1. Το καλοκαίρι είναι ο εφιάλτης του υποχόνδριου. Προκειμένου να αποφύγουν το ίδιο τους το σώμα, οι υποχόνδριοι ενδέχεται να ντυθούν δύτες ή ορειβάτες το καλοκαίρι, να μην πάρουν άδεια από τη δουλειά, να μεταβούν στις σκανδιναβικές χώρες.
2. Ο υποχόνδριος/η υποχόνδρια δεν μπορεί ν’ απολαύσει μέρη που άλλοι άνθρωποι βρίσκουν απολύτως απολαυστικά, π.χ. τις παραλίες. Μία βραχώδης παραλιούλα στη μέση του πουθενά γαληνεύει τον άνθρωπο με το ήσυχο μυαλό. Για τον υποχόνδριο οι παραλίες είναι κίνδυνος θάνατος. Η έκθεση στον ήλιο; Οι αχινοί; Η άμμος και τα βράχια; Η ζέστη επιβεβαιώνει αυτό που ο υποχόνδριος γνωρίζει ήδη από τα δύο του χρόνια: η ζωή μέσα σε σώμα είναι δυσφορία. Η άνεση των γύρω του εκθέτει τη δική του νεύρωση. Προκειμένου να χαλαρώσει ο υποχόνδριος αποζητά ένα προβλέψιμο περιβάλλον το οποίο μπορεί να ελέγξει και να νιώσει ασφαλής. Αποκλείει από το οπτικό του πεδίο τα θανατηφόρα κύματα και τις ηλιαχτίδες με μαύρα γυαλιά, καπέλο και περιοδικό. Σαν περίεργος μοιάζει.
Στο μυαλό του υπάρχουν: οχιές, σαύρες, μικρόβια, πνιγμοί, κακή πέψη, τραυματισμοί, ναυάγια, δηλητηριάσεις, κλειστά κέντρα υγείας, ΤΟ ΤΕΛΟΣ. Εφόσον ο υποχόνδριος κάνει μερικές τέτοιες διαδρομές μες στο κεφάλι του κι αφού επιβιώσει μερικές ώρες στο νησί, ενδέχεται να καθίσει τελικά στην άμμο «ν’ απολαύσει τη μέρα». Μιμούμενος τους φυσιολογικούς ανθρώπους, θα βγάλει να διαβάσει το μυθιστόρημά του, όμως η παραμικρή σωματική δραστηριότητα (κοκκίνισμα, ίλιγγος, τσίμπημα) μπορεί να τον κάνει να σκέφτεται τις χρόνιες νόσους από τις οποίες πάσχει (χωρίς διάγνωση και χωρίς να έχει στο μεταξύ πεθάνει) από την πρώτη δημοτικού. Μην απορήσετε που δείχνει απρόθυμος να συμμετάσχει στην περιήγηση με σκάφος. Μπορεί και μόνος του, στη στεριά, να παθαίνει ναυτία ακολουθώντας τα κύματα του μυαλού του.
3. Οταν παραγγέλνουν θερινά εδέσματα οι φυσιολογικοί άνθρωποι σκέφτονται τι θα ήταν νοστιμότερο: κολοκυθοανθοί ή γαύροι στο τηγάνι; Ο υποχόνδριος σκέφτεται τα αλλεργιογόνα, τις ουσίες που απελευθερώνει η καύση των ελαίων, το άρθρο που διάβασε σε ιστοσελίδα διατροφής σχετικά με τους κινδύνους και τα οφέλη της κατανάλωσης ψαριού, ώσπου στο τέλος θα θυμηθεί εκείνη τη συμμαθήτρια που είχε πνιγεί από γαύρο το 2004 π.Χ. και χρειάστηκε να διακομιστεί στο νοσοκομείο. Τι να κάνει τώρα; Ζει άραγε;
Οταν περιηγούνται στο δάσος, οι φυσιολογικοί άνθρωποι απολαμβάνουν τη μυρωδιά των δένδρων και τις παχιές σκιές. Ο υποχόνδριος σκέφτεται τα θανατηφόρα νοσήματα που του μετέδωσε το κουνούπι που τον τσίμπησε, παρόλο που ο υποχόνδριος ήταν ντυμένος Ρόμποκοπ. Οταν κολυμπούν, οι φυσιολογικοί άνθρωποι σκέφτονται «α, τι ωραίο που είναι το κολύμπι». Ο υποχόνδριος σκέφτεται νοσήματα της καρδιάς, παρόλο που δεν έχει ποτέ νοσήσει απ’ την καρδιά του. Θυμάται το βακτήριο Εσερίχια Κόλι και προκαλεί μόνος του ζαλάδα στον εαυτό του, για να δει αν ζαλίζεται. Ο υποχόνδριος πορεύεται αμίλητος στην πεζοπορία, ώσπου να τον ρωτήσεις τα συμπτώματά του. Η υποχόνδρια είναι η φίλη που καταλήγει από το κάμπινγκ στα επείγοντα και από το αεροδρόμιο στο διανυκτερεύον φαρμακείο, επειδή αισθάνθηκε με σιγουριά πως ήρθε το τέλος της. Ογδοη φορά για φέτος.
4. Η υποχονδρίαση περνάει. Στην όμορφη ταινία «Αμελί» (Ζαν Πιερ Ζενέ, 2001), η Ζορζέτ είναι μια υποχόνδρια πωλήτρια τσιγάρων στο κομψό παρισινό καφέ Café des Deux Moulins. Κάθε μέρα είναι χάλια, ώσπου αρχίζει να φλερτάρει με έναν από τους θαμώνες. «Ο έρωτας ήταν το μόνο μικρόβιο που δεν είχε κολλήσει», σχολιάζουν οι συνάδελφοί της, που απαλλάσσονται για λίγο από την γκρίνια της. Εάν ο έρωτας θεραπεύει την υποχονδρία, τότε η υποχονδρία είναι ένα αδέξιο κάλεσμα για φροντίδα, περιποίηση και αγκαλιές.
Ενδέχεται η υποχονδρίαση να γίνεται λιγότερο πειστική όταν η υποχόνδρια λαμβάνει αποδείξεις ότι το σώμα της λειτουργεί. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν το σώμα γίνεται από σήμα κινδύνου πεδίο απολαύσεων, όπως στις πρώτες, καλές ταινίες του (υποχόνδριου) Γούντι Αλεν. Ετσι, δεν αποκλείεται να δείτε τα πιο φοβισμένα πλάσματα του σύμπαντος, τους υποχόνδριους, να προβαίνουν σε πράξεις ακραίας γενναιότητας: να βγαίνουν ραντεβού μ’ αγνώστους, να χωρίζουν, για να τα φτιάξουν με τη γυναίκα των ονείρων τους, να κάνουν με ποδήλατο τον γύρο της Γαλλίας, να κολυμπάνε χωρίς να έχουν κλείσει τετράωρο χώνεψης.
5. Στο δοκιμιακό έργο του «Μυστικά Δωμάτια, Περί Ασθένειας, Πόνου Και Σώματος Στη Λογοτεχνία», ο Μεξικανός Luis Jorge Boone επιχειρεί, μεταξύ άλλων, μία ανατομία της υποχονδρίας (στα ελληνικά το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, στην έξοχη σειρά Δοκίμιο). Ενώ όλα τα ζώα νοσούν, λέει ο Boone, «μόνο το ανθρώπινο ον μπορεί να πέσει θύμα υποθετικών ενοχλήσεων».
«Ο κατά φαντασίαν ασθενής, σε αντίθεση με τον ψευδοασθενή, θέλει να είναι υγιής, αν και γνωρίζει ότι αυτή η πιθανότητα είναι απειροελάχιστη […] τίποτα δεν μπορεί να αντέξει μία εξακολουθητική εξέταση σαν τη δική του. Μία ύποπτη κηλίδα στο δέρμα, ένας συριγμός στην αναπνοή, η ζαλάδα της σύγχυσης. Γοητευμένος από τις πλοκές της φθοράς του σώματος, είναι ο κάτοικος των λαβυρίνθων της ασθένειας-φάντασμα».
[…] «Είναι άραγε σχεδιαστικό λάθος το γεγονός ότι σε ολόκληρη τη φύση δεν υπάρχει ένα όργανο εσωτερικής όρασης, μία εσωτερική άποψη που να επιτρέπει να μας δούμε εν λειτουργία», αναρωτιέται ο Boone, για να καταλήξει πως μάλλον μια τέτοια γνώση θα μας ήταν αφόρητη. Αν μπορούσαμε να στρέψουμε το μάτι και προς τα μέσα, αν μπορούσαμε να κάνουμε μόνοι μας υπέρηχο, να ξύσουμε το δέρμα να δούμε από κάτω, μάλλον θα χάναμε τη θέα των βουνών, την ομορφιά ενός καλού βιβλίου. Είναι σοφό που το μάτι κοιτάζει προς τα έξω και είναι παρήγορο που μερικές φορές ο εγκέφαλος μπορεί ν’ ανοίγεται και προς τους Αλλους, το «εγώ» να σβήνει. Η υποχονδρίαση είναι μια μάταιη αυτοεξέταση που δεν οδηγεί σε φιλοσοφική ανάταση, αλλά σε μια αυτοαναφορική αφήγηση με στοιχεία θρίλερ.
«Ο υποχόνδριος επιθυμεί να έχει τον έλεγχο και αποφασίζει να αντιληφθεί ότι έχει έρθει η ώρα του. Γυρνάει μπροστά τους δείκτες στα ρολόγια της βιολογίας και διαλέγει την πάθησή του, την κρίσιμη εκείνη διαταραχή που όλοι μας κάποια στιγμή θα βιώσουμε. Δεν είναι διατεθειμένος να περιμένει ούτε λεπτό».
6. «Ο κατά φαντασίαν ασθενής δεν ανέχεται την ασάφεια», γράφει ο Boone, «χρειάζεται μια πλοκή που να προαναγγέλλει τα βάσανα που θα καταδυναστεύσουν το κορμί του». Εκείνος ο πόνος που έρχεται και μετά φεύγει, πρέπει, οπωσδήποτε, να ενταχθεί σε ένα τελεσίδικο αφήγημα με απαίσιο τέλος. Τον υποχόνδριο δεν τον βρίσκουν αναποδιές, αλλά σκέτες συμφορές. Δεν έχει δύσκολες στιγμές, διαθέτει αποδείξεις της συντριβής του. Σ’ έναν κόσμο που δεν μπορείς να ελέγξεις και πολλά, ο υποχόνδριος «διαλέγει» να ψηλαφεί το σώμα του και να τρομάζει. Υποχονδρία (και ίσως δυστυχία) είναι η αποτυχία να συμβιβάζεσαι με όσα δεν ελέγχεις. Υπάρχουν, όμως, και στιγμές στην Ιστορία της ανθρωπότητας που ο υποχόνδριος είχε τον πλήρη έλεγχο!
7. Ο Ρουμάνος δικτάτορας Νικολάε Τσαουσέσκου (1918-1989) ήταν υποχόνδριος. Είχε παράνοια, άγχος και ανασφάλεια, οπότε παρακολουθούσε παράνομα τους πολιτικούς του αντιπάλους και προέβαινε σε εκβιασμούς με βάση την προσωπική τους ζωή. Οταν κατέλαβε την εξουσία, η ανασφάλειά του εντάθηκε. Από μαρτυρίες συνεργατών του ξέρουμε πως τους απαγόρευε να χρησιμοποιούν κλιματισμό, για να μην πιάσει κανένα μικρόβιο, ενώ απαιτούσε τα δωμάτια των συσκέψεων να είναι αποστειρωμένα με τα παράθυρα κλειστά (Bloc Life, Stories From The Lost World of Communism, Molloy, BBC Books, σελίδες 43-44).
Η υποχονδρία του Τσαουσέσκου μεταφραζόταν σε εργασία για τους απλούς Ρουμάνους. Μέλη του προσωπικού έπρεπε να αποστειρώνουν διαρκώς τους χώρους απ’ όπου θα περνούσε. Εάν κανόνιζε να επισκεφτεί σχολείο ή εργοστάσιο, οι εργάτες ετοίμαζαν από πριν τις τουαλέτες, προκειμένου όλα να είναι πεντακάθαρα. Υπήρχε υπηρεσία ασφαλείας φαγητού. Δουλειά αυτών των ανθρώπων ήταν να διασφαλίζουν ότι κανείς δεν θα δηλητηρίαζε τον δικτάτορα ή την οικογένειά του, που παρασιτούσε στις ζωές των απλών ανθρώπων.
Η υποχονδρία και η παράνοια αυξήθηκαν, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, καθώς ο 20ός αιώνας προχωρούσε προς το τέλος του. Οταν η υγεία του Τσαουσέσκου άρχισε πράγματι να επιδεινώνεται, το καθεστώς έλαβε κάθε μέτρο προκειμένου το κοινό να μην πληροφορηθεί ότι ο Νικολάε δεν ήταν παντοδύναμος (κάτι που φαίνεται να συμβαίνει και στην εποχή μας με πανίσχυρους, ηλικιωμένους άνδρες). Ο Τσαουσέσκου είχε από παιδί ευαίσθητο λαιμό και φιλάσθενη φύση, αυτό, όμως, δεν τον έκανε τρυφερό, ούτε του επέτρεψε να φαντάζεται με ευκολία τον πόνο και τη σωματική δυσκολία των Αλλων.
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτήν την εβδομάδα
Οι ταινίες του Μπέλα Ταρ. Οι άνθρωποι που όταν βγαίνουν με τους φίλους τους δεν κοιτάνε το κινητό, αλλά χαρίζουν στους συνομιλητές τους την αμέριστη προσοχή τους, καθώς και τη σιγουριά πως δεν πρέπει ν’ ανταγωνίζονται σαχλά βίντεο ενώ μιλάνε. Το γιαούρτι. Ολες οι σοφές, γιαγιαδίστικες συνταγές σπιτικού φαγητού για τα μεσημέρια με καύσωνα.
