Πριν από τέσσερα χρόνια, στο Μουντιάλ του Κατάρ, οι διαμαρτυρίες ήταν πολλές και έντονες. Οι εργασιακές συνθήκες χάρη στις οποίες κατασκευάστηκαν σε χρόνο ρεκόρ τα στάδια των αγώνων, οι θάνατοι και οι τραυματισμοί εργατών, οι αμοιβές και το καθεστώς τους το οποίο προσομοίαζε μορφές δουλείας, ήταν θέματα σοβαρά, που πυροδότησαν τις αντιδράσεις χωρών του δυτικού κόσμου. Αλλά το κράτος που φιλοξένησε τους αγώνες έκανε υπερπροσπάθεια για να μετριάσει τις αντιδράσεις, προσφέροντας όσο καλύτερη φιλοξενία μπορούσε στους αθλητές, τις αποστολές των ομάδων και, φυσικά, στους οπαδούς. Το 2018, στο προηγούμενο Μουντιάλ, οι διαμαρτυρίες ήταν διαφορετικές. Το φιλοξένησε η Ρωσία, ένα άλλο απολυταρχικό καθεστώς, η οποία μάλιστα μόλις δύο χρόνια νωρίτερα είχε παράνομα καταλάβει έδαφος μιας γειτονικής της χώρας. Κι εκεί οι αντιδράσεις της ενάρετης Δύσης ήταν έντονες για παρόμοιους λόγους. Οι επιλογές αυτών των χωρών να φιλοξενήσουν το Παγκόσμιο Κύπελλο, φυσικά, αναζωπύρωσαν την κουβέντα για τον τρόπο λήψης αποφάσεων στη FIFA, έναν από τους πιο διεφθαρμένους οργανισμούς στον πλανήτη μας. Αλλά και στην περίπτωση της Ρωσίας, το κράτος που φιλοξενούσε τους αγώνες έκανε ό,τι μπορούσε για να λειτουργήσουν όλα καλά για παίκτες, ομάδες και φιλάθλους, ώστε να ξεχαστούν οι αντιδράσεις και να μετριαστούν οι γκρίνιες.
Σήμερα ξεκινά το φετινό Μουντιάλ και αυτή τη φορά η διοργάνωση έχει περάσει στον «δημοκρατικό» κόσμο. Σε χώρες ανεπτυγμένες, πιο προοδευτικές. Ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζαμε. Γιατί μία από τις τρεις χώρες που συνδιοργανώνουν το τουρνουά είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ένα ανεπτυγμένο κράτος που τους τελευταίους 18 μήνες βλέπει τους δημοκρατικούς του θεσμούς να καταρρέουν με πρωτοφανή ταχύτητα. Μολαταύτα, η ενάρετη Δύση αυτή τη φορά δεν κουνά και πολύ το δάχτυλο. Οι ευαίσθητες φωνές που ζητούσαν την αφαίρεση της διοργάνωσης από το Κατάρ λόγω του εργασιακού μεσαίωνα, σήμερα δεν φαίνεται να εκφράζουν εξίσου έντονες ενστάσεις λόγω, ας πούμε, της δράσης του ICE, ή της εμπλοκής των ΗΠΑ σε επιθετικούς πολέμους. Αυτή είναι η μία διαφορά. Η άλλη διαφορά είναι ότι τώρα, οι ΗΠΑ, αντίθετα με το Κατάρ ή τη Ρωσία, δεν προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν το Μουντιάλ για να βελτιώσουν τη θέση τους και την εικόνα τους στον κόσμο. Αντίθετα με τις προηγούμενες φορές, δεν προσπαθούν να κάνουν την εμπειρία του Παγκόσμιου Κυπέλου όσο πιο καλή γίνεται για αθλητές, δημοσιογράφους, απεσταλμένους και οπαδούς. Αντίθετα με τους εμίρηδες και τον Πούτιν, η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί το Μουντιάλ για παραγωγή online content για εγχώρια κατανάλωση, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Οι οποίες, ούτως ή άλλως, είναι σχεδόν ανύπαρκτες.
Πρώτα απ’ όλα, να σας θυμίσω ότι σε αυτό το παράδοξο και πρωτοφανές Μουντιάλ συμμετέχει και το Ιράν (στον 3ο όμιλο), μια χώρα που αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε πόλεμο με μια από τις συνδιοργανώτριες. Αυτό, φυσικά, είναι κάτι που πρώτη φορά συμβαίνει στα 96 χρόνια της ιστορίας της διοργάνωσης. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, η ομάδα στη φάση των ομίλων έχει να παίξει τρεις αγώνες, και τους τρεις σε αμερικανικό έδαφος (δύο στο Λος Αντζελες και ένα στο Σιάτλ). Το κράτος των ΗΠΑ, όμως, δέχτηκε να χορηγήσει στους ποδοσφαιριστές της ομάδας μόνο ημερήσιες βίζες. Οπότε οι παίκτες θα επιτρέπεται να μπαίνουν στη χώρα για τον αγώνα τους, αλλά αμέσως μετά, πριν περάσουν 24 ώρες, θα πρέπει να επιστρέφουν στη βάση τους, στην Τιχουάνα του Μεξικού. Παράλληλα, οι Αμερικανοί αρνήθηκαν να δώσουν βίζα σε δεκαπέντε μέλη της αποστολής, υποστηρικτικό προσωπικό και βοηθούς. «Δεν θα επιτρέψουμε στην ιρανική ομάδα να φέρει μαζί της τρομοκράτες σε αμερικανικό έδαφος», δήλωσαν αξιωματούχοι του υπουργείου Εξωτερικών.
Αλλά βέβαια δεν είναι μόνο το Ιράν. Ο Ιρακινός επιθετικός Αϊμέν Χουσεΐν, ο σκόρερ του γκολ που εξασφάλισε την πρόκριση της χώρας στο Μουντιάλ, με το που προσγειώθηκε με την υπόλοιπη αποστολή στο αεροδρόμιο του Σικάγο, συνελήφθη. Τον είχαν και τον ανέκριναν για επτά ώρες και του εξέτασαν διεξοδικά το κινητό τηλέφωνο, πριν του επιτρέψουν την είσοδο. Τον φωτογράφο της ομάδας τον ανέκριναν για δέκα ώρες και τελικά τον έδιωξαν.
Και δεν είναι μόνο παίκτες από χώρες που δεν είναι αρεστές στο αμερικανικό καθεστώς. Ούτε ο διάσημος Σομαλός διαιτητής Ομάρ Αρτάν, ένας από τους καλύτερους διαιτητές της Αφρικής και ένας από τους 52 διαιτητές που είχαν επιλεχθεί από τη FIFA για να διευθύνουν τους αγώνες του Μουντιάλ, μπόρεσε να ταξιδέψει. Οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να του χορηγήσουν βίζα. Προβλήματα αντιμετωπίζουν και διαπιστευμένοι δημοσιογράφοι, κυρίως από την Αφρική και το Ιράν. Οι άνθρωποι αυτοί διαπιστώνουν τώρα, τελευταία στιγμή, ότι δεν τους επιτρέπεται να πάνε να κάνουν τη δουλειά τους, όπως οπουδήποτε αλλού.
Κι αν έτσι μεταχειρίζονται τους δημοσιογράφους, τους διαιτητές και τους ίδιους τους ποδοσφαιριστές, φανταστείτε πώς μεταχειρίζονται τους φιλάθλους. Οπαδοί από τουλάχιστον 11 χώρες διαπίστωσαν ότι οι αιτήσεις τους για βίζα για να πάνε να παρακολουθήσουν αγώνες της ομάδας τους απορρίπτονται. Η Σενεγάλη, η Γκάνα, το Κονγκό, το Ιράν, η Ιορδανία, το Πράσινο Ακρωτήρι, το Ουζμπεκιστάν, η Αλγερία, η Αϊτή, η Αίγυπτος και το Εκουαδόρ βρίσκονται στη λίστα περιορισμών ή απαγόρευσης ταξιδιών του Τραμπ, και δεν έχει γίνει καμία πρόβλεψη και καμία εξαίρεση για το γεγονός ότι οι ΗΠΑ φιλοξενούν μια αθλητική διοργάνωση στην οποία συμμετέχουν κάποιες από αυτές τις χώρες. Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί. Δεκάδες φίλαθλοι από το Μαρόκο που είχαν αγοράσει και εισιτήρια και είχαν κλείσει διαμονή για να πάνε να παρακολουθήσουν τους αγώνες της (πολύ καλής) ομάδας τους διαπίστωσαν ότι οι αιτήσεις τους για χορήγηση βίζας απορρίφθηκαν χωρίς αιτιολόγηση. Ακόμα και φίλαθλοι από τη Σκωτία που, όπως και εμείς, δεν χρειάζονται βίζα για να ταξιδέψουν στις ΗΠΑ, διαπίστωσαν ότι οι αιτήσεις τους για την ESTA απορρίφθηκαν, επίσης χωρίς εξήγηση.
Αυτά τα πράγματα είναι πρωτοφανή. Ή μάλλον, αυτό δεν είναι απολύτως ακριβές. Δεν είναι εντελώς πρωτοφανή. Τον Μάρτιο του 2023 η Ινδονησία, που θα φιλοξενούσε το Μουντιάλ Νέων το καλοκαίρι, ανακοίνωσε ότι θα απαγορεύσει την είσοδο Ισραηλινών στο έδαφός της. Η αντίδραση της FIFA τότε ήταν άμεση. Δεν είναι μικρά πράγματα αυτά. Να τολμά μια χώρα να αρνείται την είσοδο σε αθλητές, παράγοντες και οπαδούς από χώρες που δεν τους είναι αρεστές; Ισως δεν πρέπει να διοργανώνουν διεθνείς διοργανώσεις χώρες με τέτοιες προτιμήσεις. Ετσι το σκέφτηκε η FIFA και, αν και απέμεναν λίγοι μήνες για την έναρξη του τουρνουά, αφαίρεσε τη διοργάνωση από τη χώρα και την ανάθεσε στην Αργεντινή, με συνοπτικές διαδικασίες.
Φέτος, κιχ.
Η FIFA του Τζιάνι Ινφαντίνο, του ανθρώπου που, αφού ενορχήστρωσε τη διεξαγωγή του Μουντιάλ στο Κατάρ, μετακόμισε μόνιμα στο Κατάρ (και δέχθηκε για δώρο ένα αεροπλάνο), του ανθρώπου ο οποίος έφτιαξε ένα ειδικό «Βραβείο Ειρήνης» για το δωρίσει στον Τραμπ, σήμερα δεν μοιάζει και πολύ προβληματισμένος για το ότι ένα από τα κράτη που διοργανώνει το Μουντιάλ παρεμποδίζει ή απαγορεύει αυθαίρετα τη συμμετοχή αθλητών στελεχών, διαιτητών, δημοσιογράφων και φιλάθλων.
Πολλά πράγματα μπορεί να πει κανείς γι’ αυτά τα πρωτοφανή και εξωφρενικά βεβαίως, όπως την απροσδόκητη διολίσθηση μιας χώρας που δημιουργήθηκε από ανθρώπους που ήρθαν από αλλού και της οποίας η αλματώδης ανάπτυξη εξαρτήθηκε αποκλειστικά από τον ερχομό ολοένα και περισσότερων ανθρώπων από αλλού, προς ένα αλλοπρόσαλλο, πολύχρωμο απαρτχάιντ.
Αλλά το βασικό δίδαγμα από το φιάσκο της υποδοχής του Μουντιάλ από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής νομίζω ότι πρέπει να είναι η υπενθύμιση ενός χρήσιμου και οικουμενικού αξιώματος: δεν τους ενδιαφέρει η «παράνομη» μετανάστευση. Ολες οι ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις στον κόσμο που κερδίζουν ψήφους επενδύοντας στην αντιμεταναστευτική υστερία και ουρλιάζοντας για την «παράνομη» μετανάστευση, έχουν αυτό το κοινό χαρακτηριστικό: όταν τελικά με τα πολλά αναλαμβάνουν την εξουσία δεν περιορίζονται στην εφαρμογή πολιτικών για τον περιορισμό της «παράνομης» μετανάστευσης. Πάντα μα πάντα, όλες ανεξαιρέτως, όσο πιο γρήγορα μπορούν και με ζήλο που αγγίζει τα όρια της λύσσας, περνάνε όσο περισσότερες πολιτικές μπορούν για τον περιορισμό και της νόμιμης μετανάστευσης. Η βαθιά ρατσιστική αμερικανική κυβέρνηση δεν κόπτεται για τους «παράνομους». Ακόμα και εκτός Μουντιάλ, προσπαθεί να κόψει ή να περιορίσει τα πάντα, όλες τις πολιτικές «νόμιμης» μετανάστευσης που έχουν αναπτυχθεί στο παρελθόν, από τις «πράσινες κάρτες» μέχρι τις ειδικές εργασιακές βίζες για καταρτισμένους εργαζομένους. Βάζει εμπόδια και περιορισμούς σε ό,τι προλαβαίνει, ακρωτηριάζοντας βεβαίως τη ραχοκοκαλιά της αμερικανικής οικονομίας στην πορεία. Κι όλο αυτό με τη στήριξη ενός μεγάλου μέρους του λαού, που έχει πειστεί ότι για τα προβλήματά του φταίνε καφετιοί φτωχοί από ξένες χώρες.
Γιατί να τους ενδιαφέρει το ότι κάποιοι από αυτούς παίζουν και μπάλα;
