ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ
Καταυλισμός
εκδ. Υψιλον, 2023, σελ. 96
Στη δέκατη πέμπτη ποιητική συλλογή του, ο Γιώργος Βέης επιλέγει για τίτλο τον «Καταυλισμό», λέξη που ηχητικά συγγενεύει με τον κατακλυσμό και παραπέμπει σε ένα είδος προσωρινής εγκατάστασης, με σκοπό την προστασία από επικείμενη καταστροφή ή θανάσιμο κίνδυνο. Επιλογή διόλου τυχαία, αφού στο «Οχι, ποτέ ξανά», ένα από τα πιο εμβληματικά ποιήματα της συλλογής, μνημονεύει τη Σμύρνη που ακόμη φλέγεται, διότι θέλει να τη θυμόμαστε. Να τη θυμόμαστε, «Οχι ως καταστροφή/ Αλλά ως αντίσταση στα μεγάλα λάθη/».

Μελετητής του Πλάτωνα και του Ηράκλειτου και επίμονος αλιεύς των κρυφών συνάψεων που ενυπάρχουν στη γλώσσα, συνειδητοποιεί ότι δεν φτάνει να διαγράψεις μια λέξη, γιατί «ο αφανισμός αν θέλει/ ξέρει να μας περιμένει/ και σε απόσταση αναπνοής» («Ικρίωμα»). Δεν παραβλέπει τις αντιφάσεις και δεν αρνείται τις ανατροπές, δεν κλείνει τα μάτια στις υστερίες των εποχών, στην παρακμή των καιρών και το χάος του κόσμου, ωστόσο, καταφάσκοντας στον χρόνο που ρέει συνεχώς παραλλάσσοντας και μεταμορφώνοντας κάθε ύπαρξη («Απορίες Ιπτάμενου»), προχωράει πέρα από αυτά, προσβλέποντας με τον τρόπο των προσωκρατικών στην εσωτερική ενόραση που περικλείει τα πάντα.
Στο «Οχι, ποτέ ξανά» ο ποιητής μνημονεύει τη Σμύρνη που ακόμη φλέγεται, διότι θέλει να τη θυμόμαστε «όχι ως καταστροφή, αλλά ως αντίσταση στα μεγάλα λάθη».
Μέχρι κεραίας ερωτικός, λέει όχι στην απελπισία και μας καλεί κοντά στα χνώτα και στο άρωμα των ζώων («Νά εδώ, μόνον εδώ») γιατί: «δεν είναι ακριβώς το πεπρωμένο/ μήτε η ποίηση των ρομαντικών/ αλλά μια γεύση, μια συγκεκριμένη μυρωδιά/, που έρχεται ώς εδώ που γράφω/ κατευθείαν από τον Κάτω Κόσμο» («Γιατί μου αρέσει ο Δεκέμβριος»). Μύστης των ταπεινών, να θυμηθεί, θέλει, τη λέξη, να θυμηθεί την άγρια μουριά, «να την καρφιτσώσω στο μέσα μέρος του νου μου/ να μην υποφέρει από το χαλάζι», εξομολογείται στο «Λεξικό των αποχαιρετισμών», γιατί «όλες οι σημασίες βέβαια στ’ αγκάθια/ και στα χόρτα οι αλήθειες» («Επαναπατρισμός»).
Αναγνωρίζει την αντοχή των βάτων στην ξηρασία («Εξάρτηση») και δεν τους προσπερνά αβρόχοις ποσί, δεν τους πατάει με την μπότα του. Οσο ποτέ επίκαιρος, με τους στίχους του αντιτάσσει έναν δικό του ποιητικό καταυλισμό στον κατακλυσμό της σύγχρονης δυστοπίας, επικαλούμενος τη σοφία των δέντρων: «Δεν μας πλησιάζουν/όχι γιατί μας φοβούνται/ αλλά γιατί δεν τους γεμίζουμε το μάτι./ Είναι τ’ αυστηρά τα δέντρα/ τα αειθαλή, τα σκεφτικά/ και τ’ αγοράζουμε/ τα ξεπουλάμε/ –έτσι νομίζουμε / τα καίμε κάποτε / –έτσι νομίζουμε / εκείνα όμως θα υπάρχουν. // Είναι η ίδια η αιωνιότητα/ έξω από μας» («Η βεβαιότητα των δασών»).

