Τίποτε δεν έχει μείνει ουδέτερο. Τίποτε απολύτως. Ολα έχουν μολυνθεί. Το καθετί πυροδοτεί την οργή και το μίσος, σαν όλος ο κόσμος να έχει γεμίσει με κουμπιά που πατιούνται με κάθε μικρή ή μεγάλη ευκαιρία. Ψάχνουμε κάθε μέρα για κάποιο διάλειμμα από αυτή τη μαυρίλα. Για φωτεινές εξαιρέσεις, και γίνεται ολοένα και δυσκολότερο να τις βρούμε. Δεν μας έχει μείνει σχεδόν τίποτε. Ακόμα και τα απάγκια που είχαμε συνηθίσει, έχουν πια αλλοιωθεί. Ακόμα και το Μουντιάλ.

Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο ακόμα και άνθρωποι που δεν ενδιαφέρονται για τον επαγγελματικό αθλητισμό, εντούτοις παρακολουθούν μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις, είναι οι ιστορίες. Πάντα υπήρχαν ανθρώπινες ιστορίες πόνου, αγάπης, προσπάθειας και ονείρων, τοποθετημένες σε ένα στενό και εύκολα κατανοητό πλαίσιο παιχνιδιών και σωματικών δοκιμασιών με κανόνες απλούς (όποιος τρέξει πιο γρήγορα, όποια βάλει περισσότερα γκολ), πασπαλισμένες και με αναπόδραστες δόσεις ανώδυνου εθνικισμού. Ο περισσότερος κόσμος δεν βλέπει το Μουντιάλ μόνο για το ποδόσφαιρο, αλλά για να περάσει μερικές ώρες καταναλώνοντας όμορφες συναρπαστικές, κοινές ιστορίες.
Ο Τζέσι Οουενς μπροστά στον Χίτλερ, ο Αμπέμπε Μπικίλα χρυσό μετάλλιο ξυπόλυτος, η Βίλμα Ρούντολφ, που έπασχε από πολιομυελίτιδα ως παιδί, χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του 1960, το «χέρι του Θεού» το 1986, το χταπόδι που προέβλεπε τα αποτελέσματα του Μουντιάλ, η ομάδα μπόμπσλεϊ της Τζαμάικας στους χειμερινούς Ολυμπιακούς του Κάλγκαρι. Αυτά είναι, γι’ αυτό τα βλέπουμε τα αθλητικά γεγονότα, και μάλιστα όχι μόνο επειδή είναι ωραία και ψυχαγωγική απόδραση από την καθημερινότητα και την ασφυκτική κατά τα άλλα ειδησεογραφία, αλλά και επειδή είναι ιστορίες που εμείς, η ανθρωπότητα, καταναλώνουμε όλες και όλοι μαζί, ταυτόχρονα. Αυτό είναι σπάνιο. Ηταν πάντα σπάνιο –είναι λίγα τα γεγονότα αληθινά οικουμενικού ενδιαφέροντος. Είναι ακόμα πιο σπάνιο σήμερα, που ο καθένας και η καθεμία από εμάς φτιάχνουμε δικούς μας, αυτάρκεις κόσμους, με το εξατομικευμένο μας μείγμα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας. Φτιάχνουμε το μείγμα μας και κλεινόμαστε μέσα, και μαθαίνουμε ό,τι διαλέξει ο αλγόριθμος, εντελώς ανεξάρτητα από τους ανθρώπους που, δίπλα μας, ενημερώνονται από άλλους αλγόριθμους, σε άλλο, παράλληλο σύμπαν. Μερικές φορές όμως γίνονται πράγματα που φτάνουν στους αλγόριθμους σχεδόν όλων.
Στο Μουντιάλ που μόλις τελείωσε υπήρχαν φυσικά ιστορίες. Το ταξίδι του Πράσινου Ακρωτηρίου, για παράδειγμα, μιας χώρας με πληθυσμό μισής Θεσσαλονίκης, που πέρασε στη φάση των «32» και παραλίγο να αποκλείσει τη VARγεντινή. Ή η ιστορία του Βοζίνια, του viral 40χρονου τερματοφύλακά της, που είχε περάσει και από την Κύπρο. Ή το «κουπί» των Νορβηγών φιλάθλων. Αλλά αυτή τη φορά ήταν αλλιώς. Γιατί οι ιστορίες του Μουντιάλ δεν ήταν ένα διάλειμμα από τη μαυρίλα της καθημερινής ενημέρωσης σε έναν κόσμο γεμάτο πολέμους, διχασμό, υστερίες και κρίσεις. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις, ήταν μέρος της μαυρίλας.
Το Μουντιάλ διεξήχθη σε τρεις χώρες, αλλά οι περισσότεροι αγώνες έγιναν στις ΗΠΑ, οι οποίες βρίσκονται και στο επίκεντρο της μαυρίλας. Η κυβέρνηση αυτής της χώρας μόλυνε και το Μουντιάλ και τις ιστορίες του όπως μολύνει τα πάντα: απόλυτα. Από τις ημέρες πριν ξεκινήσουν οι αγώνες, με τους περιορισμούς στην είσοδο στη χώρα διαιτητών, στελεχών και ομάδων, μέχρι τα τηλέφωνα του προέδρου στη FIFA για να σβήσουν την κόκκινη κάρτα του παίχτη τους, κσι από τους περιορισμούς στην εθνική ομάδα του Ιράν, με το οποίο οι ΗΠΑ είναι σε πόλεμο, μέχρι την κωμικοτραγική απονομή, με τον Τραμπ μπάστακα δίπλα στους Ισπανούς πρωταθλητές να αρνείται να φύγει από το πλάνο.
Αλλά δεν ήταν μόνο ο Τραμπ. Πλέον τα γεγονότα αυτά πλαισιώνονται από ένα οικοσύστημα ενημέρωσης πολύ διαφορετικό από ό,τι στο παρελθόν. Σήμερα το μέσο κοινωνικής δικτύωσης “Threads” της Meta έχει αποφασίσει να μου δείχνει αλλεπάλληλα μηνύματα από λογαριασμούς που δεν παρακολουθώ, με θέμα μια παλαβή θεωρία συνωμοσίας για το ότι η Αργεντινή επίτηδες δεν έκανε σουτ στην αντίπαλη εστία στον τελικό, και κάθισε να χάσει, επειδή αλλιώς «θα την απέκλειαν για δέκα χρόνια». Η παραπληροφόρηση των πάντων καλπάζει με ρυθμούς πρωτοφανείς, και δεν είναι πια μόνο πολιτική, στοχευμένη ή ακτιβιστική. Είναι καθολική, γενική, πανταχού παρούσα. Σύμφωνα με μια ανάλυση, τα μηνύματα για τον μύθο ότι η Εθνική Νορβηγίας «είχε φέρει μαζί της στις ΗΠΑ τρόφιμα» επειδή δεν ήθελαν να τρώνε αμερικανικά φαγητά (φυσικά ψέματα), διακινούνταν σε μεγάλο ποσοστό από ψεύτικους λογαριασμούς και bots. Τριάντα εκατομμύρια άνθρωποι είδαν το βιντεάκι με τον Ερλινγκ Χάαλαντ που τρώει και τρομάζει βλέποντας τον εαυτό του στον καθρέφτη (είναι AI slop). Και η παραπληροφόρηση δεν περιοριζόταν στα timelines. Ενώ το τουρνουά είχε αρχίσει, μια αργεντίνικη streaming πλατφόρμα ανακοίνωσε τον θάνατο του μπαμπά του Μέσι (ζει ακόμα). Αυτά υπήρχαν πάντα, αλλά πλέον γίνονται σε πρωτοφανή κλίμακα.
Και δεν είναι μόνο η παραπληροφόρηση και ο τοξικός ψηφιακός κόσμος. Η υστερία και ο διχασμός έχουν απλωθεί στον κόσμο μας σαν πανούκλα. Κόσμος επιλέγει ποια ομάδα θα υποστηρίξει ή ποιες από τις ιστορίες θα υιοθετήσει και θα παρακολουθεί ανάλογα, ας πούμε, με τη στάση των εμπλεκόμενων σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Πάντα υπήρχαν πολιτικά και κοινωνικά θέματα. Αλλά ίσως ποτέ άλλοτε δεν δίχαζαν τον κόσμο με τόσο ακραίο και καθολικό τρόπο.
Η αναμέτρηση της Αιγύπτου με την Αργεντινή για τη φάση των «16», για παράδειγμα, δεν ήταν ένας απλός ποδοσφαιρικός αγώνας. Αν κάποιος παρακολουθούσε τον δημόσιο διάλογο σε διάφορα σημεία του κόσμου θα υπέθετε ότι στην πραγματικότητα παίζουν Ισραήλ – Παλαιστίνη. Κι αυτό δεν ήταν υπερβολική ευαισθησία ή πολιτικοποίηση. Δεν είναι μόνο το ότι την πορεία της Εθνικής Αιγύπτου την πήραν πολύ ζεστά μεγάλα μέρη του αραβικού κόσμου, ή ότι η κυβέρνηση Μιλέι υποστήριζε άνευ όρων το Ισραήλ. Λίγο πριν από τον αγώνα, ο διευθυντής της Αιγυπτιακής Επιτροπής για την Ανοικοδόμηση της Γάζας, που οργάνωνε προβολές των αγώνων της Αιγύπτου για εκτοπισμένους Παλαιστίνιους, ήταν στο ταξί καθ’ οδόν για την προβολή του προημιτελικού, όταν ένας Ισραηλινός πύραυλος έπεσε στη γειτονιά από όπου περνούσε. Σκοτώθηκε ακαριαία.
Προσθέστε στον Τραμπ την παραπληροφόρηση και τον de facto διχασμό των κοινωνιών για ολοένα και περισσότερα θέματα, και την επιπλέον μόλυνση του ποδοσφαίρου και του επαγγελματικού αθλητισμού γενικότερα από τον τζόγο, την αποκρουστική πια διαφθορά της FIFA και επιπλέον αυτών και την ακραία εμπορευματοποίηση πέραν πάσης φαντασίας (“hydration breaks”, εισιτήρια με “dynamic pricing”) και αντιλαμβάνεται κανείς ότι πια είναι πολύ δύσκολο κανείς να βρει στ’ αλήθεια κάτι αγνό και αμόλυντο, ένα διάλειμμα από την κανονικότητα, σε κάτι σαν το Μουντιάλ. Το ποδόσφαιρο ήταν ωραίο. Πολλοί από τους αγώνες ήταν απολαυστικοί. Αλλά ήταν σαν ο «πραγματικός κόσμος» να έχει παρεισφρήσει υπερβολικά μέσα στα γήπεδα, στα αποδυτήρια των ομάδων, στη διοργάνωση. Και τίποτε δεν δείχνει ότι αυτή είναι μια κατάσταση που αλλάζει, ή που εύκολα μπορεί να βελτιωθεί στο μέλλον, έτσι που πάνε τα πράγματα. Θα πρέπει να αναζητήσουμε κάτι άλλο, αλλά πού; Τι έχει μείνει αμόλυντο και καθαρό πια;
Τα Μουντιάλ ήταν μια κάποια λύσις.
