VICTOR KLEMPERER
Η γλώσσα του Τρίτου Ράιχ, Το σημειωματάριο ενός φιλολόγου
μτφρ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
εκδ. Aγρα, 2025
σελ. 482
Τι επέφερε τον θάνατο της γερμανικής γλώσσας, αναρωτήθηκε ο Τζορτζ Στάινερ στο περίφημο έργο του «Γλώσσα και σιωπή» του 1959. Για να διαπιστώσει πως η κατάχρησή της από το ναζιστικό καθεστώς, της προξένησε μια τόση ολική καταστροφή, ώστε να δυσκολεύεται να ανακτήσει το προγενέστερο λειτούργημά της – να ξαναγίνει όχημα της λογικής και της αλήθειας. Γνωρίσαμε το έργο του Στάινερ μέσα στα χρόνια της δικτατορίας, όταν και η δική μας γλώσσα κινδύνευε απ’ την κακομεταχείριση των συνταγματαρχών. Πενήντα χρόνια αργότερα διαβάζουμε τη συγκλονιστική μαρτυρία – μελέτη του Βίκτορ Κλέμπερερ (1881-1960) για το ποιες φοβερές στρεβλώσεις πραγματοποίησαν οι ναζί στη γλώσσα.
Εβραίος, καθηγητής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Δρέσδης με ειδίκευση στη γαλλική λογοτεχνία και στον Διαφωτισμό, ο Κλέμπερερ (εξάδελφος του πασίγνωστου διευθυντή ορχήστρας) γλίτωσε τη ζωή του χάρη στις διαρκείς αυτοθυσίες της Αριας γυναίκας του. Πώς και το σπουδαίο αυτό έργο δεν έγινε ευρύτερα γνωστό στη Δύση, όπως λόγου χάρη (με άλλο αντικείμενο) η εμβληματική «Μίμηση» του συνομηλίκου επίσης Εβραίου και καθηγητή ρομαντικής λογοτεχνίας Εριχ Αουερμπαχ, που όμως διέφυγε στην Κωνσταντινούπολη; Ως κάτοικος της Δρέσδης, ο Κλέμπερερ και τα δικαιώματα του βιβλίου του πέρασαν, όπως εισαγωγικά σημειώνεται, στη δικαιοδοσία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οποία αρκέστηκε να επανεκδίδει το έργο σε λιγοστά αντίτυπα. Μια πραγματεία πάνω στο τι χνάρια αφήνουν οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες στη γλώσσα, δεν ήταν ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτη σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς.
Αναγκασμένος να πηγαίνει στο εργοστάσιο χωρίς τραμ και αποκλεισμένος από κάθε βιβλιοθήκη, για να αντέξει τα φοβερά χρόνια, ο πενηνταπεντάχρονος Κλέμπερερ αρχίζει να κρατάει με χίλιους δυο κινδύνους ημερολόγιο πάνω στην καθημερινή εμπειρία ενός φιλολόγου, που παρακολουθεί τη ναζιστική γλώσσα να δηλητηριάζει κάθε πτυχή της ζωής. Και οι πηγές του είναι οτιδήποτε πέφτει στην αντίληψή του, όχι μόνον προπαγάνδα, αλλά και κουβέντες στον δρόμο, διαφημίσεις, «κοινωνικά» των εφημερίδων, φαρμακευτικές οδηγίες – οι ανεπαίσθητες λεπτομέρειες, όπως επιλογικά σημειώνει η Βίκυ Ιατρού. Κατορθώνει έτσι να πραγματοποιήσει μια συγκλονιστική σημειολογική ανάλυση της βαναυσότητας που άσκησαν οι ναζί πάνω στη γλώσσα, διότι η γλώσσα, όπως μας εξηγεί ο συγγραφέας, έχει την ικανότητα να νομίζεις πως τη χρησιμοποιείς, ενώ σε χρησιμοποιεί εκείνη. Στο συναρπαστικό του κείμενο συνδυάζει έτσι τις οξυδερκείς παρατηρήσεις ενός σημαντικού φιλολόγου μαζί με την εξιστόρηση της αγωνιώδους περιπέτειας να επιβιώσει μες στην κόλαση.
Στο σημείωμά μου αναγκαστικά θα συνοψίσω μερικά μόνο παραδείγματα από τον θησαυρό τον οποίο συγκέντρωσε και ανέλυσε με τα πιο διεισδυτικά εργαλεία. Η Γλώσσα του Γ΄ Ράιχ, ή αλλιώς ΓΤΡ, υπήρξε εξαιρετικά φτωχή και πέτυχε να εισβάλει στα μυαλά όλου του πληθυσμού (των Εβραίων συμπεριλαμβανομένων) μέσω της διαρκούς χρήσης συναισθηματικών λέξεων (σε ύφος μεσαιωνικού θρησκευτικού κηρύγματος), μέσω ηχηρών λέξεων (έφοδος, θύελλα, πόλεμος – αστραπή), μέσω της αδιάκοπης προσφυγής στον υπερθετικό βαθμό (αχαλίνωτος, ορμητικός, κατεδαφιστικός), μέσω της δημιουργίας νεολογισμών (αποεβραϊσμός, βορειοποίηση, αριανοποίηση), μέσω της προσφυγής σε ξένες λέξεις (τόσο πιο επιβλητικές όσο λιγότερο κατανοητές), μέσω της εναλλαγής ανάμεσα στο ψυχρό και το θερμό (από το λόγιο στο λαϊκό, από τη νηφαλιότητα στο κήρυγμα, από τον ρασιοναλισμό στην ευαισθησία των δακρύων). Ακόμη και οι κρυμμένοι αντιναζιστές στα μακρινά χωριά των συνόρων, αδημονώντας για την προέλαση των Συμμάχων μιλούσαν για τη «νέα τροπή» των πραγμάτων, προσφεύγοντας ασυνείδητα σε μια χαρακτηριστική ναζιστική φράση.
Ο ναζισμός δεν άφησε τίποτα αμόλυντο στη γλώσσα –από την έμφαση στα κινήσεως σημαντικά (ξεκίνημα, δράση, δυναμισμός) για να υποδηλώσει το σφρίγος της ιδεολογίας του, μέχρι τη χρήση των σημείων στίξης. Στη ΓΤΡ, παρατηρεί ο συγγραφέας, δεν υπήρχαν θαυμαστικά (άχρηστα, καθώς τα πάντα αποτελούσαν προσταγή), υπήρχε όμως πληθώρα από ειρωνικά εισαγωγικά που κατακεραύνωναν τον εχθρό (η ρωσική «στρατηγική», ο «στρατάρχης» Τίτο, ο «Γερμανός» ποιητής Χάινε). Κι όταν ο πόλεμος πέρασε από τη φάση της προέλασης στην αναδίπλωση του 1941, ο θριαμβευτικός ενεστώτας («νικούμε») μετατράπηκε σε ηρωικό μέλλοντα («θα νικήσουμε»), ενώ αναδύθηκαν περίπλοκες λέξεις – ευφημισμοί προκειμένου να συγκαλύψουν την αλήθεια: οι διασπάσεις των γραμμών μάχης από τον προελαύνοντα εχθρό αποκαλούνταν πλέον «διεισδύσεις», οι υποχωρήσεις «εκούσια βράχυνση του μετώπου» και οι ήττες «κρίση». Την αλληγορική άλλωστε φράση που χρησιμοποιούμε έως σήμερα, «ο στρατηγός χειμώνας», την πρωτοείπε ο Χίτλερ.

