραφείς – έξι ποιητές, πέντε πεζογράφους και έναν διανοούμενο και ποιητή. Και Δαίμων στην προκειμένη περίπτωση είναι η τυφλή ορμητική, χωρίς ηθικό πρόσημο, ενέργεια η οποία ωθεί τους ήρωες να ξεπερνούν τα όριά τους και τους δημιουργούς να συνθέτουν έργα που συγκλονίζουν.
Ενας από τους τελευταίους μεγάλους της κριτικής, ο Μπλουμ επανειλημμένως τάραξε τα νερά της φιλολογικής και αναγνωστικής κοινότητας. Το 1973 ανέπτυξε τη λογοτεχνική θεωρία για το Αγχος της επίδρασης πάνω στο πώς οι νεότεροι ισχυροί ποιητές διαμορφώνουν την προσωπική τους φωνή σε απόλυτο ανταγωνισμό προς τους πρεσβύτερους ισχυρούς της τέχνης, συντετριμμένοι από την αγωνία πως έφτασαν καθυστερημένα στην καλλιτεχνική αρένα. Και το 1994 συνέθεσε τον Δυτικό Κανόνα με τους είκοσι έξι, κατά την άποψή του, σπουδαιότερους με αισθητικά κριτήρια συγγραφείς, και κέντρο τους τον Σαίξπηρ – διότι ο Σαίξπηρ εφηύρε κατ’ αυτόν την εσωτερικότητά μας. Στο «Ο Δαίμων ξέρει», παρατηρεί ο Δημήτρης Δημηρούλης που είχε την επιστημονική επιμέλεια της ελληνικής έκδοσης, ο Μπλουμ φανερώνει την επιθυμία του να ενισχύσει τη θέση της αμερικανικής λογοτεχνίας στο πλαίσιο του Δυτικού Κανόνα, θεωρώντας ταυτόχρονα πως ο δεσμός Ευρώπης και Αμερικής είναι άρρηκτος και η επικοινωνία τους διαρκής.
Το «Ο Δαίμων ξέρει» δεν είναι εύκολη μελέτη. Οπως και στα προηγούμενα έργα του, ο Μπλουμ είναι αποφθεγματικός, σχεδόν αφοριστικός, αποκαλύπτοντας τον δικό του δαίμονα προκειμένου να μιλήσει για το υψηλό με το δικό του εργαλείο που είναι η γλώσσα της κριτικής. Οι δώδεκα συγγραφείς που εξετάζει ανά δύο είναι οι Ουόλτ Ουίτμαν και Χέρμαν Μέλβιλ, Ραλφ Ουόλντο Εμερσον και Εμιλι Ντίκινσον, Ναθάνιελ Χόθορν και Χένρι Τζέιμς, Ρόμπερτ Φροστ και Μαρκ Τουέιν, Ουάλας Στίβενς και Τ.Σ. Ελιοτ, Ουίλιαμ Φόκνερ και Χαρτ Κρέιν – με τον Εμερσον στο κέντρο τους ως συγγραφέα που οι υπόλοιποι είτε τον ενστερνίστηκαν, είτε απομακρύνθηκαν από αυτόν, είτε τον απέρριψαν, και πιο σαιξπηρικό από όλους τον Μέλβιλ. Θέματά του εκτός από το δαιμόνιο, είναι η ηθική τάξη, ο βιταλισμός, η ελευθερία, το αυτεξούσιο· ρεύματα και διανοητές που ενέπλεξε είναι ο πλατωνισμός, ο νεοπλατωνισμός, ο ορφισμός, ο σαμανισμός, ο Αυγουστίνος, ο Νίτσε. Και ήρωες της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας που παραθέτει είναι ο Βοτρέν του Μπαλζάκ, η Μπέκι Σαρπ του Θάκερεϊ, ο κύριος Πίκουικ του Ντίκενς. Δεν θεωρεί χρήσιμη την τοποθέτηση όσων έργων εξετάζει στο κοινωνικό τους πλαίσιο προκρίνοντας μια υπεριστορική προσέγγιση. Συνομιλητές του τέλος υπήρξαν οι Στίβενς και Φροστ, κι ακόμα οι Ρόμπερτ Πεν Οουεν, Πολ ντε Μαν, Οντεν, Ρόρτι, διά βίου ήρωές του στην κριτική, όπως τους χαρακτηρίζει, οι Σάμουελ Τζόνσον και Ουόλτερ Πέιτερ ενώ εφ’ όρου ζωής δική του αποστολή θεώρησε πως είναι η ανάγνωση.
Εχοντας καθημερινή τριβή με όλα τα κείμενα, ο Μπλουμ συζητά για αυτά υπολογίζοντας πως οι αναγνώστες του γνωρίζουν τα πάντα. Το αποτέλεσμα είναι να προσφύγω αρκετές φορές στο ChatGΡΤ προκειμένου να ξεδιαλύνω ποιανών μυθιστορημάτων και συγγραφέων είναι οι ήρωες τους οποίους αναφέρει. Η μετάφραση αποτελεί άθλο. Δεν κρύβω πως με δυσκόλεψε, χωρίς να γνωρίζω σε ποιο βαθμό στρυφνά σημεία της οφείλονται στην κρυπτικότητα του πρωτοτύπου (όλη η κριτική είναι ποίηση σε πρόζα, πρεσβεύει ο Μπλουμ) ή σε άτυχες στιγμές της μεταγλώττισης. Αξίζει παρ’ όλα αυτά τον κόπο να διαβάσουμε αυτό το σπουδαίο έργο. Γιατί ποιος άλλος εκτός από τον Χάρολντ Μπλουμ γράφει με τόσο πάθος για κείμενα που ερωτευτήκαμε κι εμείς· ποιος άλλος υπερασπίζεται με τόση ορμή τα δικαιώματα της αισθητικής, ανεξαρτήτως των ιδεολογικών βαρών κάθε έργου· και ποιος κριτικός εκτίθεται τόσο πολύ με εξομολογήσεις απ’ τον βίο του στις συζητήσεις του για τη λογοτεχνία;

