«Θεέ μου, μη λησμονείς τις νύχτες σου
που κοπαδιάζουν γύρω μου τα βράδια…»
Τάσος Ζερβός, «Μέμνησο»
Ενεκεν των ημερών που πλησιάζουν η προσοχή μου στράφηκε στις προσευχές των ποιητών που έχω διαβάσει μες στα χρόνια· συνεχίζοντας να ξεχωρίζει μέσα μου η «Προσευχή του ταπεινού» του Ζαχαρία Παπαντωνίου.
Δεν χρειάζονται λόγια πολλά για να προλογίσουν την ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής για σύνδεση και επικοινωνία με τον Δημιουργό της ή ό,τι άλλο θεωρεί ανώτερο και ιερό.
Χρόνος και τρόπος και τόπος σωστός δεν υπάρχουν, ούτε λέξεις κατάλληλες για την επικοινωνία αυτή.
Για τον κάθε άνθρωπο είναι βίωμα προσωπικό η προσευχή, και οι λόγοι ποικίλλουν.
Στο έργο των ποιητών η προσευχή δεν περιορίζεται σε θρησκευτικούς τύπους ή σε καθορισμένες λέξεις. Οι ποιητές στρέφονται εντός τους και συνομιλούν με ό,τι θεωρούν ιερό, γράφοντας ποιήματα άλλοτε παρακλητικά, γεμάτα ικεσία, δέος, ευγνωμοσύνη και άλλοτε γεμάτα αμφιβολία – όπως έγραφε η Μυρτιώτισσα:
«[…] Σε ποιο Θεό, ποιον Αγιο να προσευχηθώ;
Δεν πίστεψα παρά μονάχα στην Αγάπη! […]»
Τα ποιήματα που παρατίθενται στη συνέχεια του άρθρου είναι επιλογές από το ποιητικό έργο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, του Κώστα Ουράνη, του Ιωάννη Πολέμη, του Jorge Luis Borges, του Νικηφόρου Βρεττάκου, της Μυρτιώτισσας και του Τάσου Ζερβού.

Εικόνα φιλοτεχνημένη από τον ζωγράφο και χαράκτη Κωνσταντίνο Γραμματόπουλο (1916-2003), για την ποιητική συλλογή «Χορωδία» του Νικηφόρου Βρεττάκου που είχε εκδοθεί το 1988 από τις εκδόσεις Τα Τρία Φύλλα.
Η προσευχή του ταπεινού
Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά σού λέω την προσευχή μου.
Αλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ’ τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.
Την πίκρα μου τη βάστηξα. Μου δίνεις και την ξένη.
Μ’ απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Είν’ αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία την αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αγέρα.
Δεν έχω δόξα. Είν’ ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.
Ακουσα τη γλυκειά βροχή. Τη δύση έχω κοιτάξει.
Εδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ.
Τώρα δεν έχω τίποτα να διώξω ή να κρατήσω.
Δεν περιμένω ανταμοιβή. Πολύ ’ναι τέτοια ελπίδα.
Ευδόκησε ν’ αφανιστώ, χωρίς να ξαναζήσω…
Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.
(Ζαχαρίας Παπαντωνίου)
Δέηση στον παραστάτη Αγγελο (ΙΙΙ)
Αγγελε, στείλε μου ξανά τα παιδικά μου χρόνια,
όπως γυρνούνε στις παλιές φωλιές τα χελιδόνια,
και στόλισέ μου τη ζωή την άχαρη με μάγια,
όπως στολίζουν μια εκκλησιά με σμύρτα και με βάγια,
λευτέρωσέ με, Αγγελε, απ’ της Ζωής τους νόμους
κι οδήγησέ με για να βρω τους ξεχασμένους δρόμους,
που αφήνουν τόπους πίσω τους, που σύνορα περνάνε,
και στο χαμένο παιδικό βασίλειό μου πάνε:
— Κι αν η ψυχή μου άλλαξε και δεν τ’ αναγνωρίσω,
τότε να κάνεις, Αγγελε, τα μάτια μου να κλείσω…
(Κώστας Ουράνης)

Εικόνα φιλοτεχνημένη από τον ζωγράφο και χαράκτη Κωνσταντίνο Γραμματόπουλο (1916-2003), για την ποιητική συλλογή «Χορωδία» του Νικηφόρου Βρεττάκου που είχε εκδοθεί το 1988 από τις εκδόσεις Τα Τρία Φύλλα.
Προσευχή
Γλυκειά μητέρα του Χριστού, Παρθέν’ αγαπημένη,
γονατιστή στα πόδια πάντα η ψυχή μου μένει…
Τώρα που η μοίρα η άσπλαχνη στην ξενητειά με σέρνει
και κλαίει αδύνατ’ η καρδιά κι ο νους μου παραδέρνει
κι ολόγυρα σκορπίζονται τα τόσα περασμένα
σαν φύλλα το φθινόπωρο που πέφτουν ένα- ένα,
εσύ, γλυκειά Παρθένα μου, βασίλισσα μεγάλη,
την άρρωστην ελπίδα μου δυνάμωσέ την πάλι.
Γλυκειά μητέρα του Χριστού, Μαρία λατρεμένη,
κάνε την ώρα να πετά, την ώρα να διαβαίνη·
κάνε τις μέρες να κυλούν σαν τα γοργά ποτάμια,
να τρώη το χρόνο ο πόθος μου σαν πεινασμένη λάμια,
να λιγοστεύη ο χωρισμός για να γυρίσω πάλι
και ναύρω εκείνα π’ άφησα μ’ απελπισία μεγάλη.
Γλυκειά μητέρα του Χριστού, Παρθέν’ αγαπημένη,
γονατιστή στα πόδια σου πάντα η ψυχή μου μένει.
(Ιωάννης Πολέμης)
Religio medici, 1643
Προστάτεψέ με, Κύριε. (Η επίκληση
δεν συνεπάγεται Κανέναν. Είναι μόνο
μια λέξη που η κακοκεφιά σ’ αυτή την άσκηση προσθέτει
και που περιδεής, στο δειλινό τη γράφω.)
Προστάτεψέ με από μένα. Το είπαν κιόλας
ο Μπράουν, ο Μονταίνιος και κάποιος Ισπανός που δε θυμάμαι·
κάτι που μένει ακόμα απ’ όλο εκείνο το χρυσάφι
που μάζεψαν τα σκοτεινά μου μάτια.
Προστάτεψέ με, Κύριε, από την ανυπόμονη
λαχτάρα να γίνω μάρμαρο και λησμονιά.
Προστάτεψέ με απ’ το να είμαι αυτός που ήδη υπήρξα,
αυτός που ήδη υπήρξα ανεπανόρθωτα.
Ούτε από το ξίφος, ούτε από την πυρωμένη λόγχη
να με προστατέψεις, παρά μονάχα από την ελπίδα.
(Jorge Luis Borges)
ΙΧ
Είχα ανάγκη να υπάρχεις. Να βρω
ν’ ακουμπήσω κάπου τη λύπη μου.
Σε καιρούς όπου όλα, πρόσωπα,
αισθήματα, ιδέες, ήταν ρευστά,
χρειαζόμουν μια πέτρα στερεή
ν’ ακουμπώ το χαρτί μου.
Μην αποσύρεις την πέτρα σου,
Κύριε, και μείνουν τα χέρια μου
στο κενό. Εχω ακόμη να γράψω.
(Νικηφόρος Βρεττάκος)

Εικόνα φιλοτεχνημένη από τον ζωγράφο και χαράκτη Κωνσταντίνο Γραμματόπουλο (1916-2003), για την ποιητική συλλογή «Χορωδία» του Νικηφόρου Βρεττάκου που είχε εκδοθεί το 1988 από τις εκδόσεις Τα Τρία Φύλλα.
Τετράστιχα (VIII)
Θεέ μου! δωσ’ μου δύναμη λίγο να ζήσω ακόμα,
να ιδώ ξανά την άνοιξη και τ’ άγιο καλοκαίρι,
να μ’ αναδέψει τα μαλλιά σε μια κορφή τ’ αγέρι,
κι ερωτικά να φιληθώ με τη ζωή στο στόμα.
(Μυρτιώτισσα)
Αντίδοση
Στον ποιητή Αντώνη Χατζόπουλο
Ο Κύριος γνωρίζει ότι παραθαλάσσιος είμαι
και μεριμνά για τα έλατά μου
για χάρη μου χαρτογραφεί το κακό
και ιστιοφορίες χαρίζει
στα δυτικά του πνεύματός μου.
Ο Κύριος γνωρίζει αυτό που μου λείπει
και λιγοστεύει τη λύπη μου.
Θεέ μου,
πες μου,
τι δώρο να Σου κάνω,
από χάμω
που να μην το ’χεις απάνω…
(Τάσος Ζερβός)

Εικόνα φιλοτεχνημένη από τον ζωγράφο και χαράκτη Κωνσταντίνο Γραμματόπουλο (1916-2003), για την ποιητική συλλογή «Χορωδία» του Νικηφόρου Βρεττάκου που είχε εκδοθεί το 1988 από τις εκδόσεις Τα Τρία Φύλλα.
Πηγές άρθρου:
❗Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα Θεία Δώρα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1976
❗Κώστας Ουράνης, Ποιήματα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2009
❗Ιώαννης Πολέμης, Ποιήματα, εκδόσεις Πορφύρα, Αθήνα, 1998
❗Jorge Luis Borges, Ποιήματα, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2013
❗Νικηφόρος Βρεττάκος, Χορωδία, Εκδόσεις Τα Τρία Φύλλα, Αθήνα, 1988
❗Μυρτιώτισσα, Μυρτιώτισσα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2002
❗Τάσος Ζερβός, Τα Ποιήματα, εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα, 2004
Το βιογραφικό της Δέσποινας Ντάση
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1983.
- Εχει σπουδάσει Διοίκηση & Οικονομία Επιχειρήσεων, και Επιμέλεια και Διόρθωση Κειμένου.
- Είναι συγγραφέας, γράφει ποίηση και από τις εκδόσεις Κέδρος έχουν κυκλοφορήσει οι δύο ποιητικές της συλλογές με τίτλους «Ολα τα Μη του κόσμου» (2015), και «Μνήμες μικρού μήκους» (2020).
- Ποιήματα και συνεντεύξεις της έχουν δημοσιευθεί στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικά έργα.
- Στη στήλη «Ζήσε Ποιητικά» επιλέγει ποιήματα και ενίοτε ιστορίες ποιητικές.
Περισσότερα για το έργο και τις δράσεις της μπορείτε να διαβάσετε στην ιστοσελίδα: www.despinantasi.gr

