ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ
Ενα καλαμάρι επιθυμεί να πάει στο φεγγάρι και άλλες ποιητικές ιστορίες
εκδ. Παπαδόπουλος, 2024, σελ. 28
Είκοσι παιχνιδιάρικα ποιήματα σε μορφή λίμερικ –«λιμερίκια» επί το ελληνικότερον–, που στο καθένα πρωταγωνιστεί ένα ψάρι ή άλλο πλάσμα της θάλασσας, συγκροτούν μια συλλογή για παιδιά γραμμένη από τον ιστορικό, μεταφραστή και κριτικό Γιώργο Τσακνιά: «Eνας χάνος ονόματι Θάνος/ οδηγεί μηχανή χωρίς κράνος/ και ελπίζει μπας και/πάει σε πάρτι μασκέ/ για να ντυθεί επιτέλους Ινδιάνος». Τα πρωτότυπα αυτά ελληνικά λίμερικ συνοδεύονται από εικονογράφηση μεγάλου σχήματος διά χειρός Ιφιγένειας Καμπέρη, σε ευχάριστους γαλάζιους και πορτοκαλί τόνους – είναι μια καλαίσθητη έκδοση, που τα μικρά παιδιά θα τη χαρούν και οι μεγάλοι δεν θα περάσουν άσχημα διαβάζοντάς την. Αλλά γιατί μας απασχολεί σε αυτήν εδώ τη στήλη της κριτικής ένα τέτοιο βιβλίο; Θυμίζουμε ότι τα λίμερικ προέρχονται από τα αθυρόστομα και εν γένει ελαφρού περιεχομένου πεντάστιχα «του κρασιού» που, κατά την παράδοση, έλκουν την καταγωγή (και το όνομά τους) από το Λίμερικ της Ιρλανδίας. Eχουν μια συγκεκριμένη ομοιοκαταληξία α-α-β-β-α (δηλαδή ομοιοκαταληκτούν ο πρώτος με τον δεύτερο και τον πέμπτο και ο τρίτος με τον τέταρτο στίχο), ενώ οι δύο πρώτοι και ο τελευταίος στίχος είναι πολυσύλλαβοι, σε αντίθεση με τον τρίτο και τον τέταρτο που είναι ολιγοσύλλαβοι, κοφτοί.
Ο πρώτος διδάξας των λίμερικ στην Ελλάδα δεν είναι άλλος από τον Γιώργο Σεφέρη, που τα δοκίμασε σε διάφορες εκδοχές: τα αθυρόστομα «σόκιν», τα «Εντεψίζικα», αφενός, και τα «Ποιήματα με ζωγραφιές σε μικρά παιδιά», αφετέρου. Αν ρωτήσετε μερακλήδες δασκάλους και δασκάλες θα σας πουν ότι σε κάποια σχολεία τα ελληνόπουλα εξακολουθούν να συνθέτουν κεφάτα λιμερίκια με φαντασία. Συχνά τα συνοδεύουν με σκίτσα και ζωγραφιές, όπως ακριβώς έκανε ο Σεφέρης. Αν, όμως, πιάσετε τις ρίμες που προτείνονται για τα ελληνόγλωσσα παιδιά είτε στα σχολικά βιβλία είτε στις μεταφράσεις των –συχνά εξαιρετικών– βρετανικών στιχουργημένων παιδικών βιβλίων είτε, τέλος, σε ελληνικά πρωτότυπα παιδικά βιβλία σε στίχους, θα νιώσετε στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων πλήξη, απέχθεια, εκνευρισμό. Ακόμη κι αν δεν αγαπάτε την ποίηση, θα πιάσει το αυτί σας είτε την προχειρότητα είτε το βεβιασμένο του πράγματος. Φωτεινή εξαίρεση, που επιβεβαιώνει δεκαετίες τώρα τον κανόνα, υπήρξε η Μαριανίνα Κριεζή. Παρόμοια εξαίρεση αποτελεί και το υπό συζήτηση βιβλίο.
Και όμως, είναι σοβαρή υπόθεση η στιχουργική και το χιούμορ και ασφαλώς είναι πολύ σοβαρή υπόθεση το παιδικό βιβλίο. Aλλωστε τα σημαντικά διεθνή έντυπα για το βιβλίο, όπως π.χ. το New York Review of Books ή οι λογοτεχνικές σελίδες του Guardian, περιλαμβάνουν αυτονόητα την κριτική της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας. Ενας πολιτισμός που, καλυμμένος κάτω από πέπλα σοβαροφάνειας, θεωρεί το «παιδικό» συνώνυμο του εύκολου και του πρόχειρου, οργανώνεται για να πληρωθεί αργότερα με το ίδιο νόμισμα από τα παιδιά του.
Τα λίμερικ του Τσακνιά είναι ήδη σχεδόν τραγούδια – είπαμε άλλωστε πως τα λίμερικ ήταν τραγούδια του κρασιού. Μπορούμε να φανταστούμε πως τα σκαρώνει ένας ψαράς τις ατέλειωτες ώρες που περιμένει «να τσιμπήσει». Το βιβλίο διέπεται από ήπιο χιούμορ, σαν κλείσιμο του ματιού. Περιηγείται στα κύματα και τον βυθό και ευρετηριάζει παιχνιδιάρικα τη θαλάσσια ζωή. Εμπεριέχει παρότρυνση: πείτε το μαζί μου και συνεχίστε το κι εσείς, με τον τρόπο σας. Τα έμμετρα ποιήματα, όπως και τα τραγούδια, πρέπει να μπορούν να μεταδοθούν από στόμα σε στόμα. Να «γράψουν» στο αυτί και να «τυπωθούν» στη μνήμη. Γι’ αυτό, ας τα επιχειρούν μονάχα όσες/οι, όπως ο Τσακνιάς, ξέρουν τη δουλειά.

