1. Οι μαρτυρίες των Αντιπόδων
Εχω εθιστεί σε μία σειρά με μικρά βιβλιαράκια που βγάζουν οι εκδόσεις Αντίποδες (η επιμέλεια είναι του Χρήστου Κρυστάλλη). Μιλάμε για μη μυθοπλαστικά έργα, μαρτυρίες. Τα βιβλιαράκια έχουν μέσα ιστορίες κανονικών ανθρώπων που μιλάνε για τη δουλειά τους και την καθημερινότητα στην Ελλάδα. Τ’ αγοράζω όπου τα βρω και τα τελειώνω σε μισή μέρα (είναι λαχταριστά και το χαρτί τους θέλεις να το φας).
Η καλή σειρά υπονοεί πως η ζωή εδώ και τώρα είναι κάτι που αξίζει να το αφηγηθούμε. Σε αψεγάδιαστα ελληνικά, με ακρίβεια και ευαισθησία. Είναι μία ξεκούραστη ανάσα από διάφορα βιβλία που εκδίδονται και μοιάζουν ξέψυχες ασκήσεις στο χαρτί, καταγραφές της αποτυχίας των συγγραφέων τους να κοιτάξουν τον κόσμο γύρω τους ή ν’ αγαπήσουν τη γλώσσα που κουβαλάνε σαν καταδίκη και είναι η μόνη που μιλάνε στην πραγματικότητα. Τέλος πάντων. Το πιο πρόσφατο βιβλιαράκι σ’ αυτή τη σειρά που σας λέω λέγεται «Σεζόν».
2. Νομική Αθηνών και Σεζόν
Η Κωνσταντίνα Τσουκαλά Σταθάκη, που έγραψε το βιβλίο, γεννήθηκε το 1992, όπως κι εγώ. Πήγε Νομική Αθήνας, όπως κι εγώ. Οπως πολλοί που πήγαμε Πανεπιστήμιο μεταξύ 2010-2016, η Τσουκαλά Σταθάκη δεν έζησε τα φοιτητικά χρόνια ή την περίοδο αμέσως μετά την αποφοίτηση με ξεγνοιασιά και ανεμελιά, αλλά με γνήσιο άγχος επιβίωσης. Για βιοπορισμό άρχισε να δουλεύει σεζόν. Μπαρ, ξενοδοχείο. Το βιβλίο της καταγράφει τις εμπειρίες της και λίγες σκέψεις σχετικά.
3. Ο τουρισμός μάς προκαλεί αντιφατικά συναισθήματα
Το βιβλίο αποτυπώνει τα αντιφατικά συναισθήματα που έχουμε ως γενιά απέναντι στους τουρίστες. Από τη μία μάς τη σπάνε οι ορδές. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Εχουμε δει, μέσα σε ελάχιστα χρόνια, ν’ αλλάζουν δρόμοι που μας αρέσανε, η Αθήνα να γίνεται κόμβος real estate και τα νησιά να χάνουν την αθωότητά τους, το νερό και την ικανότητα να διαχειρίζονται τα λύματα. Από την άλλη, είμαστε μια γενιά που ταξιδεύει πάρα πολύ. Που δεν το ’χει σε τίποτα, αν βρει φθηνή πτήση, να πάει στην άλλη άκρη του κόσμου.
Το καταλαβαίνουμε: όλοι θέλουν να βρίσκονται αλλού. Μακριά από το λάπτοπ, τις αγγαρείες τους, τον τόπο που γεννήθηκαν ή το σπίτι που νοικιάζουν. Ολοι θέλουν να πάνε κάπου όπου μπορούν «να σταματήσουν τη δουλειά, να γνωρίσουν ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς ανθρώπους που μιλάνε διαφορετικές γλώσσες», λέει ο Κρυστάλλης στον Πρόλογό του.
Οι τουρίστες είναι άνθρωποι που θέλουν να πάνε αλλού, κι εκεί να καταναλώσουν και να το ρίξουν έξω. Θέλουν να τους σερβίρεις. Να εξασφαλίσεις την καλοπέρασή τους. Αυτό κάνει δύσκολη τη δουλειά των εργατών της σεζόν. Δεν είναι μόνον οι διαρκείς απαιτήσεις αυτών των μεγάλων μωρών με το ανοιχτό πορτοφόλι που θέλουν κι άλλη μπίρα και ακόμη περισσότερα πατατάκια. Είναι και οι σεξιστικές συμπεριφορές (πέσιμο από τους πελάτες), η ζέστη, η χαοτική συνθήκη στο μπαρ ή το εστιατόριο, αλλά και η συναισθηματική εργασία (emotional labor). Υπάρχουν δουλειές όπου απαιτείται να έχεις μία συγκεκριμένη ψυχολογία ή να παριστάνεις πως την έχεις. Δουλειές όπου καλείσαι να είσαι εκεί για αυτόν που θα βάλει τα κλάματα και θα πει το πρόβλημά του, γιατί, κυριολεκτικά ήρθε από την άλλη άκρη του κόσμου, για να βάλει τα κλάματα και να πει το πρόβλημά του.
4. «Animal»
Στην ταινία της Σοφίας Εξάρχου «Animal» (2023), παρακολουθούμε τη σεζόν μίας ομάδας διασκεδαστών σε ξενοδοχείο. Ιδρώτας, αλκοόλ, περιστασιακές σχέσεις και η ανάγκη τόσο των τουριστών όσο και των εργατριών του ξενοδοχείου να γίνουν άλλοι/άλλες μέσα στο καλοκαίρι. Θέλουν να μεταμορφωθούν ή, τουλάχιστον, να «βγει η σεζόν», χωρίς να την εγκαταλείψουν. Η δουλειά των διασκεδαστών δεν είναι λαμπερή. Γκλίτερ και μακιγιάζ κολλάνε πάνω στον ιδρώτα που χύνεται για να βγει το νυχτοκάματο.
5. Η σεζόν έχει και τα καλά της
Πίσω στο βιβλίο της Τσουκαλά Σταθάκη, η σεζόν δεν είναι μόνον μίζερα λευκά δωμάτια για τη σίτιση του προσωπικού και φροντίδα σε κακομαθημένους ινφλουένσερ που ουσιαστικά «δεν κάνουν διακοπές, αλλά παράγουν μία ζωντανή και άμεση αξιολόγηση όλων των εργαζομένων του ξενοδοχείου». Εχει και τα καλά της.
Ολοι όσοι έχουν δουλέψει σεζόν ξέρουν «πως όποτε δυσκολεύονται οικονομικά ή ψυχικά […], η σεζόν θα είναι εκεί ως γραμμή διαφυγής, ως μια δυνατότητα για γρήγορα λεφτά και τιπς, συχνά όμως και ως μια γρήγορη αλλαγή πλαισίου, μια στρατηγική απομάκρυνσης από την καθημερινότητα και την εργασία στην πόλη, από το πατρικό σπίτι ή από ένα πνιγηρό κοινωνικό περιβάλλον». Η σεζόν έχει κάτι από αναχωρητισμό, από ξεκαθάρισμα λογαριασμών, απ’ την επιθυμία να κάνεις νέα αρχή. «Λέμε “θα τα παρατήσω όλα και θα φύγω σεζόν”», πάμε αλλού να γίνουμε άλλοι ως ταξιδιώτες/μετανάστες/τουρίστες/υπάλληλοι και εργάτες. Πολλά άτομα της γενιάς μας επιβιβάζονται διαρκώς σε αεροπλάνα και εναλλάσσονται σε όλους αυτούς τους ρόλους.
Θέλουμε ένα μέρος μακρινό να μας γιατρέψει από κάτι που δεν έχει σαφές περίγραμμα. Το εύκολο είναι να πεις πως πας διακοπές, γιατί έχεις λεφτά ή πως πας σεζόν, γιατί δεν έχεις. Ομως, από κάτω βρίσκεται ένα βουνό από ανεξιχνίαστες προσδοκίες και ανάγκες. Οι εργάτες της σεζόν, ισχυρίζεται η Σταθάκη, μπορεί να γυρίσουν αλλαγμένοι απ’ τις γαλέρες. Πέντε-έξι μήνες μακριά από έναν κοινωνικό κύκλο που πια δεν τον γουστάρεις είναι επαρκείς, για να πάρεις τις αποστάσεις σου και να συνειδητοποιήσεις πόσο δεν ταίριαζες ούτως ή άλλως. Αλλωστε, η υποχρεωτική συναναστροφή με τόσους ανθρώπους είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας που κανένα τουριστικό πακέτο δεν θα τολμούσε να προσφέρει.
Η ανθρωπογεωγραφία της σεζόν: «Βαλκάνιοι μετανάστες που ήρθαν για να δουλέψουν στη Ρόδο στις αρχές του 2000, έκαναν οικογένειες και έμειναν εκεί, ντόπιοι τουριστικοί πράκτορες που είναι διαρκώς στα τηλέφωνα και τα μέιλ με τους Βρετανούς ομολόγους τους, Ελληνες οδηγοί βαν που περιμένουν στο αεροδρόμιο, ένας Ροδίτης ιδιοκτήτης παμπ καθισμένος έξω από την μπάρα και η Αλβανίδα μπαργούμαν που πίνει καφέ, Αθηναίοι σεζονίστες, δάσκαλοι σκούμπα ντάιβινγκ, καμαριέρες και, φυσικά, φρέσκοι στην Ελλάδα με συμβάσεις και άδειες παραμονής περιορισμένου χρόνου Αιγύπτιοι, Ταϊλανδοί, Φιλιππινέζοι, κρυμμένοι στις λάντζες και τις αποθήκες». Συν τουρίστες. Ουφ.
6. Ξενοδοχεία για τους ρομαντικούς και τους μποέμ
Ο σπουδαίος συγγραφέας και δημοσιογράφος Γιόζεφ Ροτ (1894-1939) έζησε κάποια χρόνια σε ξενοδοχεία. Η Σταθάκη το αναφέρει αυτό, για να μας κάνει να δούμε το ξενοδοχείο αλλιώς. Κάποτε ήταν το μέρος που είχε άδειο δωμάτιο για όσους δεν είχαν πού αλλού να πάνε, γι’ αυτούς που ήθελαν να φύγουν από το σπίτι ή την πατρίδα τους. Για όσους ήθελαν να ξεκόψουν απ’ τον περίγυρό τους, να μη διαθέτουν σταθερή κατοικία, να είναι μποέμ.
Τώρα λέμε «θα πάω στο Κόστα Ναβαρίνο» και δεν μας νοιάζει το μέρος τριγύρω. «Ο τουρισμός έκανε το ξενοδοχείο τελικό προορισμό, αιτία του ταξιδιού και όχι μέσο για να δεις κάτι ή να ζήσεις αλλιώς».
Δεν είναι, πάντως, όλοι οι άνθρωποι τουρίστες χωρίς περιέργεια που κοιτάζουν τοπόσημα χωρίς να βλέπουν. Πάντα μπορείς να ζήσεις αλλιώς, να κατοικήσεις διαφορετικά τα ξενοδοχεία, τα ξένα μέρη, τους δρόμους μιας άγνωστης πόλης. Αλλωστε η Σταθάκη θυμάται, όπως κι εγώ, το Airbnb στις πιο ένδοξες μέρες του (2016-2019), όταν ταξίδευες φθηνά, χωρίς σκοπό, και σε φιλοξενούσαν κανονικοί άνθρωποι, απ’ όλον τον κόσμο.
Συμφωνώ με τη Σταθάκη πως η «βιομηχανία του τουρισμού» πουλάει στους τουρίστες μαζικά παραγόμενες, πλαστές εικόνες. Κατά βάθος, όλοι ξέρουμε, πως η παραλία δεν θα είναι όπως στο Διαδίκτυο και το γαλήνιο εστιατόριο με τα θαλασσινά θα έχει πλήθη τον Αύγουστο. Πάμε, όμως, παρά ταύτα. Η καθεμία για τους δικούς της λόγους, που, μάλλον σχετίζονται με τη σαγήνη του μακρινού και με την άσβεστη επιθυμία να είσαι αλλού, άλλη. Κάποια που χαλαρώνει και περιηγείται.
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτήν την εβδομάδα
Ο Νορβηγός συγγραφέας Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, ειδικά αφότου παράτησε την αυτομυθοπλασία. Οι άνθρωποι που ρίχνουν τροφή στις αδέσποτες γάτες. Οι άγνωστοι που μας φέρονται με καλοσύνη στα αεροδρόμια, τα ξενοδοχεία, τα ταξί και στις καφετέριες. Οι υπαίθριες βρύσες, τα σιντριβάνια, οι πλατείες με έναν μεγάλο πλάτανο στη μέση.
