Απόσπασμα από κριτική βιβλίου, με θέμα της τη μετάφραση στα νέα ελληνικά αφηγημάτων του Χέρμαν Μέλβιλ, δημοσιευμένη στο περιοδικό «Ο Πολίτης», τεύχος 39, Δεκέμβριος 1980 – Ιανουάριος 1981: «Το εξαρχής χαμένο στοίχημα ήταν πως η δημοτική γλώσσα δεν επαρκεί για να αποδοθούν “κάποια” πράγματα και, συχνά, “κάποιοι” συγγραφείς. Η άποψη αυτή ακκίζεται ως πλουραλιστική, ενώ στην πραγματικότητα προϋποθέτει έναν μηχανιστικό διαχωρισμό της γλώσσας σε “καθαρεύουσα” και σε “δημοτική” με σαφή τα όρια και, προπαντός, τις αρμοδιότητες και τη δικαιοδοσία καθεμιάς. Εδώ αρχίζει η σύγχυση. Και έχουμε έναν συμφυρμό στοιχείων “καθαρευόντων” και “δημοτικών”. Είναι σαφές ότι η άποψη που θεωρεί την καταφυγή στην καθαρεύουσα συνταγή κομψού λόγου αγνοεί τα πάντα και περί κομψότητας και περί λόγου».
Την κριτική αυτή, που υποστηρίζει τη στηλιτευτική αυστηρότητά της με σωρεία αποδεικτικών στοιχείων, την υπογράφει ο Γιάννης Η. Χάρης, ετών 27 τότε. Σε αυτό το πρώτο από τα λιγοστά κείμενά του στον «Πολίτη» αναγνωρίζονται τα κύρια γνωρίσματα του ύφους και της μεθόδου που χαρακτήρισε την κατοπινή αρθρογραφία του: τη δωδεκαετία 1999-2011 στα «Νέα» και τη δεκαετία 2012-2022 στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Περισσότερα άρθρα είχε δημοσιεύσει στο «Αντί», αλλά και πάλι, φειδωλός ήταν. Και σίγουρα θα πανικοβαλλόταν αν κάποιος, έως και τη λήξη της περασμένης χιλιετίας, τον διαβεβαίωνε ότι τον 21ο αιώνα θα γράψει και θα δημοσιεύσει εκατοντάδες κείμενα.
Τον Γιάννη τον γνώρισα τον πρώτο καιρό της μεταπολίτευσης στα γραφεία των Εκδόσεων «Ολκός» και του περιοδικού «Ο Πολίτης», όπου δέσποζαν ο Αντώνης Καρκαγιάννης, ο Δήμος Μαυρομμάτης και ο Αγγελος Ελεφάντης. Ο Γιάννης είχε μπει στα γράμματα από το 1971, δουλεύοντας για την εγκυκλοπαίδεια Ελλάς – Μπριτάνικα, και με δάσκαλο γερό: τον Δ.Ν. Μαρωνίτη. Σ’ αυτό το «άντρο αντιστασιακών», το πρώτο του μεγάλο σχολείο, έμαθε την τέχνη της διόρθωσης και της επιμέλειας, την τέχνη της κριτικής ανάγνωσης. Το κανονικό σχολείο το είχε εγκαταλείψει. Το τελείωσε πολλά χρόνια αργότερα. Είχε ανάγκη το απολυτήριο για να μπορέσει να διδάξει ελληνικά και βυζαντινή μουσική. Και είχε να το λέει με καμάρι ότι κάποια καθηγήτριά του έμεινε άναυδη όταν συνειδητοποίησε πως ανάμεσα στους μαθητές της ήταν κάποιος που τον διάβαζε στα «Νέα» «για να μαθαίνει».
Αριθμώ, όσο πιο ψυχρά μπορώ, τέσσερις αναμφισβήτητα σπουδαίες πτυχές της πολύτιμης συμβολής του Γιάννη Χάρη στα γράμματά μας:
Με βαθιά γνώση της γλώσσας και του γλωσσικού, ενός ζητήματος κοινωνικού, όχι απλώς φιλολογικού, εναντιώθηκε στην παραγλωσσική δημαγωγική μυθολογία περί της «εκ φύσεως υπεροχής της ελληνικής».
Πρώτη. Χάρη και στη ρουμελιώτικη καταγωγή του, και συνεργαζόμενος με τον Λίνο Πολίτη και τον παλαιογράφο Αγαμέμνονα Τσελίκα, συνεισέφερε καίρια στην αποκρυπτογράφηση των δυσνόητων χειρογράφων του Μακρυγιάννη και στην τελική έκδοση των «Οραμάτων και θαυμάτων». Ρουμελιώτης κι εγώ, τον άκουγα να μου λέει πως ο στρατηγός συνόψιζε τρεις και τέσσερις λέξεις με πεντέξι γράμματα, μονοκοντυλιά, και καταλαβαινόμασταν.
Δεύτερη πτυχή. «Τύχη ανέλπιστη», όπως ο ίδιος τη λέει, του έδωσε τη σπάνια ευκαιρία να συνεργαστεί στενά με τον Οδυσσέα Ελύτη για την έκδοση του δεύτερου τόμου των πεζών του νομπελίστα μας και των ποιητικών Απάντων του.
Πτυχή τρίτη. Συνεργαζόμενος επίσης στενά με τον Μίλαν Κούντερα και τη σύζυγό του τη Βέρα, από το 1994 και έπειτα, μετέφρασε ή αναμετέφρασε 13 έργα του. Η αλληλογραφία του με το ζεύγος Κούντερα, όπως μου την ιστορούσε, θα μπορούσε να γίνει βιβλίο-μάθημα σε σχολές μετάφρασης. Για τη μεταφορά μίας και μόνο λέξης έστυβε το κεφάλι του –και τα λεξικά– επί μέρες. Και το συζητούσε πάλι και πάλι με τους φίλους του.
Πτυχή τέταρτη. Τα γλωσσικά του κείμενα, στεγασμένα σε τρία βιβλία: «Δέκα μύθοι για τη γλώσσα», «Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη», «Παιχνίδια και ακροβασίες της γλώσσας», η αντιφώνησή του κατά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα από το Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, τον Ιούνιο του 2024. Βαθιά γνώση της γλώσσας και του γλωσσικού, ενός ζητήματος κοινωνικού, όχι απλώς φιλολογικού, θέσεις διαυγείς και γερά θεμελιωμένες, γραφή κοφτή, χωρίς μαλάματα, ειρωνική όταν χρειαζόταν, επίμονη εναντίωση στην παραγλωσσική δημαγωγική μυθολογία περί της «εκ φύσεως υπεροχής της ελληνικής», «της μόνης νοηματικής γλώσσας», και άλλα τινά.
Ναι, απογοητευόταν, και οι δυο μας απογοητευόμασταν, κάθε φορά που διαπιστώναμε ότι, όσα σαφή και κατηγορηματικά κι αν αντιτάσσει η επιστήμη, οι ανόητοι μύθοι δεν κλονίζονται, δεν ηττώνται, οι δε διακινητές τους εξακολουθούν να ωφελούνται και πολιτικά και οικονομικά. Στο τέλος όμως κρατιόμασταν και πάλι από ένα δόγμα αγγελοελεφάντειας καταγωγής: «Τους τα ‘παμε, μας τα ‘πανε, ε, θα τους τα ξαναπούμε». Εως και το περασμένο Σάββατο, λίγο πριν μπει στο νοσοκομείο, ο Γιάννης δούλευε τα τελευταία τομίδια των εξαιρετικών «Στοιχημάτων» του, επιφυλλίδων κοινωνικού, πολιτικού και γλωσσικού περιεχομένου, που επανεκδίδονται από την «Εστία». Ωστε δεν θα πάψει να τα λέει και να τα ξαναλέει. Με φωνή καθαρή και πεισματάρικη.
Η εξόδιος ακολουθία του Γιάννη Χάρη θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου στις 14.00 στον Άγιο Νικόλαο Ραγκαβά στην Πλάκα.

