1. Ελάχιστα πράγματα θ’ αντάλλασσα με τις πρώτες εντυπώσεις από μια άγνωστη πόλη όπου φτάνεις μόνη νωρίς το πρωί. Οταν ταξιδεύεις μόνος/μόνη, η μετάβαση είναι γεμάτη πιθανότητες. Στην πτήση μπορείς να πεις ψεύτικο όνομα στον διπλανό σου. Στο τρένο, να κάνεις πως τώρα αρχίζει η ζωή σου. Συναντώντας τους πρώτους άγνωστους δρόμους, με ονόματα σε άλλο αλφάβητο, γέφυρες που δεν σου φέρνουν αναμνήσεις, μπορείς ν’ αφηγηθείς αλλιώς την ιστορία σου. Στην πόλη όπου φτάνεις, δεν είσαι τίποτα, κανείς δεν σε ξέρει. Μπορείς να χαθείς απ’ το ραντάρ, καθώς λένε. Η λαχτάρα για το μοναχικό ταξίδι είναι παλιά.
2. Στους πίνακες του Caspar David Friedrich (1774-1840) οι ταξιδιώτες πηγαίνουν με τα πόδια. Στέκονται μπροστά από γκρεμούς με τη γενναιότητα που απαιτούσε το προσκύνημα, η εξερεύνηση κι η περιπλάνηση τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Ολη η ατμόσφαιρα του μοναχικού ταξιδιού μεταδίδεται με ρομαντικά τοπία στο λυκόφως, δάση με ξερά, μαύρα κλαδιά ή θαμπό φως από μια μισοσβησμένη φωτιά. Η μοναχική περιπλάνηση σημαίνει μοναξιά, τρόμο, κινδύνους και ταπείνωση.
Μην αφήσετε τον ταξιδιωτικό σας πράκτορα να σας πείσει πως το ταξίδι πρέπει να είναι χωρίς μόχθο και πάντοτε με συντροφιά. Οι ρομαντικοί περιπατητές στους πίνακες του Friedrich είναι μόνοι ακριβώς για να νιώσουν μόνοι μέσα στο δάσος. Ο τρόμος και η σωματική εξάντληση προηγούνται της επαφής με το Υψηλό. Η ρομαντική περιπέτεια θέλει αρετή και τόλμη. Εκτός κι αν έχεις τα μυαλά του Ουίλιαμ Χάζλιτ.
3. Φανταστείτε πως βρίσκεστε στο Αμστερνταμ, στο Rijksmuseum, και κοιτάτε μερικούς από τους καλύτερους πίνακες που έχει να επιδείξει η Ευρώπη. Μόλις ολοκληρώσετε την επίσκεψή σας σκοπεύετε να πάτε σε κάποιο μικρό μπαρ κι ύστερα βόλτα με τα πόδια στα κανάλια. Για βραδινό έχετε κράτηση σ’ εστιατόριο. Μπορείτε να περάσετε όλη τη μέρα χωρίς να μιλήσετε σε κανέναν. Στις αναμονές και στα κενά να διαβάζετε Σάλι Ρούνι ή Ασάκο Γιουζούκι. Χρειάζεστε όντως κι άλλη συντροφιά;
Η παρέα θα μπορούσε άνετα να το χαλάσει. Θα μπορούσε να πει «εγώ δεν καταλαβαίνω τι σ’ αρέσει σ’ αυτό», ενώ στέκεστε μπροστά στους πίνακες του Βερμέερ και κάποιος εξουθενωτικός φίλος κρύβει τον πίνακα της Γαλατού, για να βγάλει σέλφι με το κινητό του. Στο γεύμα, η παρέα θα μπορούσε ν’ αμολάει κοινοτοπίες ή να ’χει κουβαλήσει όλα τα προβλήματα της καθημερινότητας στο νέο μέρος. Όλ’ αυτά τα ’χε σκεφτεί ένας σπουδαίος Αγγλος δοκιμιογράφος, Ουίλιαμ Χάζλιτ, ήδη το 1822. Γι’ αυτό πήγαινε μόνος εκδρομή.
4. Στο δοκίμιό του «Σχετικά με το ταξίδι» (On Going A Journey), που πρωτοδημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 1822, ο Χάζλιτ πλέκει το εγκώμιο του μοναχικού ταξιδιού. «Εμένα μου αρέσει να ταξιδεύω μόνος» […] «η ψυχή του ταξιδιού είναι η ελευθερία […] ταξιδεύουμε με σκοπό να ξεφορτωθούμε κάθε είδους εμπόδιο και ενόχληση. Ν’ αφήσουμε τον εαυτό μας πίσω και ακόμη περισσότερο ν’ απαλλαγούμε από τους άλλους» (μετάφραση Τομαράς στο συλλογικό «Οκτώ Αγγλοι δοκιμιογράφοι, 17ος-19ος αιώνας», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Ο Χάζλιτ δεν θέλει να μιλάει όταν ταξιδεύει. Θέλει η σιωπή ν’ ανοίξει έναν χώρο μέσα του για τα τοπία και τον στοχασμό. Μοναδικό παραδεκτό θέμα συζήτησης στην εκδρομή; Το εάν θα φας κουνέλι ή ξεροψημένο κοτόπουλο, αυγά με μπέικον, ψωμοτύρι ή θα πιεις μερικά ποτήρια μαύρη μπίρα. Η ονειροπόληση, η σιωπηλή ιππασία, η μελαγχολία μπροστά σ’ έναν απόκρημνο βράχο, η ενατένιση των ερειπίων απαιτούν σιωπή. Η σιωπή μπροστά σε άλλους, όμως, θα ήταν «παραβίαση καλών τρόπων και παραμέληση των άλλων ανθρώπων», λέει ο Χάζλιτ. Οπότε προτιμά να πορεύεται μόνος και ευγενής. Να φτάνει νύχτα στην πολίχνη, να βρίσκει το πανδοχείο τυλιγμένο με ομίχλη και ησυχία, να ζητάει κοτόπουλο, σπαράγγια, μαύρη μπίρα και ανωνυμία.
5. Ο Χάζλιτ μάλλον δεν είναι μισάνθρωπος (παρότι έχει γράψει ένα δοκίμιο με τίτλο «Περί της ηδονής του μίσους»). Απλώς δεν θέλει «μεσοβέζικη παρέα». Παρέα που την έχεις, για να μη σε βρουν ληστές καθώς ιππεύεις από την Ουαλλία προς την Ιταλία ή παρέα που τη σέρνεις, για να μην περιμένεις μόνη στις ουρές στα αεροδρόμια και γιατί είναι πάντα βολικό να έχεις κάποιον δίπλα σου όταν παθαίνεις δηλητηρίαση, έγκαυμα ή γαστρεντερίτιδα.
Το ταξίδι, ως πράξη ελευθερίας, απαιτεί γενναιότητα. Η «μεσοβέζικη παρέα» που την έχεις για να σου εκτυπώνει την κάρτα επιβίβασης δεν είναι πράξη ελευθερίας, αλλά δουλεία, πράξη φόβου. Ο Χάζλιτ προτιμά αυτό που οι τεχνολογίες του 21ου αιώνα έμελλε να καταστρέψουν για εκατομμύρια ανθρώπους: να ζει κάτι μόνος, στο φουλ, χωρίς να το αναμεταδίδει και μετά από καιρό να το αφηγείται στην ταβέρνα στους φίλους του.
Ο Χάζλιτ δεν γουστάρει να εξηγεί γιατί κάθεται με τις ώρες να χαζεύει το λιβάδι. Οταν πρέπει να το εξηγήσεις, μετατρέπεις την ευχαρίστηση σε μόχθο, λέει. «Δεν μπορούμε να διαβάσουμε το βιβλίο της φύσης χωρίς να μπαίνουμε αενάως στον κόπο να το μεταφράζουμε προς όφελος των άλλων […] για μία και μοναδική φορά θα ήθελα να τα έχω όλα με τον δικό μου τρόπο». Θέλουμε να προστατευθούμε από την «αμήχανη λαχτάρα και δυσαρέσκεια» που δημιουργείται όταν μοιραζόμαστε κάτι με ανθρώπους που δεν το συμμερίζονται – γι’ αυτό ταξιδεύουμε μόνοι ή πάμε θέατρο χωρίς τον ενοχλητικό τύπο που θα ρίξει το έργο στα δικά του μέτρα. Το να χρειάζεται κάθε δευτερόλεπτο «να ξετυλίγουμε το συγκεκριμένο μυστήριο της ύπαρξής μας, προσπαθώντας μάλιστα να πείσουμε τους άλλους να ενδιαφερθούν εξίσου γι’ αυτό όσο κι εμείς» φαντάζει τουλάχιστον εξουθενωτικό και μπορείτε να φανταστείτε τις συνέπειες εάν αναλάβει κανείς αυτό το τιτάνιο έργο και βρεθεί να φλυαρεί χωρίς ανταπόκριση. Δεν είναι τυχαίο που τα ζευγάρια χωρίζουν στις διακοπές. Φανταστείτε ο σύντροφός σας να θέλει να τρώει καλαμαράκια στην Ανδρο, ενώ εσείς έχετε οραματιστεί μια ενδελεχή, ιστορική περιπλάνηση στην Ανατολική Ευρώπη.
6. Οι αναγνώστριες/οι αναγνώστες λατρεύουν το μοναχικό ταξίδι. Γιατί να μιλάς όταν μπορείς να διαβάσεις; Γιατί να λες κοινοτοπίες όταν υπάρχει η Iris Murdoch (στα βιβλία της οποίας σχεδόν πάντα κάποιος πνίγεται ή κινδυνεύει να πνιγεί ή έχει μια μεταμορφωτική εμπειρία πλάι σε λίμνη/θάλασσα, καθιστώντας την έτσι ιδανικό ανάγνωσμα για τον Ιούλιο);
Ο Χάζλιτ περιπλανιέται με τα πόδια σε καταυλισμούς Τσιγγάνων, ερείπια, μαγικά μέρη με νερό και σκιές στην Ουαλία, λιβάδια της Γαλλίας. Αποκαμωμένος απ’ την πεζοπορία κάθεται στα πανδοχεία πάντα μ’ ένα βιβλίο κοντά του. «[…] ν’ αναφέρω όλες εκείνες τις απολαυστικές ώρες των ταξιδιών μου που έχω περάσει διαβάζοντας βιβλία, καθώς θυμάμαι τον εαυτό μου να μένει ξάγρυπνος τη μισή νύχτα για να διαβάσει το «Παύλος και Βιργινία», το οποίο ανακάλυψα σ’ ένα πανδοχείο στο Μπριτζγουότερ, έχοντας προηγουμένως περάσει ολόκληρη μέρα μουσκίδι απ’ τη βροχή, κι ενώ στο ίδιο μέρος είχα προηγουμένως τελειώσει δύο τόμους του έργου «Καμίλλα» της Μαντάμ Ντ’ Αρμπλέυ [1752-1840, Αγγλίδα σατιρική μυθιστοριογράφος που επηρέασε και την Τζέιν Ωστεν]».
7. Στα forums με γυναίκες μοναχικές ταξιδιώτισσες η συζήτηση αρχίζει πάντα με το ζήτημα της ασφάλειας. Είναι ασφαλές να πάω στην Ιταλία μόνη; (ναι). Νιώσατε περίεργα διαβάζοντας μόνες σε μπαρ στην Ισπανία; (όχι). Σε μια αλληλουχία συζητήσεων σε γνωστή ιστοσελίδα, μια μοναχική ταξιδιώτισσα αναρωτιέται «να πάω στην Αθήνα μόνη;». «Οπωσδήποτε», της γράφει μία, «περνάω ολομόναχη μήνα ολόκληρο στην Ελλάδα κάθε καλοκαίρι, δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο».
Σ’ ένα χόστελ στο Αμβούργο είχα γνωρίσει μια κοπέλα που ταξίδευε μόνη της για να ξεπεράσει το πένθος. «Ξεκίνησα αυτό το ταξίδι γιατί έχασα τον μπαμπά», μου είπε. Σ’ ένα χόστελ στην Ολλανδία είχα γνωρίσει ένα αγόρι που πήγαινε με ποδήλατο από την Ολλανδία στη Γαλλία για να ξεχάσει το αφεντικό του. Το μισούσε, ήταν ένας απαίσιος, αγενής τύπος.
Δεν ξέρεις ποιος λέει αλήθεια και ποιος ψέματα στα φυσικά και ψηφιακά μέρη αλληλεπίδρασης μεταξύ μοναχικών ταξιδιωτών. Ολοι, όμως, προσπαθούν ν’ αφηγηθούν τη δική τους ιστορία απ’ την αρχή. Αυτό που είναι τρομακτικό στο μοναχικό ταξίδι (το χάσιμο κάθε αναφοράς) είναι και απελευθερωτικό. «Ενας φίλος σού θυμίζει πράγματα από το παρελθόν», δηλώνει ο Χάζλιτ χωρίς περιστροφές, «ξεθάβει παλιά παράπονα και καταστρέφει την αφαίρεση της σκηνής. Παρεμβαίνει χωρίς λεπτότητα ανάμεσα σ’ εσένα και τον ιδανικό σου χαρακτήρα». Γιατί να ’χεις μαζί σου κάποιον που γνωρίζει τις «λιγότερο λαμπρές στιγμές του παρελθόντος σου;». Για λίγες μέρες μπορείς να ασκηθείς στην αφαίρεση. Η ζωή μείον το πρόβλημα. Η ζωή μείον το παρελθόν. Σαν πεζοπόρος μέσα σε πίνακα του γερμανικού Ρομαντισμού. Αυτή που λείπει, χάθηκε και θα γυρίσει αλλαγμένη.
Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτή την εβδομάδα
Οσες θυσιάζουν ρούχα για να χωρέσουν περισσότερα βιβλία στον σάκο του ταξιδιού. Οι ταξιδιώτες που δεν αφήνουν σκουπίδια και όσες/όσοι καταπιάνονται με την ανάγνωση των βιβλίων των διακοπών ήδη από το λεωφορείο για το αεροδρόμιο. Το «Στον Φάρο» της Γουλφ, μεταφρασμένο από τη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου. Οι γεμιστοί κολοκυθοανθοί, τα χόρτα.
